Η λίστα ιστολογίων μου

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Ο ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ ΤΟΥ / HIS ARCHILOCHUS

Κυκλοφόρησε το νέο ιστορικό μυθιστόρημά μου, Ο Αρχίλοχός του
The historical novel "His Archilochus" is released by Gavrielidis editions

Διαβάστε το πρώτο κεφάλαιο στο http://fractalart.gr/arxiloxos/ 
Επίσης διαβάστε τον δοκιμιακό του επίλογο στο http://frear.gr/?p=13900

Read the first chapter, in bilingual version (Greek-English), from the historical novel His Archilochus/ Gregory Techlemetzis/ Gavrielidis 2016. The publication is in Greek.

Read the essay epilogue, in bilingual version (Greek-English), from the historical novel His Archilochus/ Gregory Techlemetzis/ Gavrielidis 2016. The publication is in Greek.
 http://frear.gr/?p=13900

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

   Τι θέλει ο Αρχίλοχος από τον Δημήτρη; Γιατί τον επισκέπτεται στα όνειρά του; Γιατί γεγονότα και εικόνες από μια απόμακρη εποχή έρχονται ανεξέλεγκτα στο μυαλό του; Μήπως τρελάθηκε;
   Εκδικούνται τα όνειρα;  
   Ένα ιστορικό μυθιστόρημα, για τη γοητευτική φυσιογνωμία του ποιητή Αρχίλοχου, με φόντο το Αιγαίο και την πολυτάραχη, αποικιακή Αρχαϊκή εποχή.
   Καινοτόμος, τολμηρός, απόλυτα ως ανεπίτρεπτα ανθρώπινος, σκωπτικός, ηδονιστής, βλάσφημος, εκδικητικός, άγαρμπα ειλικρινής,  χωρίς να νοιάζεται για την υστεροφημία του, θέλοντας μόνο να ζήσει απολαμβάνοντας την κάθε στιγμή, γεμάτος κέφι και ζωντάνια, σατίρισε την αριστοκρατική τάξη και τα ιδανικά της κι έστρεψε την ποίηση στον ψυχικό κόσμο του καθημερινού ανθρώπου.
  Ερωτεύτηκε, απογοητεύτηκε, πολέμησε, αγαπήθηκε και μισήθηκε, παραδίδοντάς μας ένα αδρό και σφριγηλό έργο.
   Ταυτόχρονα, ο εγκλεισμός του ανθρώπου στις επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις και η καταπλάκωση των δυνατοτήτων, των ονείρων και των επιθυμιών του, ακολουθώντας τους σύγχρονους κοινωνικούς ρυθμούς και απαιτήσεις.
   Ένα βιβλίο με ποικιλία τρόπων γραφής, που αφομοιώνει παρελθόν και παρόν, δημιουργώντας ένα ενιαίο και ταυτόχρονα αντιφατικό κλίμα.   

 
Το βιβλίο περιέχει 177 χρήσιμες παραπομπές. 


BACK COVER

   What does Archilochus want from Dimitris? Why does he visit him in his dreams? Why do events and images from a distant era come uncontrollably in his mind? Has he gone mad?
   Do dreams take revenge?  
   A historical novel about the charming personality of poet Archilochus, with background the Aegean Sea and the turbulent, colonial Archaic era.
   He was innovative, bold, fully to unacceptably human, sarcastic, hedonist, blasphemous, vindictive, clumsily honest, without caring about his reputation, wanting only to live and enjoy every moment, full of enthusiasm and vitality, he satirized the aristocracy and its ideals and turned his poetry into the mental world of ordinary people.
  He fell in love, got disappointed, fought, got loved and hated, by giving us a generous and vigorous work.
   At the same time, the inclusion of man in professional and family duties and the repression of his capabilities, dreams and desires, following modern social rhythms and requirements.
   A book with a variety of writing ways, which assimilates past and present, creating a unique and at the same time a contradictory climate.  

 
The book contains 177 useful references. 

Μορφές δομών και ανάπτυξης στο βιβλίο Το αιώνιο ρολόι της Νατάσας Κεσμέτη/ Νεφέλη 1987


"... Αλλά τα μάτια είναι τόσο παράξενα όργανα: Αξιολογούν μ’ έναν τόσο ιδιωτικό τρόπο το ορατό και το αόρατο, κρατώντας στο βάθος του σκοτεινού τους αρχείου μια προσωπική οθόνη παλιά και πάνω κει προβάλουν όλο το έργο και κυρίως το άπαιχτο, αυτό που πρόκειται να γυριστεί -κι είναι αυτό που πονάει το πιο πολύ: γιατί όλα τα τυχαία και τ’ ασήμαντα, όλα τ’ ανάξια λόγου στηρίζουν την υπόθεση και μάλιστα τη χαμένη! Και σα να μην έφτανε αυτό όσο γερνάς τόσο πιο παιδικά κοιτάνε, τόσο πιο πίσω γυρνούν." (σ.151/ "Το κρεοπωλείο").

   Η συλλογή αυτή διηγημάτων παρουσιάζεται ως αφηγήσεις παρελθοντικών εμπειριών της συγγραφέως, προερχόμενες συνήθως από την παιδική της ηλικία, γραμμένες κυρίως σε πρώτο πρόσωπο και ιδωμένες από την οπτική γωνία ενός παιδιού, κάτι που τις καθιστά άμεσες και υπό μερική εστίαση, πάνω στην οποία στηρίζεται συχνά το σασπένς -όπως για παράδειγμα στο "Το τέρας ή  η ζώσα αγάπη" (σ.38)-, ενώ παρουσιάζουν και πλούσια μεταφορική γλώσσα, τροφοδοτούμενη από τη φαντασία της. Οι μνήμες και η νοσταλγία γεννούν εικόνες αγάπης και πόνου, μέσα από ιστορίες αληθινές ή δυνάμει αληθινές.
   Μια αινιγματική τριχιά (σ.9), ο νεοπλουτισμός του Γιώτη (σ.18), η φαντασίωση ενός τέρατος στο υπόγειο ενός σπιτιού (σ.38), η ζωή που ζηλεύουμε ως εξωτική αλλά δεν τολμούμε να την ακολουθήσουμε (σ.52), πως ο κόσμος μας μπορεί να αλλάξει με ένα "κλικ" (σ.61), ένας χιονοδρόμος μεταξύ ονείρου και μεταφυσικής στα όρια ζωής και θανάτου (σ.68), αρχετυπικές γιαγιάδες (σ.98), ντροπαλά παιδάκια (σ.109), ένα σπίτι που κρύβει ένα μεταφυσικό "εκλαμπρότατο" (σ.129) και ένα κρεοπωλείο εποχής με τους χαρακτήρες που το πλαισιώνουν (σ.141).
   Τα θέματά της αφορούν τους ζεστούς, κατά βάθος τρυφερούς και απλούς ανθρώπους, που κινούνται γύρω μας, ενώ συχνά απορρέουν θαλπωρή. Από τις συμπεριφορές και τα λεγόμενα τους μας αποδεικνύουν ότι μέσα τους υπάρχει αγάπη και ουσία.
   Δεν είναι επιδερμικά τα λόγια, ακόμα και αν δείχνουν ως τέτοια ή αν μοιάζουν σαν απλοϊκά, γιατί τελικά ως σύνολο, με τις κινήσεις, τους χαρακτήρες που παρουσιάζονται και κάποτε τις σιωπές τους, μας μεταδίδουν τη γνώση της ζωής, όπως κάνει η καλή λογοτεχνία. Είναι ένας καθρέφτης -κάποτε πρισματικός- της πραγματικότητας, φωτίζοντας αυτά που θέλει και ξεπερνώντας τις ανουσιότητες, παρουσιάζοντας ακόμα και εκδοχές της, που μέσα από αυτά μπορούμε να αποκομίσουμε πράγματα. Η αφηγήτρια αγαπά και αφουγκράζεται τα όντα, έτσι όπως αναβλύζουν από τις μνήμες της.
   Συχνά η περιγραφή του παιδιού-αφηγήτριας οδηγείται σε μια σειρά μεταφορικών συνειρμών και στην απόλαυση των μικροαντικειμένων, ακόμα και των λεπτομερειών, που αποκτούν μέχρι και λατρευτική αξία, μέσα από μια οπτική που αντιμετωπίζει το περιβάλλον ως πρωτόγνωρο, συναρπαστικό, ανοιχτό ερμηνειών και εκδοχών. Η Κεσμέτη θέλει να δει μέσα απ’ τα αντικείμενα και αυτά ενδύονται με μνήμες, συναισθήματα και συμπεριφορές. Η υποκειμενικότητα είναι καθοριστική και διαμέσου αυτής δημιουργεί σασπένς, τροφοδοτεί την περιέργεια, ξεδιπλώνει με τμηματική αποκάλυψη την υπόθεση, κάποτε θέτει μεταφυσικά ερωτήματα και εγείρει προβληματισμούς, ενώ οι καταστάσεις και τα περιστατικά αντιμετωπίζονται με διαλλακτικότητα.
   Μπορούμε να διακρίνουμε σαφείς επιρροές του μεταμοντερνισμού[1], όσον αφορά την υποκειμενική αντίληψη της πραγματικότητας, την παραβίαση της συνηθισμένης διηγηματικής δομής -με το κεντρικό δίλημμα, τους αντιθετικούς χαρακτήρες, την οργανωμένη πλοκή και την τελική ανατροπή-, την απομάκρυνση συχνά από τη ρεαλιστική αναπαράσταση, με την επέμβαση των μεταφορών, της επίφασης, του φανταστικού -κάποτε και παραμυθικού- και του μεταφυσικού στοιχείου, που μας απομακρύνουν από τις βεβαιότητες. Αυτές οι θέσεις της της δίνουν μεγάλη ελευθερία στους αφηγηματικούς και νοηματικούς αυτοσχεδιασμούς και στην ποικιλία τεχνικών, μέσα από τα οποία καταφέρνει να κερδίσει τον προσεκτικό και ανοιχτό αναγνώστη.
   Έτσι πολλές φορές αποφεύγεται η τελική ανατροπή, οι επεξηγήσεις της υποθέσεως αφήνονται στην ελευθερία του αναγνώστη, καθώς τα συμπεράσματα είναι συχνά αμφίσημα, το "φαίνεσθαι" των καταστάσεων είναι περισσότερο ενισχυμένο από την "ουσία" τους, η έκφραση των όντων, γλωσσική και παραστατική, κυριαρχεί, με αξιοσημείωτη ακρίβεια και άνετους χειρισμούς και μόνο ο αυτοαναφορικός χρόνος της παιδικής ηλικίας της αφηγήτριας-συγγραφέως φαίνεται να αποτελεί σταθερό σημείο του βιβλίου.
   Κόμματα, παύλες, αποσιωπητικά και κοντινές σχέσεις υποκειμένων και αντικειμένων επιστρατεύονται για να μας δώσουν ένα σαφές νόημα, χωρίς να μας οδηγούν σε περιττές προσπάθειες διασαφήνισης, παρόλες τις συχνά μεγάλες προτάσεις, που έχουν όμως εντυπωσιακά καλοζυγισμένη σύνταξη.
   Υπάρχει ροπή προς την παράθεση σκόρπιων εικόνων, ακόμα και περισπαστικών περιγραφών, που μας εγκλιματίζουν σε περιβάλλοντα, εποχές και νοοτροπίες, κυρίως παλαιότροπες, σκιαγραφώντας, στηρίζοντας και χτίζοντας τα διηγήματα -ενέργεια που υπερκαλύπτει την έλλειψη παραδοσιακής δομής.
   Τα αντικείμενα στα διηγήματα της Νατάσας Κεσμέτη συμμετέχουν σε μια τελετουργία απόλαυσης, λειτουργούν μέσω συνειρμών ως αφηγηματικός ιστός, που δομεί τη συνοχή του έργου, σημαίνουν, εκφράζουν εποχές, οι ιδιότητές τους συνδέονται με τους ανθρώπους και απορρέουν από μέσα τους ακόμα και το παραμύθι, όπως το σπίτι της "Χαράς και Νυμφών" (σ.128) περικλείει τον δικό του "εκλαμπρότατο", που έρχεται να μας προβάλει την αξία της ιδιαιτερότητας των όντων. Έτσι στο "κρεοπωλείο" (σ.141), για παράδειγμα, οι σκάλες των σπιτιών (σ.142,143) σημαίνουν και συνδέουν πολλά διαφορετικά πράγματα, έτσι όπως υψώνονται στο μισόφωτο σκοτάδι νομίζεις ότι χάνονται στο βάθος του ουρανού, φέρνοντας στη φαντασία αγγέλους, πεθαμένους και μυστήρια πλάσματα∙ ενώ παρακάτω (σ.143) η ρυτιδωμένη επιφάνεια του αίματος μιας πληγής στο γόνατο παρομοιάζεται με μια οριζόντια κλιμακωτή σκάλα. Και συνεχίζει με τους συνειρμούς των κλιμακωτών σκαλών που ανεβαίνουν στον ουρανό: "Μπορεί να ’ταν η καρδιά μου που ’χε κατέβει στα γόνατα απ’ το φόβο των ουράνιων κλιμάκων και κει χόρευε σαν ένα μικρό αρνί, όπως αυτά λίγο πριν το Πάσχα που είναι άσπρα με μαύρες βούλες και ζουν τεντωμένα λες μέσα στο σγουρομάλλικο μαλακό τομάρι τους, με το μαχαίρι τόσο κοντά στο λαιμό τους που κιόλας το αίμα τους στάζει ακόμα κι όταν τρέχουν, πηδούν ή μασουλάνε πράσινες τούφες ωραίας χόρτου." (σ.143,144).
   Το εντυπωσιακό είναι το πως ανακαλύπτει την ομορφιά και το ενδιαφέρον σε όλα τα πράγματα, ακόμα και στα κρέατα του κρεοπωλείου (σ.145).
   Υπάρχουν πάρα πολλοί τέτοιοι συνειρμοί, που μέσω των αντικειμένων "απλώνουν" προς διάφορες, ακόμα και αναπάντεχες, ή εκ πρώτης όψεως άσχετες κατευθύνσεις, που τελικά, πλέκονται και εμπλέκονται σε οργανικά μείγματα, φτιάχνοντας τα διηγήματα της, ή λειτουργώντας ως εισαγωγές ή εγκιβωτισμένες αφηγήσεις.
   Έτσι παρουσιάζονται και ως μικρές παρενθέσεις, όπως η παρομοίωση της εντύπωσης που προκαλεί μια όμορφη γυναίκα: "σαν τον πόνο του νέου έφηβου όταν πρωτοσυνειδητοποιεί πως ποτέ του δε θα 'χει την ωραία γυναίκα που συναντά, αποκλείεται, πάει, τελείωσε και θέλει να κρατήσει μολοντούτο την πιθανότητα που δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί, παίζοντας με τον ίδιο του τον πόνο γιατί... η εικόνα της του θυμίζει κάτι που δεν μπορεί ν’ απαρνηθεί, ξυπνά μια θολή μνήμη αόριστη, κάτι που στο βάθος του ανήκει." (σ.147, 148).
   Όλα αυτά αποτελούν μια συγγραφική αναπαράσταση της λειτουργίας του νου ενός μικρού παιδιού, που στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί την αφηγήτρια.
   Συχνά ξεκινάει ή και κινείται χωρίς να την ενδιαφέρει εκ πρώτης όψεως η σαφή κατανόηση από τον αναγνώστη, και σιγά-σιγά, με τις περιγραφές της συμπληρώνει και διασαφηνίζει μια θολή εικόνα, αφήνοντας στην κρίση μας αυτά που θεωρεί ότι πρέπει. Με άψογες περιγραφές, ενδελεχείς συχνά, που μας παρασέρνουν στην αφήγηση, και έντονη χρήση μεταφορών χτίζει τα διηγήματα, που δεν στερούνται υποθέσεως ως κεντρικού άξονα, αλλά η ανατροπή -όπως αναφέρθηκε- δεν έρχεται πάντα και τα ενδεχόμενα μένουν ανοιχτά.
   Ενίοτε ο ρεαλισμός εγκαταλείπεται και υποκαθίσταται από ένα παιχνίδι οπτικών υποκειμενικών εντυπώσεων, εμμονών, διαταραγμένης ψυχολογίας και μεταφυσικής φαντασίας. Η οπτική γωνία του αφηγητή είναι το καθοριστικό στοιχείο περιγραφής.
   Ελπίζω να φώτισα, έστω και λίγο, τον τρόπο γραφής της Νατάσας Κεσμέτη, που δεν διέπεται από κανόνες, αλλά η ίδια η ύπαρξη και η ιδιοσυγκρασία της συγγραφέως θέτει τις οντολογικές μορφές που κινείται.


Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 75-76, Άνοιξη- Καλοκαίρι 2015, στα πλαίσια των σελίδων για την Νατάσα Κεσμέτη




[1] Νομίζω ότι παρά τις κάποιες διαφορετικές απόψεις πάνω στη χρήση και στις ιδιότητες του όρου, εντούτοις έχει διαμορφώσει κάποια γενικά χαρακτηριστικά, που μας επιτρέπουν την άφοβη αναφορά του.

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Οι μεταφορές στο ποιητικό έργο της Γιολάντας Πέγκλη. Της γλυκειάς πατρίδας και εκλογή ποιημάτων/ Μαυρίδης/ Αθήνα 1996.

   Οι μεταφορές είναι οι μετακινήσεις του νοήματος από το ρεαλιστικά άμεσα εκφραζόμενο σε ένα λιγότερο εμφανές, μέσω κάποιας αντιστοιχίας στις ιδιότητες, στην εμφάνιση ή κάπου αλλού. Χρησιμοποιούνται στον καθημερινό λόγο, στην πεζογραφία, ακόμα και στις φυσικές επιστήμες -για παράδειγμα στα μηχανικά ανάλογα ηλεκτρικών φαινομένων, που αποτελούν με την ευρεία έννοια ένα είδος μεταφοράς.
   Ο κατεξοχήν όμως χώρος χρήσης τους είναι η ποίηση, μια και η συναισθηματική φόρτιση και προσέγγιση, η συχνή γενίκευση του περιεχομένου, η έλλειψη επιστημονικής ακριβολογίας και άλλοι παράγοντες τις ευνοούν.
   Ακόμα πιο έντονη είναι η παρουσία τους στη σύγχρονη ποιητική δημιουργία, μια και επηρεάζονται από τις μεθόδους έκφρασης των καλλιτεχνικών της ρευμάτων, όπως ο υπερρεαλισμός, ο μοντερνισμός, ο μεταμοντερνισμός ή κράματα αυτών, αλλά και από τους γενικότερους τρόπους διατύπωσης.
   Η γραφή της Γιολάντας Πέγκλη συγκαταλέγεται σαφώς και ακραιφνώς στις σύγχρονες τεχνοτροπίες και ώς τέτοια έχει έντονη την παρουσία τους. Όταν όμως αυτές αναμειγνύονται με τη σπασμωδικότητα γραφής, τα κομματιάσματα του ψυχικού πόνου, την αγωνιώδη πάλη για αυτοπραγμάτωση, την υπαρξιακή αναζήτηση, τη νοηματική συμπύκνωση, τις απώλειες, την εξπρεσιονιστική γραφή, την αίσθηση της εγκατάλειψης και ανημποριάς μπρος στην έκβαση των πραγμάτων τής εν λόγω ποιήτριας, οδηγούμαστε σε μια ιδιαίτερη και πολύ έντονη έκφραση των στοιχείων τους.
   Έτσι τα ποιήματά της μοιάζουν με σύνολα από μεταφορές, που μετασχηματίζονται σε ποιητικές εικόνες και νοήματα, ισορροπώντας στη λογική και το συναίσθημα -με τις κυριολεξίες να είναι ελάχιστες. Ο συνειρμός που τις "δένει" με το περιεχόμενο είναι κυρίως νοηματικός και λιγότερο εικονοπλαστικός.

"Ο τόπος μου ό,τι μερεμετίζει μέρα
νύχτα να του το σακατεύουν.
Αν και κοιμάται όπως πεθαίνει.
Κι όπως πλαγιάζει να κοιμηθεί να πεθάνει
το σώμα του σβήσει δε σβήσει το φως
λάμποντας χαιρετά όσα ονειρεύτηκε."

(Σελ.39/ "Της γλυκειάς πατρίδας")

   Μέσα από αυτή την τεχνοτροπία βλέπει την αδικία ("Ημιώροφους να σακατεύουν το μπόι"/ σελ.28), τις ματαιώσεις ("Τέτοιον τόπο που μου πριονίζει την πτήση, ούτε από ψηλά να μην εκπέμπω"/ σελ.25), αυτά που δεν γίνανε ("χορτάριασε η κλειδαριά ακούω ευκρινώς τη λέξη ματαιότητα"/ σελ.30), τις θλιβερές και πολύ αυστηρές για τον εαυτό της διαπιστώσεις ("το όνειρό μου όμως σα να ξεπέφτει σε μια χρυσή μετριότητα"/ σελ.33) -στο σημείο αυτό δεν τη συμμερίζομαι-, παρασυρόμενη σε μια ανακυκλωμένη θλίψη, που αποκαλύπτει ξεγυμνώνοντας τον κόσμο και τον εαυτό της. Έτσι τα ποιήματά της σφύζουν από περιεχόμενο και ποτέ δεν είναι κενόλογα.
   Η ποιήτρια γράφει σχεδόν πάντα στο πρώτο πρόσωπο, έτσι τα περιεχόμενα των ποιημάτων της, άμεσα και χωρίς συγκαλύψεις, αποδίδονται στον εαυτό της και από εκεί και πέρα ο μεταφορικός λόγος τα "πλαταίνει" και τους δίνει την ποιητική τους χροιά.
  Η "πρώτη ύλη" των μεταφορών της είναι πολυποίκιλη, αλλά ας προσπαθήσομε να την ομαδοποιήσομε όσο μπορούμε για να διευκολύνουμε τη μελέτη της.
   Παρατηρούμε την "τσακισμένη φύση" και το φυσικό ως αντιπαράθεση με την απώλεια, τη συντριβή, το τεχνητό και αφύσικο, όπως και τη γενικότερη χρήση των δέντρων, των φυτών και ανάλογων περιγραφών, με τα συναισθήματα που απορρέουν από αυτά: "άλλοτε τοίχος με κάρφωνε η αγάπη πεταλούδα" (σελ.55), "Έγινε φλούδα ο τόπος μου μ' έκλεισε στο δέντρο μου." (σελ.34), "Σαν κάτω από χιλιάδες βαττ σε εικοσιτετράωρη βάση το σώμα μου φρίττει" (σελ.32), "Χρειάζεται ένας φεγγίτης για να ματώσει η ταπετσαρία" (σελ.29), "ο ουρανός με τ' άστρα, η γη με τα λουλούδια, η θάλασσα με τα ψάρια, να τι με τύλιγε τι μ' έντυνε τι μ' έγδυνε" (σελ.50), ολόκληρο το ποίημα "Στα μηχανήματα" (σελ.56).
   Ο εγκλωβισμός, η λύπη, η απελπισία και η οδύνη, με ψυχολογικά ή εξωγενή αίτια, αποδίδεται με όρους φυσικούς: "Όταν περπατούσες στην άμμο/ που κατάκαιγε ο ήλιος..." (σελ.78). Χαρακτηριστικές είναι και οι μεταφορές του νοήματος του καιρού και των εποχών: Της άνοιξης (σελ.128, 129), της βροχής (σελ.122), του ήλιου (σελ.127), του αέρα (σελ.120) και της κακοκαιρίας (σελ.129).
   Αξιοσημείωτο είναι ότι η φύση σπάνια χρησιμοποιείται ως ευφραντικό στοιχείο ή ψυχική ανάταση, όπως για παράδειγμα στον Ελύτη, αλλά κυρίως ώς αντίθεση ή παραλληλισμός με τη θλίψη, το λάθος, την αλλοτρίωση ή το αποτρόπαιο.
   Παρατηρούμε επίσης, σχηματισμένες φράσεις της καθομιλουμένης γλώσσας μας ή από λογοτεχνικά και θρησκευτικά κείμενα να μας παραπέμπουν σε άλλα νοήματα ή να ταιριάζουν με καταστάσεις. Εδώ λαμβάνουν χώρα και μικρές τροποποιήσεις που τις προσαρμόζουν στο ποίημα ή επιδιώκουν την πρωτοτυπία: "Από μνήμης ξεπόρτισα, βρέθηκα ίσα στο σήμερον κρεμάται." (σελ.51), (μας φέρνει στη μνήμη το αντίστοιχο τροπάριο της Μεγάλης Παρασκευής), "Συνηθίζεται, δηλώνεις πλατυποδία, αλλού ο κατεργάρης αλλού ο πάγκος του." (σελ.32), "όταν φωνάζω πορτοκάλι, να κρύβεσαι!/ όταν φωνάζω μανταρίνι, να μη βγαίνεις!" (σελ.73).
   Εδώ κάποτε εμφιλοχωρεί και η θρησκευτική αλληγορία, πολύ έντονη στη συλλογή "Προς Φαρισαίους" (1971) και διασκορπίζεται ώς κάποιο βαθμό σε όλο το έργο της [στη συλλογή "Λάζαροι εν αποσυνθέσει" (1964) και αλλού, "καλά που περνούσε απ' τη σάλα ο Χριστός/ άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει, πρόσταξε," (σελ.52)].
   Στα αποσπάσματα από το "Λέηζερ-Στεφανιαία" (1989) χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη τα περί υγείας και ιατρικής. Σώμα και σωματικότητα αποτελούν τα υποστρώματα έκφρασης της συνολικής ύπαρξης. Η απειλή του θανάτου λειτουργεί ως στροφή προς τα υπαρξιακά ερωτήματα και την αξιολόγηση της ζωής (π.χ. "Τα παράπονα", σελ.52). Εκεί, αρρώστια, ψυχολογία, γεγονότα και κρίσεις ανακατεύονται σε ένα πολυδιάστατο μείγμα. Ο "κόσμος" της ποιήτριας, αλλά και γενικότερα, μοιάζει να νοσεί και τον αντιμετωπίζουν με ψυχρότητα, με μια παράλληλη μάλλον κυριολεκτική αρρώστια του υποκειμένου ("Στα μηχανήματα", σελ.56).
   Βλέπουμε το αίμα σαν ζωογόνο δύναμη, "Ώσπου νάρθει πίσω το αίμα της καρδιάς μου" (σελ.59), σαν φορέα "το αιφνίδιο πέρασε στο αίμα/ και στο κεντρικό νευρικό σύστημα/ άλλες περιοχές διεγείροντας, καταστέλλοντας άλλες." (σελ.60), δρών συστατικό "άλλοτε το αίμα που πειραματίζεται στις αορτές μου/ με σπρώχνει με ξανασπρώχνει στο γκρεμό/ ή και με σώζει" (σελ.64).
   Κάποιες άλλες φορές οι μεταφορές της ξεφεύγουν προς μια σουρεαλιστική οπτική, αποσπώνται ώς ένα βαθμό από τα βαρίδια της λογικής, απελευθερώνοντας το "Εγώ" της (π.χ.σελ.132), καθώς χάνουν την άμεση νοηματική επαφή με το θέμα και στηρίζονται καθαρά στα συναισθήματα και τους συνειρμούς, λειτουργούν αποσπασμένες από την αντιστοιχία, επικρατώντας τα κατατετμημένα νοήματα, οι αγχωτικές μεγάλες προτάσεις και κάποτε τα πεζολογικά στοιχεία. Εκεί πλέον δε μιλάμε για μεταφορικό λόγο αλλά για υποσυνείδητες αντανακλάσεις. Η κορύφωση του φαινομένου είναι στη συλλογή "Μην πατάτε τη χλόη" (1981) και μετά φθίνει, ενώ είναι ανύπαρκτο στις πρώτες της δημιουργίες.
   Αλλού τα συναισθήματα, οι καταστάσεις και οι γενικότερες άυλες έννοιες περνούν σε απτές υλικές εικόνες: "Ζωή που σπαρτάρησε σαν παραθυρόφυλλο και κανείς δεν άπλωσε να την τεντώσει στο μάνταλο, ιδού πως ξεπαγιάζεις τίγκα στα ιδανικά." (σελ.28), "Χρειάζεται ένας φεγγίτης για να ματώσει η ταπετσαρία." (σελ.29), "Τώρα που η συναισθηματική μου κρίση διέσχισε τη σάλα με το ξύλινο πόδι της κι όλοι γύρισαν κοίταξαν, ας κοπιάσουν οι εξουσιοδοτημένοι να με καθίσουν στο σκαμνί." (σελ.31), όλο το ποίημα "Της γλυκειάς πατρίδας" (σελ.35) βρίθει από τέτοιες "ενσαρκώσεις", "Ο τόπος μου άνεμος...", "Ο τόπος μου να σ' αγγίζει με χέρι..." κ.τ.λ. Έτσι μια ιδέα και μια ψυχική κατάσταση βρίσκουν υλικό φορέα, κάνοντας πιο άμεσα τα αφηρημένα.
   Η χρήση παράδοξων ενεργειών ή καταστάσεων μας παραπέμπει άμεσα σε ένα κρυφό νόημα ή άλλοτε απλώς σε συναισθήματα. Η πρωτοτυπία και το ασυνήθιστο διεγείρει και το εκμεταλλεύονται συχνά οι ποιητές -όπως κατά κόρον και η Πέγκλη-, δημιουργώντας καινούριους αισθητικούς δρόμους, που όταν πετυχαίνουν τους στόχους τους, οδηγούν σε "μεγάλη ποίηση".
   "Διαδίδω πως έστω και για τις μέσα τούμπες χρειάζομαι άπλα" (σελ.104), "Η ξηρασία είναι το όρος όπου ασκητεύει/ η άδολη μέρα" (σελ.92).
   Όταν χρησιμοποιεί τον πρώτο στίχο ώς άτυπο τίτλο -π.χ. στη συλλογή "Φεβρουάριος"-, ή όταν αποτελεί ένα δίστιχο ή μονόστιχο -στην ενότητα "Της γλυκειάς πατρίδας"-, τότε αποτελεί την κεντρική μεταφορά, νοηματικής απόδοσης, που απλώνει αλλάζοντας μορφές, ή δίνει τη σκυτάλη σε μια σειρά συνειρμούς. Αλλά και στις άλλες περιπτώσεις που χρησιμοποιείται η κλασική τιτλοδότηση και πάλι η επικεφαλίδα δεν αποτελεί κυριολεξία, παρά μια σύνοψη της σειράς των μεταφορών που θα ακολουθήσουν, που παίρνουν συνάμα και πλήθος άλλων κατευθύνσεων.
   Οι επαναλήψεις λέξεων στον "Φεβρουάριο" είναι εμφατικές και αγχωτικές και σαφώς αφορούν και πάλι τις μετακινήσεις νοημάτων, μοιάζουν μάλιστα σαν να προετοιμάζουν το δρόμο για τη χρήση του υπερρεαλισμού στην επόμενη συλλογή της "Μην πατάτε τη χλόη" (1981), ενώ οι αμφιταλαντεύσεις με τη μορφή αλλεπάλληλων καταφάσεων και αρνήσεων συνεισφέρουν στο ανασφαλές κλίμα.
   Η Γιολάντα Πέγκλη δημιουργεί μέσα από τη θλίψη. Είναι η ποίηση της απογοήτευσης και ορισμένες φορές της νηφάλιας οργής ("Για να κατέβει η οργή στις φλέβες έχω ανάγκη από μαρτύρια", σελ.148), ενώ έντονη είναι και η αίσθηση της ματαιότητας και των υπαρξιακών ερωτημάτων. Θυμίζει τον Καρυωτάκη που αναζητά τρόπους έκφρασης της ψυχικής του καταστάσεως και του άξενου περιβάλλοντος, αλλά σαφώς με πιο μεταμοντέρνο τρόπο, προτιμά να μη γίνεται συγκεκριμένη, να μην εστιάζει σε γεγονότα, να μη δίνει ονόματα και να μην περιγράφει το συμβάν αλλά να το υπονοεί.

   Είναι ένα "Εγώ" που συναισθάνεται και αποδίδει τον κόσμο μέσα από την προσωπική βίωση, υπό την επήρεια της ποιητικής έξαρσης. Το αποτέλεσμα, η ποίησή της να είναι εντελώς προσωπική και σχεδόν πάντα σε πρώτο πρόσωπο∙ σφηνωμένη μεταξύ ουρανού και γης (σελ.140), γεννημένη "κάτω απ' τον αστερισμό του πένθους" (σελ.94), "ένα παιδί που τρέχει πίσω απ' το τόπι" (σελ.65), δεν έχει την απάντηση, έχει ένα χρησμό (σελ.38), μα "Πλην των άλλων χορτάριασε η κλειδαριά", ακούει "ευκρινώς τη λέξη ματαιότητα" (σελ.30). Αυτός είναι ο "μαγικός κόσμος" της σπουδαίας αυτής ποιήτριας.

Πρώτη δημοσίευση: Στον συλλογικό τόμο Γιολάντα Πέγκλη Κριτικές&Μελετληματα στα πενήντα χρόνια της ποιητικής της παρουσίας/ Οι εκδόσεις των φίλων/ 2015

Η κοινωνική ποίηση των Κλειδαρίθμων του Κλείτου Κύρου μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι.

   Ο Κλείτος Κύρου ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, που έχει βιώσει τον εμφύλιο και την ήττα, με την κατάρρευση των ελπίδων, τουλάχιστον όσων αφορούν το άμεσο μέλλον. Αυτή η πίκρα και η απογοήτευση, μαζί με το αλλοτριωτικό κατρακύλισμα της κοινωνίας και των ανθρώπων, επαναστατών και μη, διαποτίζει το έργο του.
Κιβωτός του Νώε

Ήταν και η επανάσταση
Πέρα από κάθε κίνητρο
Μια ιδεώδης διέξοδος

Τόσες ζητωκραυγές
Τόσα όνειρα
Τόσες αστραπές
Πού να χωρέσουν

Ύστερα από την καταστολή
Οι θλιβεροί επιζώντες
Είκοσι χρόνια περιφέρουν
Τα λείψανα της πυρκαγιάς...
   Οι "ανιδιοτελείς επαναστάτες" ("Κιβωτός του Νώε"), μετατρέπονται σε "κουρασμένους επαναστάτες" ("Αναβάπτιση"), "σχέδια καταρρέουν" ("Αναβάπτιση"), καταλήγουν "αφηγήσεις ονείρων" και "επιχειρήματα ηττοπαθών" ("Τελευταίο οχυρό"), με ανθρώπους "περιχαρακωμένους" "εκ του ασφαλούς" ("Τελευταίο οχυρό"). Και οι επίγονοι αναλώνονται σε "επενδύσεις κατεξοχήν επωφελείς" -εννοείται γι’ αυτούς-, "σε μετοχικά κεφάλαια" και "τουριστικές επιχειρήσεις" ("Η καμπή"). Οι άνθρωποι δίχως όνειρα ("Φενάκη"), ανικανοποίητοι και ανούσιοι, "ξεχασμένοι από τον ήλιο", κάθε μέρα είναι σαν να πεθαίνουν, κρεμασμένοι σε "νεόκτιστες οικοδομές" -εδώ υπαινίσσεται τον οικοδομικό μετεμφυλιακό οργασμό-, δίνοντας τον εαυτό τους για "αντιπαροχή", γιατί ταυτίζονται με τις ίδιες τις συμπεριφορές τους, που τους καθορίζουν.
    Η ιστορική αυτή κατάληξη-κατάντια, όπως γλαφυρά περιγράφεται, είναι μια πορεία υλιστικής ευμάρειας, αλλά και ιδεολογικής και πνευματικής παρακμής.
   Η εικόνα της σύγχρονής του πραγματικότητας, που άπτεται και έχει πολλές ομοιότητες με τη δική μας, τον πληγώνει. Τα συναισθήματα που του προκαλεί είναι σιωπηρή θλίψη και αίσθηση αδιεξόδου, καθώς αφουγκράζεται τα "σχέδια για ένα ταξίδι που δεν θα κάνουμε" ("Αντιμετάθεση"). Ενδόμυχοι φόβοι, προσωπικές καταρρεύσεις, απογοητεύσεις, προσωπεία, αντιδικίες, περιοριστικά τείχη, όλα σε μια ποίηση κατά βάση ψυχότροπη, καταγραφή της ιστορικής περιπέτειας μέσα στον προσωπικό κόσμο των ανθρώπων και τις αδυσώπητες επιρροές των συνθηκών και του περιβάλλοντος. Τελικά, το ποίημα "Το δίλημμα", μας θέτει ειρωνικά το ερώτημα αν είναι καλύτερο ένα τοπίο που βράζει, καταστρέφει, χωρίζει άλλοτε συντρόφους, αλλά ξεβράζει "ονειροκατασκευές", ανάμεσα σε συντρίμμια και ακρωτηριάζει δέντρα, παρασύροντάς τα, μαζί με "σκοτωμένα αστέρια" και αποχαιρετιστήριες φωνές -ίσως των ξενιτεμένων∙ παρά η αλλότρια εποχή, με την εκβιομηχάνιση, τις συναλλαγματικές, την ανθρώπινη ομοιομορφία ιδεών και ζωών, που φτάνουν να εύχονται να "ξαναβρέξει", μπας και ξεκολλήσουν από το βάλτο. Το ποίημα μάς παραπέμπει σαφώς στην ιστορική πορεία της μεταπολεμικής Ελλάδος, με τον εμφύλιο, τα αποτελέσματά του, διχασμούς, όνειρα, απογοητεύσεις, αποτυχίες, καταστροφές, υποχρεωτικούς ξενιτεμούς στις Ανατολικές χώρες ή αλλού και τελικά στην ισοπεδωτική κατάληξη της αλλοπρόσαλλα αναπτυσσόμενης χώρας. Είναι μια συναισθηματική αντιμετώπιση, και όχι μόνο, των ευαίσθητων ανθρώπων της εποχής, που βίωσαν τόσες δύσκολες καταστάσεις.
   Ο ίδιος μας ο εαυτός ενίοτε μας μεταμορφώνει, μας κάνει να βλέπουμε τα πράγματα όπως εμείς επιθυμούμε και όχι όπως είναι ( "Φίλτρο"). Τελικά δεν μας αγγίζουν με τη ρεαλιστική τους δύναμη, γιατί δεν είμαστε ούτε εμείς όπως πριν, μας έχει αλλάξει η ίδια η στάση μας. Θα έλεγα ότι το συγκεκριμένο ποίημα δίνει μια μικρή αισιόδοξη νότα στο θλιμμένο ύφος της συλλογής.
   Ο συνολικός τίτλος "Κλειδάριθμοι", μας προϊδεάζει ως προς την κρυπτικότητα του λόγου, που δεν φτάνει όμως σε υπερβολή. Είναι οι κωδικοί που μας απελευθερώνουν εικόνες, ανθρώπινες συμπεριφορές και κοινωνικές καταστάσεις, με έναν τρόπο λογικά ψυχολογικό. Είναι αριθμοί αδυσώπητοι, σαν την πικρή πραγματικότητα, που αγγίζουν όνειρα και παράγουν θλίψεις -και αυτό είναι πολύ επώδυνο. Κατά αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι ο Κλείτος Κύρου είναι σαφώς κοινωνικός ποιητής.
   Όμως υπάρχουν και νησίδες θεματικής αποστασιοποίησης εντός της συλλογής. Η "διολίσθηση", η "Έλξη" και εν μέρει "Το χάσμα" -εδώ υπάρχει και άμεση σύνδεση με το κυρίως θέμα της συλλογής-, φαίνεται να αναφέρονται στη συμπεριφορά των ποιητών. "Τότε η Ποίηση/ Διολισθαίνει απ' το ιερατείο/ Κι ακροποδίζοντας έρχεται/ Δίπλα σου να σταθεί" ("Διολίσθηση").
  Η "Έλξη" είναι αυτή προς την "υψηλή" νοητική έκφραση και τη σαγηνευτική "μαγεία" της ποιήσεως, ενώ μάλλον υπαινίσσεται και την φιλοδοξία των καλλιτεχνών, ως προς την αθανασία του ονόματός τους, "Βιάζονται όλοι να φτάσουν τον ουρανό/ Πριν μετουσιωθούν σε λίθους πολύτιμους/ Απολιθώματα και ορυκτά" ("Έλξη"), οι οποίοι συνωστισμένοι -εδώ αναφέρεται στην πληθώρα ποιητών- βιάζονται με αγωνία να φτάσουν στον ουρανό. Εδώ πρέπει να συμπληρώσουν μόνοι τους το νόημα του ουρανού τους.
   Υπάρχει επίσης αναφορά του έρωτα στα ποιήματα "Παραινέσεις", "Αφθαρσία", "Οι Ερινύες ή το τέλος των άγιων ημερών" και στο "Dream factory", αλλά κάλλιστα θα μπορούσαν να διαβαστούν και ως μια μεταφορά που αφορά την ελκυστική ανάμνηση και νοσταλγία παλιότερων εποχών και ανθρώπων που είναι συνυφασμένοι με αυτές, χωρίς να αποκλείω και την έτερη ανάγνωση. Αυτά φαίνονται σαφέστατα στα δυο τελευταία ποιήματα που αναφέρω, ενώ στην "Αφθαρσία" ίσως να κυριολεκτεί, εκτρέποντας και αναμιγνύοντας όμως το τελικό νόημα, ως προϊόν αποτρόπαιων συνθηκών. Οι "Παραινέσεις" θα μπορούσαν να διαβαστούν και με έκδηλο ερωτικό στοιχείο ή ακόμα και καθαρά ερωτικά. Εδώ νομίζω ότι "παίζει" με την αμφισημία της ποιήσεως, μια και μιλάει για "αφιερώσεις αιώνιας φιλίας ή αγάπης".
   Αλλά πιστεύω ότι υπάρχουν φορές που δεν είναι σωστό να προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε κατά γράμμα την ποίηση, και με αυτήν τη φράση θέλω να τελειώσω το κείμενό μου.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Κοράλλι/ τεύχος 6/ Απρίλιος-Σεπτέμβριος 2015

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

Κοιτώντας μέσα από το πρίσμα των "πιστεύω" Πεζά κείμενα/ Νίκος Καρούζος/ Ίκαρος 1998, 2010


  Ο Νίκος Καρούζος γράφει με γνώμονα το "υψηλό", μιας μορφής ιδεαλιστικό πρότυπο, μια υπέρβαση προς μια ανώτερη φύση, θεία ή ανθρώπινα θεία. Ο λόγος του είναι συμπυκνωμένος και όχι επεξηγηματικός, κάποτε μην αγγίζοντας το συγκεκριμένο, επηρεασμένος σαφώς από την ποιητική του ιδιότητα και από το γεγονός ότι συχνά αναφέρεται στο άφατο, μια και τα επιστημονικά τεκμήρια είναι εκεί ανίσχυρα και οι δογματικές παραδοχές και μερικές φορές το μυστηριακό στοιχείο κάνουν αισθητή την παρουσία τους.
   Παρουσιάζει ιδεολογικό πάθος γραφής, μαχητικό πνεύμα και κάποτε δηκτικό ύφος, χωρίς φανατισμό, αλλά άλλοτε με ανατρεπτική, άλλοτε με υποστηρικτική οπτική. Διαθέτει νεύρο, ενδεικτικό ότι ζει παθιασμένα τη ζωή και τις θέσεις του. Ακόμα και ο τρόπος που έζησε φανερώνει μια ανυποχώρητη στάση, αντικομφορμισμό, προσήλωση στην πνευματική ανάπτυξη και πίστη στην ιδεολογία του. Κρατήθηκε μακριά από κάθε είδος ιδιοκτησίας και μέχρι τον θάνατό του έμεινε σε ένα μικρό νοικιασμένο διαμέρισμα με λίγα χρήματα, εναρμονίζοντας ιδεολογία και ζωή.
   Είναι σαφές ότι το πάθος των θέσεών του εκκινείται από μια ειλικρινή τιμιότητα απέναντι στις ιδέες του, που τις υπερασπίζεται επιχειρηματολογώντας. Άλλωστε αρκετά από τα κείμενά του έχουν δημοσιευτεί  σε εφημερίδες, κάποτε με δοκιμιακό ύφος, που εξυπηρετούν μια τέτοια γλαφυρή και συχνά μαχητική αντιμετώπιση των θεμάτων του, καθώς συχνά καταπιάνεται με φλέγοντα ζητήματα της εποχής μας ή και γενικότερα.
(..."δεν επιβάλλεται", το λέει ο γιατρός η Κτητικότατα, φτάνει να 'χουμε κάποιαν ιδεολογία, να κρατούμε στα χέρια μας κάποιο μπουκέτο "κοινωνικών ιδανικών", έρημοι χωριστά σαν άνθρωποι όσο και στη χώνεψη, φτάνει να 'χουμε το "μαζί" μιας άψυχη δημοκρατίας κι ακόμη περισσότερο μιας απνευμάτιστης "λαοκρατίας", το "μαζί" των πόλεμων και των συρράξεων κάθε μορφής και θηριωδίας.../ σελ.150)
   Η θρησκεία τον διαποτίζει, αλλά όχι με παγιωμένη μορφή. Αποτελεί υπόστρωμα εξερεύνησης, κριτικής και προβληματισμού. Φυσικά, όπως και κάθε θρησκευόμενος, δεν έμεινε μακριά από τις δογματικές παραδοχές, αλλά παρουσιάζει την τάση να προσπαθεί να εκλογικεύσει, άλλοτε να ερμηνεύσει συναισθηματικά, όσο μπορεί περισσότερο, τα θρησκευτικά θέματα και, το σημαντικότερο, να τα προσαρμόσει στην πράξη κάνοντάς τα να λειτουργούν ως οπτική των όντων.
   Ο ανταγωνισμός της υλικότητας και της πνευματικότητας, που υποβόσκει στην χριστιανική θρησκεία, έρχεται να ισορροπήσει στην τέχνη του, τονίζοντας την αναγκαιότητα και των δυο φύσεων που βιώνει η ύπαρξη. "Υποστασική η σχέση του Σκιαθίτη (του Παπαδιαμάντη) με την Ορθοδοξία." (σελ.99), ανάλογη και η σχέση του Καρούζου. Έτσι αναλύοντας στα λογοτεχνικά δοκίμιά του ταυτοχρόνως αυτοαναλύεται. Αρκετές φορές μοιάζει σαν να προσπαθεί να ενοποιήσει τη θεολογική παράδοση θρησκειών και φιλοσοφικών ρευμάτων σε μια οπτική πνευματικότητας, αγάπης και απαγκίστρωσης από την "εμπράγματη δίψα" (σελ.106) -αυτό το τελευταίο μοιάζει πολύ βουδιστικό. Είναι σα να μας τονίζει έμμεσα ότι η αλήθεια είναι μια μα οι εκφάνσεις της πολλές. Έτσι καταφεύγει στον Λάο Τσε (σελ.109), στον Heidegger (σελ.104), στον Αριστοτέλη (σελ.108) και σε πλήθος άλλους, συνδέοντάς τους με τον Χριστιανισμό, που είναι ο κεντρικός άξονάς του, βρίσκοντας ερείσματα στην παγκόσμια και ελληνική λογοτεχνία, όπως στον Baudelaire (σελ.107) και στον Παπαδιαμάντη (σελ.97). Σύμφυτος με τους λογοτέχνες και την αρχαία κληρονομιά της χώρας μας, το πιστοποιεί άμεσα στα πεζά του, για να το αποδώσει στα ποίηματά του.
   Εκεί εντάσσονται τα κείμενά του για τον Φώτη Κόντογλου (σελ.186), τον Γεώργο Θεοτοκά (σελ.183), τον Άγγελο Σικελιανό (σελ.240), τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη (σελ.116) και τόσα άλλα. Σε αυτά βλέπουμε να δίνει πολύ μεγάλη σημασία στο χαρακτήρα και το ήθος, γι' αυτό αξιοποιεί προσωπικές επιστολές, βιογραφίες και αρκετές μαρτυρίες. Ο συνταιριασμός αυτών με το αντίστοιχο έργο των συγγραφέων συνήθως λαμβάνει χώρα (π.χ. σελ.186) και κάποτε παραμένει στο επίπεδο της επικαιρικής ενημέρωσης (π.χ. σελ.173, 183).
   Αξιολογεί μεγάλες προσωπικότητες, όπως ο Καβάφης, ο Παλαμάς και ο Καζαντζάκης και δε διστάζει να αποκαλύψει ελλείμματα τους, όπως η -κατά τη γνώμη του- υπερτίμηση του τρίτου (σελ.173) και η μερική κριτική αστοχία του δεύτερου (σελ.276). Κάποτε μάλιστα νομίζω ότι επηρεάζεται από τις προσωπικές ιδεολογικές και θρησκευτικές του αντιλήψεις και αυτό που συνήθως σε τέτοια μεγέθη είναι καλυμμένο και έμμεσο εδώ είναι απρόσμενα ευθύβολο. Εκεί εντάσσεται το πως αντιμετωπίζει την "πνευματική υλικότητα" και την "εκλαΐκευση των προτύπων" του Νίκου Καζαντζάκη, κατακρίνοντάς τον και αμφισβητώντας την πατρότητα κάποιων υπαρξιακών θέσεών του (σελ. 173-179). Θέλω να παρατηρήσω ότι στο "παγκόσμιο πνεύμα" υπάρχουν πλήθος εκφάνσεις θέσεων, συχνά και παραπλήσιες, που προκύπτουν από τα ανάλογα βιώματα, αλλά σε κάθε περίπτωση παίρνουν τη δική τους μορφή και το ιδιαίτερο νόημά τους.
   Όπως και ο ίδιος λέει[1] δεν επιθυμεί να γίνει κριτικός λογοτεχνίας -αν και εντούτοις εκφράζει και αξιολογικές και τεχνοτροπικές απόψεις-, αλλά κατά βάση αποδίδει αισθητικά και συχνά ιδεολογικά τους συγγραφείς και τα έργα τα οποία καταπιάνεται.
   Είναι, ας πούμε, καλλιτεχνικο-συναισθηματικός εκφραστής της αύρας των λογοτεχνών, γι' αυτό συχνά ο λόγος του γίνεται έντονα μεταφορικός και όχι αρκετά επεξηγηματικός, αλλά πυκνός, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, αναφέρει βιογραφικά στοιχεία χαρακτήρων και συμβάντα.
   Κάνει δοκιμιακή ερμηνεία των θεμάτων του, αλλά η προσέγγισή του είναι συνήθως αισθητική και διαισθητική, αφήνοντας βαθμούς και αναβαθμούς ελευθερίας και συλλήψεως, με έντονο φιλοσοφικό και θεολογικό στοχασμό. Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι αυτό δεν γίνεται με τη χρήση ασάφειας, αλλά με την καθοριστική επέμβαση της αισθητικής πάνω στη λογική και τα επιχειρήματα. Αυτά που διαβάζουμε έτσι δεν τα κατανοούμε απλώς, αλλά τα νοιώθουμε κατανοώντας τα, δρώντας περισσότερο με την ιδιότητα του λογοτέχνη και λιγότερο του επιστήμονα, πατώντας και στα δυο ποτάμια.
   "Τώρα βρίσκομαι στην υπαρκτικήν απόλαυση που προκαλεί η Σωκρατική Συσπείρωση στο μέσα κόσμο, στον ακλόνητο πυθμένα της αλήθειας ή Δροσερό Σημείο, που δέχεται κι αναπτύσσει τη βίωση: Χρέος απ' την Ατομικότητα, την αναφλεγόμενη, προς το Πρόσωπο χιονισμένο μέσα του. Τι πιότερο να ζητήσουμε σ' αυτή την οικουμένη... Τύχη και θάνατος απαλείφονται στο δακρύβρεχτο σύνολο της Ορατότητας. Μα ωστόσο βρίσκομαι ταυτόχρονα σ' έναν περίγυρο που κλείδωσε τη σκέψη στα νεφρά και στη γεύση, παραδόθηκε στην επάρατη ταχύτητα, που μ' αλλοφροσύνη κατεδαφίζει και προσπερνά τις αέναες αποκαλύψεις της Αργής Ουσίας του Χρόνου. Δε σεβόμαστε χάραμα, δε σεβόμαστε νύχτα, τις άδολες παραλίες που θλίβονται και τ' άμοιρα βουνά τα παραπονεμένα, σκουπιδόψυχοι δίχως Έλεγχο, που κύρηξε σ' αυτά τα χώματα ο δοξασμένος χίπι ο Σωκράτης, με όση γαλήνη στο αίμα του, το υπεριστορικό και αναμάρτητο.... Ένα σκότος αλύπητο καλύπτει τα οχτάωρα, την ανάπαυση, τον έρωτα, σ' όλο το πλάτος της Παρουσίας. Ένα σκότος ακατάσχετο γοργοτυλίγει τη θαυμαστή χαράδρα του πνεύματος: τη σωματικότητα. Εμείς προτείνουμε την Αλήθεια στην Πραγματικότητα, η ίδια η Πραγματικότητα είναι κωφάλαλη, Κ' η Αλήθεια που προτείνουμε σήμερα δεν ταιριάζει στην καρδιά μας." (σελ. 149, "Οι πυλώνες του μέλλοντος και το φρικτό ημίωρο").
 Όπως συχνά συμβαίνει στους ποιητές εξάρει την καλλιτεχνική, ψυχολογική, εκφραστική και την άμεσα πρακτική αξία της ποιήσεως, συγκρίνοντάς την με άλλες δραστηριότητες του πνεύματος (σελ.307), ενώ το περιεχόμενο του βιβλίου είναι κατά βάση υπαρξιακό.
   Συνοψίζοντας, λογοτεχνικά δοκίμια, φιλοσοφικές πραγματείες -ή έστω με τέτοια πνοή-, κριτικές προσεγγίσεις και σχόλια είναι τα πεζά κείμενα του Νίκου Καρούζου, που ακολουθώντας τη ρότα των ποιημάτων του προσπαθούν να ξαφνιάσουν, να ερεθίσουν και να εγείρουν και δεν είναι ουδέτερα.

Γρηγόρης Τεχλεμετζής



Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εμβόλιμον 71-72 Άνοιξη-Καλοκαίρι 2014


[1] «Βέβαια, δεν είναι στο δικό μου τρόπο να γίνω κριτικός και να πιάσω και εγώ να λέω ο Λιάπκιν και ο Γιούγκερμαν, αυτά τα πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα του συγγραφέα της αλησμόνητης Χίμαιρας, κι ό,τι άλλο απ’ τη γνήσια πεζογραφία του.», σελ.258, Μιχάλης Καραγάτσης. (Πρόκειται για λάθος αντί του ορθού Μ. Καραγάτσης, που μάλλον αφορά το όνομα Μίτια των Αδελφών Καραμαζώφ). 

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΑ ΠΕΖΟΓΑΡΦΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΕΣΚΟΥ Η καθημερινότητα μιας ολόκληρης εποχής μέσα από προσωπικά βιώματα.

    Τα πεζά του Μάρκου Μέσκου, διαμέσου της μνήμης και της ανάμνησης, βρίθουν από πραγματολογικά και γενικότερα στοιχεία της εποχής λίγο πριν την κατοχή, την κατοχή, τα εμφυλιακά και τα αμέσως μετέπειτα χρόνια. Τέσσερα είναι αυτά τα βιβλία: Παιχνίδια στον παράδεισο/ 1978/ ιδιωτική έκδοση, 1998/ Νεφέλη, Κομμένη γλώσσα/ 1979/ Έρασμος, Μουχαρέμ/ 1999/ Νεφέλη, Νερό καρκάγια/ 2005/ Ίκαρος. Στο πρώτο και στο τέταρτο υπάρχει ελάχιστη ή καθόλου πλοκή, κάτι που μας θυμίζει τεχνικά αρκετά τη γραφή του επίσης Θεσσαλονικιού Γιώργου Ιωάννου, ενώ θεματολογικά και για τα τέσσερα βιβλία, όσον αφορά την χρονική  περίοδο, την πόλη της Θεσσαλονίκης και την περιγραφή της καθημερινής ζωής. Μην ξεχνάμε ότι και εκείνος όριζε τα έργα του ως πεζογραφήματα, κάτι που κάνει και ο Μέσκος στο οπισθόφυλλο του Παιχνίδια στον παράδεισο (1998) και στο Νερό καρκάγια. Το Κομμένη γλώσσα το χαρακτηρίζει ονόματα και ιστορίες, ενώ στο Μουχαρέμ δεν δίνεται κανένας χαρακτηρισμός, ίσως γιατί σε αυτά τα δυο παρεκκλίνει έχοντας και διηγηματικά στοιχεία. Αυτή η άτυπη κατηγορία –ας την πούμε έτσι- μας απομακρύνει από τεχνικές όπως η υποχρεωτικά δομημένη υπόθεση, διλλήματα, χαρακτήρες, δράση, ίσως διαλόγους και τελική ανατροπή, οι οποίες συνήθως συναντιούνται στο διήγημα, ακόμα και αν κάποτε παραβιάζονται.
   Ας περάσουμε στα επί μέρους βιβλία:
Παιχνίδια στον παράδεισο
   Η παιδική ηλικία στην περίοδο 1935-1945, με το πλήθος των αυτοσχέδιων παιχνιδιών, που τους υποβάλλει το περιβάλλον και οι συνθήκες, την ανεμελιά, την παιδικότητα και την «απομάκρυνση» από τα απαίσια της εποχής. Απλά υλικά, πολλά για πέταμα, από τον κόσμο των μεγάλων, χρησιμοποιούνταν από τα παιδιά, φέρνοντάς μας στο νου αντιθετικά τη σημερινή επάρκεια με τα μεγάλα παιχνιδομάγαζα, τα συνεχή δώρα και τον βομβαρδισμό από τη διαφήμιση, που περιορίζουν τη δημιουργική φαντασία, μετασχηματίζοντάς την συχνά σε πιο αφηρημένη, εξωπραγματική και παθητική. Βέβαια τα εν λόγω δεν θίγονται, μια και ο συγγραφέας σαφώς δεν επιδιώκει να διδάξει, εντούτοις έρχονται αυθόρμητα και συνεκδοχικά στο νου μας.
  Άχρηστα πράγματα, κότσια, λάστιχα, μα και ζωντανά, περιστέρια και κατοικίδια, όλα χρησιμοποιούνται από τους μικρούς του χωριού της παιδικής ηλικίας του λογοτέχνη, κάπου στην Έδεσσα, μια και ο κόσμος είναι γι’ αυτά παιχνίδι, συχνά προπαρασκευαστικό για τον μετέπειτα ρόλο τους στον κόσμο, αλλά αθώο, ειλικρινές και διασκεδαστικό. Όπως μας πληροφορούν οι ψυχολόγοι τέτοια είναι οι κούκλες-μωρά και η φροντίδα τους για τα κορίτσια ή ίσως τα στρατιωτάκια και οι κατασκευές για τα αγόρια. Αλλά η πρόθεσή τους είναι καθαρά η διασκέδαση κάτω από τους κανόνες και τις συμβάσεις ενός παιχνιδιού και την άμιλλα, καθοριστικά στοιχεία στην κοινωνικοποίηση και στην ένταξή τους στην ομάδα και επίσης προπαρασκευαστικά για τη μετέπειτα συμβίωση. Έτσι υπάρχουν νικητής, ηττημένος, ποινή, απώλεια ιδιοκτησίας, χαρά, λύπη και ενθουσιασμός.
   Ο σκοπός του βιβλίου είναι και να διασώσει μια σειρά παιχνιδιών μιας εποχής, μαζί με την ορολογία και τη γλώσσα τους και βασικά να «αφηγηθεί ηδονικά». Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι συχνά οι περιγραφές του να γίνονται δαιδαλώδεις και αναλυτικές. Έτσι βλέπουμε στοιχεία για τα αυτοσχέδια παιχνίδια της συγκεκριμένης περιόδου και όχι μόνο. Το βιβλίο μοιάζει ως μια μελέτη γραμμένη σε ελεύθερη αφηγηματική τεχνική, με βιωματικά στοιχεία του συγγραφέα και με το ανάλαφρο ύφος της πεζογραφίας.
   Τα παιδιά μέσα στην εποχή τους μιμούνται στα παιχνίδια τους τους μεγάλους, όπως στις εκρήξεις του κατοχικού καρναμπίτ ή στα κράτη, που είναι αντίκτυπα του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Οι ψυχολόγοι μας πληροφορούν ότι αυτά δρουν έμμεσα ως εκτόνωση της συσσωρευμένης έντασης της πραγματικότητας[1]. Αλλά, «Μετά τις έξι alles kaput, όλοι στα σπίτια. Η νύχτα κινδυνεύει από πολύ σοβαρά παιχνίδια. Κι από το καρναμπίτ ακόμα» (σελ. 81).
   Αξιοσημείωτο είναι το ιδιαίτερο ιδιόλεκτο των παιχνιδιών της εποχής, με σαφείς τόσο τοπικές όσο και τούρκικες επιρροές. Ως γνωστόν, μετά τη μικρασιατική καταστροφή πολλές περιοχές της Μακεδονίας κατακλύστηκαν από πρόσφυγες που κουβαλούσαν την αντίστοιχη κουλτούρα και τη γλώσσα τους, που περιείχε και τούρκικες ή με τούρκικη ρίζα λέξεις. Αλλά και στην περιοχή πριν το 1922 κατοικούσαν αρκετοί Τούρκοι που άφησαν το στίγμα τους. Σταδιακά ο χρόνος διαμόρφωσε τη σημερινή καθομιλουμένη ομοιομορφία. Ο συγγραφέας διασώζει αρκετές ενδιαφέρουσες λέξεις της εποχή του βιβλίου.
   Τελικά η αναγνωστική περιέργεια εδρεύει στην γνωσιολογική περιέργεια και στον αφουγκρασμό της ιδιαιτερότητας και του κλίματος μιας άλλης εποχής και της ανεμελιάς, της αθωότητας και του τρόπου έκφρασης των παιδιών. Το βιβλίο είναι τοποθετημένο χρονικά, τοπικά, θεματολογικά και υφολογικά.



Κομμένη γλώσσα
   Ο πόλεμος ως βίωμα και τα συμπαρομαρτούντα του είναι τα βασικά θέματα του βιβλίου, ενώ στα υπόλοιπα πεζογραφήματά του μετατρέπονται περισσότερο ως φόντο και επηρεάζουν πιο έμμεσα.
   Οι άνθρωποι είναι μέσα στη δίνη των γεγονότων, συχνά έρμαιά τους. Συμμετέχουν, υποφέρουν, αλλά βρίσκουν και χαραμάδες ευτυχίας, μια και η ζωή ρέει, προχωρά, ζητά διεξόδους, ελπίδα και αγάπη.
   Γλυκόπικρη τοιχογραφία θα χαρακτήριζα το βιβλίο. Πικρή λόγω των συνθηκών του πολέμου και του εμφύλιου και γλυκιά εξαιτίας της ανθρώπινης θαλπωρής και συχνά της παιδικότητας των ψυχών. Ξενιτιά, γονική αγάπη και πόνος, θάνατοι, νοσταλγία, φιλία και όλα τα ανθρώπινα με ευθυτενή λυρικότητα χωρίς παραμορφωτικές εξάρσεις.
   Χαρακτηριστικό αυτού του ύφους είναι το απόσπασμα: « Η νύχτα που έγινε το μακελειό έφτασε, όπως τόσες άλλες. Μια κίνηση χάδι από τις καστανιές της άσπρης πέτρας προς την μαύρη απέναντι –αυτή και η πληροφορία: Από ’δω θα περνούσαν οι Πράσινοι, προς τα ’κει θα πήγαιναν» (σελ.40).
   Στο βιβλίο δεσπόζουν η πολύ καλή απόδοση με καθημερινούς όρους της ζωής στην κατοχική και εμφυλιακή επαρχία, ο σχηματισμός του αντάρτικου και η ψυχολογία του πολέμου.     
Μουχαρέμ
   Το Μουχαρέμ έχει έναν αέρα Ανατολής στο χώρο της Θεσσαλονίκης που αναμιγνύεται με τις συνθήκες της πόλεως, την αδυσώπητη μοναξιά και αλλοτρίωση.
   Ο τρόπος που είναι γραμμένα τα πεζά του είναι ο εξής: Διαλέγει ένα θέμα. Περιγράφει μια σειρά προσώπων και ενεργειών ή του περιβάλλοντος χώρου. Η περιγραφή είναι λιτή και περιεκτική[2], με πολύ συγκεκριμένη ρεαλιστική γραφή και οι μεταφορές του ακόμα είναι σαφέστατες, χωρίς περιθώρια, ενώ συχνά τα τμήματά της συνδέονται χαλαρά ή σχεδόν καθόλου μεταξύ τους, αλλά διατηρείται έστω και έμμεσα εντός θέματος. Εκεί ως φυσιολογική απόρροια παρεμβάλλονται και μια σειρά στοιχείων της εποχής, όπως η μετανάστευση, ο εμφύλιος, ο ερχομός των Μικρασιατών στη Θεσσαλονίκη, η αποξένωση, οι πολιτικές διώξεις και άλλα. Τελικά αφού ολοκληρώσει τη «σφαίρα» του θέματος καταλήγει σε ένα συμπέρασμα που δίνεται συνήθως στην τελευταία παράγραφο και κάποτε παίρνει αποφθεγματική μορφή. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι τα αφηγήματα είναι σαφώς σχηματοποιημένα και δομημένα παρόλη τη θεματική και νοηματική τους χαλαρότητα. 
   Οι άνθρωποι διασχίζουν τις εποχές, αλλά και οι εποχές διασχίζουν και διακατέχουν τους ανθρώπους, καθορίζοντας τις ζωές τους, μια και είναι συνυφασμένοι με αυτές. Παλεύουν να ζήσουν, να διατηρηθούν και να ευτυχήσουν ανάμεσα στα γεγονότα, που συχνά είναι θυελλώδη και συνταρακτικά. Το βιβλίο μοιάζει ως εξιστόρηση της ζωής των κοινών ανθρώπων μέσα στην εποχή τους. Απλή καθημερινή διαβίωση, ολιγαρκής και μινιμαλιστική. Ειδικά στο ομώνυμο διήγημα «Μουχαρέμ», που η αφήγηση είναι εκτεταμένη και ξεκινά από το 19ο αιώνα και φτάνει ως τα μέσα του 20ου, η τακτική αυτή είναι εμφανής.
   Τα κείμενα του βιβλίου αυτού προσομοιάζουν περισσότερο από το Νερό καρκάγια και τα Παιχνίδια στον παράδεισο με διηγήματα γιατί παρουσιάζουν στοιχεία όπως: Τα διλλήματα (π.χ. στο «Φανάρι» η σύγκρουση  της πίστης στον Αλλάχ και της ομορφιάς της θάλασσας, που προκαλούσε την Τουρκάλα να κολυμπήσει παρακάμπτοντας τις σεμνοτυφίες), της αγωνίας και του σταδιακού ξετυλίγματος της ιστορίας και τις γνώσεις της αλήθειας, όπως συμβαίνει στον «Κόκορα» σε σχέση με τον παράξενο γείτονα και το ξυπνητήρι του, ενώ αλλού στο «Επισκέψεις» έχουμε το σταδιακό σχηματισμό του έμμεσου συμπεράσματος. Το αποτέλεσμα είναι να διαβάζονται ευχάριστα. 
Νερό καρκάγια
   Αν μπορούσαμε απλουστευτικά και αρκετά αυθαίρετα να χωρίσουμε την πεζογραφία σε αυτή που γράφεται λαμβάνοντας υπ’ όψη τον αναγνώστη και σε εκείνη που είναι έκφραση του συγγραφέα, χωρίς φυσικά να αγνοήσουμε και τις ενδιάμεσες καταστάσεις, το βιβλίο αυτό, περισσότερο από τα άλλα πεζά του Μέσκου, θα έκλινε προς τη δεύτερη περίπτωση. Αυτό καταφανώς συμβαίνει γιατί υπάρχει άμεση επιρροή από την ποιητική ιδιότητά του, μια και η ποίηση είναι η συναισθηματική έκφραση του εγώ. Το γεγονός αυτό φυσικά δεν αποκλείει και την αναγνωστική απόλαυση, απλώς φανερώνει μια πρόθεση που έχει άμεσα και απτά αποτελέσματα στη μορφή και στο περιεχόμενο. Έτσι παρατηρούμε χαλαρότητα πλοκής, παράθεση πολλών ονομάτων, αφήγηση πλήθους συμπεριφορών προσώπων ακόμα και ετερόκλιτων ή χωρίς επαρκείς εξηγήσεις -αν και με σαφήνεια- και στον αντίποδα μια ηδονική ενατένηση των όντων και μια ροπή στην ποιητική λιτότητα εξιστόρησης και περιγραφής, ενώ παρά ταύτα ο μεταφορικός λόγος είναι συγκρατημένος και δε φτάνει σε υπερβολές και τα αφηγήματα είναι «δεμένα» στον ρεαλισμό.
   Ο Μάρκος Μέσκος γράφει για να θυμηθεί και ίσως να μην ξεχάσει. Το βιβλίο του βρίθει από ονόματα και τοπωνύμια, που θα έλεγε κανείς ότι προσφέρουν ελάχιστα στην αναγνωστική απόλαυση, ειδικά όταν παίρνουν μορφή λίστας (π.χ. σελ. 30, σελ. 33) και γράφονται καθαρά με άξονα τον συγγραφέα, όπως δηλαδή συμβαίνει σχεδόν πάντα στην ποίηση. Αυτό που προσφέρουν στο κείμενο, όταν δεν φτάνουν στα όρια υπερβολής, είναι έναν αέρα οικειότητας και καθημερινής ζεστασιάς και κατά αυτή την έννοια έχουν σαφή ρόλο ύπαρξης.
   Είναι όμως και γεμάτο συμβάντα, που συχνά μικρά-μικρά σαν ψηφίδες στοιχειοθετούν το αφήγημα (π.χ. «Ο σταθμός» σελ. 33), ενώ άλλοτε περιφέρονται γύρω από ένα κεντρικό θέμα (π.χ. «Στον μπαξέ του Αλιώτη», «Ο σκύλος τροχονόμος»).
   Τα συνταρακτικά γεγονότα της εποχής στην οποία εκτυλίσσονται αποτελούν παράπλευρα στοιχεία, επιγραμματικά αναφερόμενα, καθώς οι εστιάσεις είναι στην καθημερινή ζωή και στα μικροσυμβάντα της. Έτσι είναι έμμεσα καθοριστικά. Οι άνθρωποι περισσότερο μοιάζουν αδύναμοι μπρος σε αυτές τις καταστάσεις και περιστάσεις.
   Τα κείμενα διασχίζουν ζωές με εκπληκτική ταχύτητα, σχεδόν επιγραμματικά θα λέγαμε, και το αποτέλεσμα προκύπτει από τη συνολική εικόνα των σκιαγραφούμενων ανθρώπων μέσα στο χρόνο. Συνήθως ο χρόνος τρέχει και τα γεγονότα είναι σε fast motion. Μοιάζουν με γραμμές σκίτσων ιστοριών που ολοκληρωμένα έχουν καλλιτεχνική όψη. Η συνειρμική επαναφορά στη μνήμη είναι ο μίτος που οδηγεί την αφήγηση. 
Επίλογος
   Δυο κυρίως στοιχεία αναμιγνύονται στις αφηγήσεις του Μάρκου Μέσκου. Το προσωπικό ή βιωματικό, που υπερισχύει σαφώς και είναι ο κεντρικός άξονας, και το επικαιρικό που βρίσκεται πανταχού παρόν ως φόντο. Τα άτομα που περιγράφονται είναι οι αφανείς ήρωες της καθημερινής ζωής, απλοί και αποτραβηγμένοι ή απλώς αποφορτισμένοι –μέσα στην αφήγηση- από ιδεολογίες και ηρωικά στοιχεία, μικρού ή μεγάλου βεληνεκούς. Υπάρχουν, περιγράφονται και η δράση τους περιορίζεται στα «μικρά» και «καθημερινά». Χαρακτηριστική εξαίρεση αποτελεί ο «Πρακτικός γιατρός» στο Νερό καρκάγια που περιθάλπει αντάρτες εκκινούμενος από τη συμπόνια. Ένα πεζό για το πώς η ανθρωπιά υπερισχύει στις σκοπιμότητες και στο περιβάλλον.
   Λέει πολλά, με μεγάλη ταχύτητα και αναφέρει εξίσου πολλά πρόσωπα και τοπωνύμια μεταφέροντας την αύρα της εποχής, αφήνοντας σε μας τις γενικεύσεις που σαφώς ενυπάρχουν.
   Παντού είναι παρούσα η Μακεδονική επαρχία και η Θεσσαλονίκη και τα βιβλία μπορούν να χαρακτηριστούν ως ντοκιμαντέρ της ζωής μιας ολόκληρης εποχής, τόσο περιγραφικά όσο και βιωματικά. Αυτό είναι και το κεντρικό ακούσιο ή εκούσιο εγχείρημά του.

                                                              Γρηγόρης Τεχλεμετζής



Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Εμβόλιμον", τεύχος 67-68, Χειμώνας 2012- Άνοιξη 2013, στα πλαίσια του αφιερώματος στον Μάρκο Μέσκο.


[1] Χαρακτηριστικά αναφέρει ο Daniel Coleman στη Συναισθηματική νοημοσύνη (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα) για το παιχνίδι που παρατηρήθηκε σε σχολείο της Αμερικής, που τα παιδιά που ήταν αυτόπτες μάρτυρες, αναπαριστούσαν την εισβολή και το μακελειό του παρανοϊκού που σκότωσε πλήθος κόσμου στο σχολείο τους και το πώς δρούσε αυτό καθησυχαστικά!
[2] Μπορούμε να πούμε ότι η «δωρική λιτότητα» που παρατήρησε και η κυρία Λαδογιάννη στην ποίησή του διατηρείται και εδώ (περιοδικό Πάροδος τεύχος 28). 

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Η ΕΡΗΜΟΣ ΚΑΙ Η ΖΟΥΓΚΛΑ/ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΑΜΜΗΣ/ ΑΩ ΕΚΔΟΣΕΙΣ 2011



   Φυλές αντιμάχονται στη ζούγκλα και έμποροι όπλων, τυχοδιώκτες και καιροσκόποι, με την έρημο στην ψυχή τους, πλουτίζουν και τους εκμεταλλεύονται. Κόσμος σκοτεινός, μύχιος, εξωτικός, με έλη, ιαγουάρους, ιθαγενείς, ποτάμια και πιράνχας, που εναρμονίζεται και αντανακλά την ψυχική κατάσταση των ηρώων. Αρχέγονη περιπλάνηση που δεν διστάζει να γίνει ωμή, ακραία και αηδιαστική, απαλλαγμένη από προκαλύψεις και ωραιοποιήσεις.
   Αντιπολεμικό και ενάντιο σε κάθε εκμετάλλευση και με σαφή συμπεράσματα είναι το βιβλίο του Παναγιώτη Ράμμη. Περιγράφοντας έναν κόσμο που βασιλεύουν «ο νόμος του κέρδους», «η επιδίωξη της ηδονής και πάσης φύσεως ευχαρίστηση», «η επιβολή του ισχυρού» και γενικότερα ο αμοραλισμός. Καμία φιλία ή αγάπη δεν είναι σταθερή παρά μόνο το κυνήγι του πλούτου και της απόλαυσης. Μόνο τα ένστικτα, τα πάθη και οι αρχέγονες και συμβολικές εκφράσεις τους μέσα από τα άγρια έθιμα, σμιλεμένα στο «συλλογικό ασυνείδητο», παραμένουν σταθερές εκφράσεις στο χρόνο και είναι πρωταγωνιστές, τόσο στους πρωτόγονους ιθαγενείς όσο και στους εν είδη πολιτισμένους.
   Μέσα από τον πρωτογονισμό των φυλών που περιγράφονται προβάλλεται μια χθόνια πτυχή της ανθρώπινης φύσης και των ακατέργαστων ενστίκτων, άλλωστε μην ξεχνάμε τις μελέτες του Φρόυντ και τον τρόπο που κατέληγαν σε συμπεράσματα. Από την άλλη ο τυχοδιωκτισμός των «πολιτισμένων» έρχεται πότε σε αρμονία και πότε σε δυσαρμονία με αυτόν κάνοντας σαφές ότι η εξέλιξη καθόλου δεν συνεπέφερε στην ηθική και αντιθέτως καλλιέργησε την απληστία και τη διαφθορά. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που γράφει στη σελίδα 49:
« Τελικά αυτό που κατάφερε ο πολιτισμός τόσους αιώνες τώρα, είναι να βοηθήσει τους λαούς να εξοντώνονται με όλο και πιο εξεζητημένους τρόπους. Η ιστορία τελικά δεν τους δίδαξε τίποτα από την φρικαλεότητά της. Όσο οι επιστήμες εξελίσσονται, τόσο οι άνθρωποι βυθίζονται στα ζωώδη ένστικτά τους. Αυτοί οι ημιάγριοι εδώ, που είναι έτη φωτός μακριά από το δυτικό τρόπο ζωής, παραμένουν ίδιοι, αναλλοίωτοι και ειλικρινείς με τη φύση τους.»   Όπως φαίνεται και από αυτό το απόσπασμα ο συγγραφέας συχνά περνά σε άμεσες κρίσεις δοκιμιακού τύπου που παρεμβάλλονται στην κυρίως αφήγηση. Ο τρόπος αυτός δεν ξενίζει γιατί διατηρείται στα πλαίσια του μέτρου και της άμεσης συνάφειας και αποτελεί αβίαστο επακόλουθο της γραφής του.     Το σήμα κατατεθέν της γραφής τού επίσης και ποιητή Παναγιώτη Ράμμη είναι η απογείωση της φαντασίας, εικονοπλαστικής αλλά και νοηματικής, με σύμφυτα ηθικά ερωτήματα. Τραβά την προσοχή και το ενδιαφέρον φτάνοντας συνειδητά στην υπερβολή και την κάποτε στυλιζαρισμένη φαντασμαγορία, κατασκευάζοντας ένα συναρπαστικό και ευχάριστο μύθευμα που είναι άριστα προσαρμοσμένο και αποδιδόμενο εντός της στόχευσής του. Δεν ανήκει στα άνευρα φέρετρα της τελειότητας που συχνά προωθούνται από την κριτική.
   Έχει τα χαρακτηριστικά μιας κινηματογραφικής περιπέτειας, με εκρήξεις φαντασίας άλλα και σαφείς ποιοτικούς όρους. Η σκληρότητα εκφράζεται διαρκώς και απροκάλυπτα, αποδίδει τις θελήσεις και φτάνει συχνά να μας ανατριχιάζει, άλλα τασσόμαστε με το μέρος του ήρωα παρόλα τα σαφή αμοραλιστικά του στοιχεία, κατά έναν  τρόπο που η τέχνη μπορεί να πετύχει, και τον δεχόμαστε έτσι όπως είναι χωρίς να τον εγκρίνουμε.
   Υπάρχουν κεφάλαια που η περιγραφική αφήγηση  εθίμων, εικόνων και συμπεριφορών των ιθαγενών, με τα ξεγυμνωμένα πάθη τους, που αφουγκράζονται τις ενδόμυχες θελήσεις τους και τα ένστικτά τους, διαβάζονται με λαίμαργη λαγνεία ή συγκαλυμμένο αποτρόπαιο πάθος και σίγουρα με περιέργεια.
   Οι τίτλοι των κεφαλαίων του είναι ποιητικοί και φανερώνουν τις γενικότερες προθέσεις του (π.χ. «Ο σπασμένος καθρέφτης και η ευθανασία των ακριδών», «οι ουλές του προφήτη»).
   Η γλώσσα του είναι πολύ προσεγμένη και ουσιώδης. Απέχει επιτυχώς από τον πρόχειρο δημοσιογραφικό λόγο και συχνά μοιάζει η δυναμική της να επιβάλλεται μέσω της πένας του, ακόμα και στην πλοκή και την περιγραφή καθορίζοντάς την.
   Το κεφάλαιο «Μεταμόρφωση» είναι αντισταθμιστικό του κλίματος περιγράφοντας με εκπληκτική αντίθεση μια φτωχή ιδανική κοινωνία, με αγνή ομορφιά. Με την συνεπικουρία του έρωτα φτάνει στην συναισθηματική και ιδεολογική ανατροπή του ήρωα ολοκληρώνοντας το νόημα.       Στο τέλος του βιβλίου οι εικόνες αλλάζουν εντελώς και μετακινούμαστε σε μια μεγαλούπολη στα γραφεία μιας πολυεθνικής-βρικόλακα, με καριερίστες υπαλλήλους στο βωμό του πλούτου. Γίνεται γλαφυρός, δηκτικός, αλλά και αποκαλυπτικός σε σχέση με τις επαγγελματικές σχέσεις του σύγχρονου κόσμου.
   Παρόλη όμως τη γενικότερη μεταστροφή οι συνέπιες των πράξεών του τον ακολουθούν και το τελικό συμπέρασμα είναι άκρως διδακτικό.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικο diastixo (www.diastixo.gr)