Η λίστα ιστολογίων μου

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009

ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΠΕΝΘΗ/ ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΖΑΚΗΣ/ ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ- ΕΥΘΥΝΗ

Ο ποιητής εγκλωβισμένος στο παρελθόν και πληγωμένος, κουβαλώντας το βάρος των παλιών εμπειριών και γεγονότων, διαχέει μια πικρή θλίψη, με έντονα τα αισθήματα τής μοναξιάς, της απομόνωσης, της στασιμότητας, της πλήξης και της εμμονής σ’ αυτά (πχ «Όταν το θέμα επιμένει», σελ7).

Ψάχνει καταφύγιο να κρυφτεί (σελ11) από έναν κόσμο σκληρό και ψυχρό, από ένα βιωμένο σκοτάδι (σελ8), τον τρόμο και την απόγνωση, που τον βυθίζει στη στασιμότητα. Ακόμα και το γέλιο τού δημιουργεί τύψεις, όταν αντιπαραβάλλεται με τη θλίψη τού παρελθόντος και την απαισιοδοξία του μέλλοντος(σελ16). Μέσα όμως από τη στάχτη, τα αδιέξοδα, τα ψέματα και την απελπισία «τριζοβολάει σα σπίρτο το ποίημα», σαν αναστεναγμός, μοναδική διέξοδος ταξιδιού στον αληθινό κόσμο, με τη βοήθεια του νου, που πλανιέται όμως άκληρο (σελ14), αλλά γλυκαίνει το σκοτάδι, τέρπει και ναρκώνει(σελ8), σαν τρόπος έκφρασης και όχι ανατροπής. Είναι ένα πικρό τραγούδι, της ανάγκης καρπός (σελ30), που εργώδης φωτίζει τη ζωή του (σελ25), με παιδική αγνότητα (σελ33), μα δε δίνει την αίσθηση της ελπίδας, παρά ενός ματαιόπονου ονείρου και λυπητερού απελπισμένου μονόλογου και κατακερματισμού. Τα συναισθήματά του ξεκινούν από τη μνήμη, που με την εμμονή της, πυροδοτεί τον ποιητικό λόγο, την αναλαμπή και τη διαύγεια (σελ36,37).

Η ελπίδα χάνεται μέσα στο θρήνο και την απαισιοδοξία («ακτή καμιά ν’ απαρνηθώ τα πράγματα», σελ26 «Αναβάπτιση»), οι προοπτικές ακυρώνονται, τα πάντα γίνονται ξένα και αφιλόξενα και μόνο το «θαύμα» της ποιήσεως μοιάζει να τον συγκρατεί από την ολική καταβύθιση.

Το σκοτάδι και το φως -με την αυθάδεια (σελ8), την αποκαλυπτικότητα και τη λαμπρότητά του-, μια αντιπαλεύουν μια συνυπάρχουν και μια αλληλοσυμπληρώνονται (π.χ σελ8).

Λέξεις και έννοιες που επαναλαμβάνονται ως μοτίβα είναι: νύχτα, φως, πουλιά, φτερά, φεγγάρι, μοναξιά, ταξίδι, παρελθόν και ποίημα.

Αφαιρεί άρθρα από τις προτάσεις του (π.χ «με ζυμώνει ομιλία στην πέτρα» σελ20, «μισός μόνο πουλί» σελ22), άλλοτε μεγαλύτερης και άλλοτε μικρότερης συντακτικής σημασίας, ποτέ όμως δεν αλλοιώνεται το νόημα. Ορισμένες φορές αναστρέφει τις λέξεις και το νόημα σε μια πρόταση, τραβώντας την προσοχή, πετυχαίνοντας οικονομία λέξεων, εγρήγορση τού μυαλού τού αναγνώστη και λυρικότητα (π.χ «πουλιών κλαδιά» σελ17, «της πλάνης προσβολή» σελ14).

Συνολικά διαβάζουμε μια ποίηση ελεγειακή, έντονα συναισθηματική και πηγαία, καταφανώς πιο απαισιόδοξη και θλιμμένη από τις άλλες συλλογές του, εκφράζοντας τις διαψεύσεις και το ανικανοποίητο, ο κόσμος και τα πράγματα τού μοιάζουν ξένα, καθώς δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα, ενώ παρατηρούμε και συμβολικά, μεταφορικά και αλληγορικά στοιχεία. Δείγμα γραφής:

ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΠΛΗΓΕΣ (η)

Σφηνωμένα στα πόρτα τα πλοία μου

πυρπολούν τις ελπίδες τους

βιδωμένος σε φλόγες αδούλωτες

βλέπω πως:

μένει μόνο η ζωή καραβόπανο

σημαδεύει η αρμύρα τής θάλασσας

πόσο λίγο ταξίδεψα-

πόσο μάταια με κρύβει

των χεριών μου το μπάλωμα

Κώστας Ριζάκης/ Τα επόμενα πένθη/ σελ13

Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

Το κίρτινο περπάτημα στα χόρτα/ Τόλης Νικηφόρου/ Εκδόσεις Νεφέλη

Ένα βιβλίο που αντικρίζει τους ήρωές του, τα συμβάντα και την κοινωνία με βλέμμα σαρκαστικό, σκωπτικό, ενίοτε ειρωνικό, μα και κριτικό, με αφηγηματική πλοκή, που κάποιες στιγμές γίνεται αγωνιώδης.

Χρησιμοποιώντας με συντομία κομμάτια αντιδράσεων, συμπεριφορών και σκέψεων των ηρώων του, σκιαγραφεί καταστάσεις με ταχύτητα και ευστοχία και με λιγοστά λόγια αποδίδει «τα μάλα», αρετή που συμβαδίζει και με την ποιητική ιδιότητα τού συγγραφέα. Τακτική του, ως προς τον τρόπο γραφής, είναι να χρησιμοποιεί απρόσμενες εκφράσεις ή καταστάσεις, τραβώντας την προσοχή και το ενδιαφέρον, με φυσικότητα και χωρίς κραυγαλέα υπερβολή.

Ένας τρομοκράτης δολοφόνος, σχεδόν από «χόμπι», ο Άλμπερτ, θέλει να γευτεί την περιπέτεια, τον κίνδυνο και να ρισκάρει, που όμως συνάμα αναγνωρίζει και αγαναχτεί για τη σαπίλα τής κοινωνίας και των προσώπων που εκτελεί, αλλά παραδόξως απομακρύνεται από οποιοδήποτε στόχο. Παραταύτα είναι σα να συμμετέχει σε μια εκ των προτέρων ατελέσφορη κάθαρση, ή έστω μια περιορισμένη και αποτυχημένη προσπάθεια γι’ αυτή, χωρίς όμως να αποτελεί αυτό το στόχο του. Αρκετά πρωτότυπη συμπεριφορά, που συμφωνεί όμως με τη ζωή και τη ψυχολογία του ήρωα που περιγράφεται. Ο συγγραφέας επιχειρεί μια βαθιά χρονικά -από την παιδική ηλικία ως τη νεανική- ψυχογραφική ανάλυση του αυτεξούσιου τρομοκράτη, ζωντανεύοντάς μας, χαρούμενες παιδικές στιγμές, στιγμιότυπα οικογενειακής θαλπωρής, αλλά και διαφωνιών, σκηνές νεανικού έρωτα και φιλίας, γκακστερικές συναναστροφές με μια σύντομη κατάδυση στον υπόκοσμο, που τελικά διαμορφώνουν έναν ασυμβίβαστο και ανήσυχο χαρακτήρα. Ο αιφνίδιος θάνατος των γονιών του, του παππού και της γιαγιάς του, τον τραυματίζουν και τον μετατρέπουν σε τρομοκράτη «άγγελο του θανάτου», που αντικρίζει τα θύματά του για να νιώσει και να βιώσει τις πράξεις του και να εκτεθεί στον κίνδυνο. Είναι ένα «ζωντανό» μα υπόκωφα θλιμμένο και κυνικό παιδί, που του αρέσει η περιπέτεια, είναι επηρεασμένο από γνήσια αναρχικά στοιχεία και έχει έντονη αίσθηση του νεανικού χιούμορ, που μας οδηγεί μέχρι τη χαρμολύπη.

Ψυχογραφικά αντιμετωπίζεται και ο έτερος ήρωας τού έργου, ο δημοσιογράφος φαλάκρας, ο όποίος διαρκώς αυτοσαρκάζεται και αυτοαναιρείται και σαν «κουρασμένο παλικάρι» εκτελεί την εργασία και το ρόλο του.

Και οι δυο ήρωες του ευχαριστιούνται τη ζωή τους, εντούτοις γνωρίζουν πολύ καλά τις αντιφάσεις και τη ματαιότητά τους και από αυτό απορρέει η άλλοτε σπιρτόζα, άλλοτε ράθυμη και άλλοτε ευφραντική ατμόσφαιρα, ενώ η αδικαίωτη επαναστατικότητα τους, μόνο περιστασιακά, με τη θανάτωση χαμερπών προσώπων, βρίσκει κάποια απαραίτητη εκτόνωση, σημαντική και για τον αναγνώστη, αλλά όπως λέει ο Άλμπερτ (σελ 117): «Όσο για το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε, να είσαι βέβαιος ότι θα καλυφθεί πολύ γρήγορα».

Στο πρόσωπο του Άλμπερτ συνυπάρχει η αγγελική ομορφιά και η γαλήνη, με την ένταση, το πάθος και το φόνο, ενώ ο φαλάκρας βρίσκεται διαρκώς συμφιλιωμένος με τις αντιφάσεις του, μεταξύ αυτών που «θέλει» ή «πρέπει» και αυτών που κάνει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται (σελ 32): «Ο συμβιβασμένος με τα ασυμβίβαστα και ο ασυμβίβαστος μέσα στις συμβάσεις του». Έτσι τους παρακολουθούμε να σχοινοβατούν ανάμεσα σε αντίρροπες δυνάμεις, σε μια σχεδόν «Ηρακλείτεια» αρμονία των αντιθέσεων. Στο βιβλίο συνυπάρχουν διαρκώς αντιθετικά ζεύγη σε ισορροπία, που αλληλοτονίζονται, θάνατος- ζωή, θλίψη- χιούμορ, επαναστατικότητα- παραίτηση, μοίρα- τυχαιότητα, ευθύνη- ανεμελιά και στόχοι- ματαιότητα.

Το ανάγνωσμα αυτό μας αφήνει ένα σαφές μήνυμα για την απογοητευτική εικόνα τις κοινωνίας μας, τον αμοραλισμό, την ανοησία, την αισχροκέρδεια, και τη δημοσιογραφική σκοπιμότητα και εκμετάλλευση, που αποτελούν την κινητήρια δύναμή του.

Γρηγόρης Τεχλεμετζής.

Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό INDEX, τεύχος 28 (2009)

Ο χορός του Οσμάν Τάκα/ Κώστας Ασημακόπουλος/ Εκδόσεις Χατζηνικολή





Με φιλοπατρία, λεβεντιά, αλλά και ανθρωπιά




Μέσα από τη ζωή απλών ανθρώπων, κυρίως της εποχής τής τουρκοκρατίας, αλλά και των τελευταίων βυζαντινών χρόνων, αντικρίζονται τα γεγονότα με βάση τον ανθρώπινο αντίκτυπό τους και όχι από την πλευρά τής ψυχρής εποποιίας ή των ιστορικών συνεπειών τους, όχι σε μακροκλίμακα, αλλά σε μικροκλίμακα. Οι ήρωές του είναι καθημερινοί άνθρωποι με αγνό, απλό και βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα και κουβαλούν τις παραδόσεις, ακόμα και τις προλήψεις τής εποχής τους, με συναισθήματα αυθεντικά και βλέμμα ευθύβολο και εύστοχο. Χαίρονται και «δέρνονται» από τη ζωή και τις περιστάσεις, συμμετέχουν στα γεγονότα, αγαπούν και ερωτεύονται σφοδρά και απόλυτα, πονούν και λυπούνται γοερά, κουβαλώντας την αμόλυντη και ανυπόκριτη λαϊκή ψυχή, προβάλλοντας έτσι το μεγαλείο τής ανθρώπινης φύσης. Είναι ως επί το πλείστον πλημμυρισμένοι με ανθρωπιά, αλλά και αποφασιστικότητα, και ακόμα και οι σκληρότεροι, παρουσιάζουν στιγμές ευαισθησίας, αν και δεν αποτρέπονται πάντα από τις λανθασμένες πράξεις τους. Δυναστεύονται από το περιβάλλον και τις συνθήκες (τουρκοκρατία, θάλασσα, τρομοκρατία, κλεφτουριά), σε μια σκληρή εποχή, που το φυλετικό μίσος είναι διάχυτο, που μαλακώνεται όμως και απαλύνεται με τη γνωριμία, την κατανόηση και τον έρωτα. Οι ήρωές του έχουν επίσης βαθιά συναίσθηση τής ανθρώπινης και εθνικής ευθύνης, ζώντας σε ταραγμένες, κρίσιμες και καθοριστικές εποχές, τρέφουν αγάπη για την οικογένεια και την πατρίδα, και ακόμα και αν υποπέσουν ή παρασυρθούν σε σφάλματα, διατηρούν υψηλή ηθική υπόσταση, συνειδησιακές ενοχές και φραγμούς. Συχνά τους ταλανίζουν διλήμματα και καλούνται να λάβουν σημαντικές αποφάσεις, πράγμα που το κάνουν με δυναμισμό και αρτιότητα. Έτσι είναι αποφασιστικοί και «δυνατοί», ακόμα και όταν παρασύρονται ή υποκύπτουν στις συνθήκες ή στις αδυναμίες τους.


Η περιγραφή τής αντρικής λεβεντιάς, των μαχών, του ανθρώπινου πόνου, της ξενιτιάς, του έρωτα, της γονικής στοργής, του θανάτου, του χαμού του συγγενή και των διλημμάτων και των αδυναμιών που σχετίζονται με αυτά, διασχίζουν το χρόνο και την ιστορία, με γλαφυρότητα και ευστοχία, προάγοντας τη διαχρονικότητα χαρακτήρων, συμπεριφορών και στάσεων. Τα ιστορικά γεγονότα αντικρίζονται μέσα από την ανθρώπινη ματιά και τη ζωή των ατόμων που τα βιώνουν και όχι από την αυστηρή, και συνήθως ψυχρή, επιστημονικότητα και αυτό τους δίνει μια ενδιαφέρουσα ξεχωριστή διάσταση, καθώς ο συγγραφέας εκμεταλλεύεται άριστα, το συγκριτικό αυτό πλεονέκτημα του ασαφούς -αλλά και ενίοτε θελκτικού- κατασκευάσματος που λέγεται ιστορικό μυθιστόρημα. Τροποποιεί έτσι παλιές ιστορίες ή μύθους ή οδηγείται σε εκ νέου μυθοπλασίες, πλέκοντας και συνταιριάζοντας τα νοήματα και τα γεγονότα, έτσι ώστε να εξυπηρετηθούν οι στόχοι και τα συμπεράσματα των διηγημάτων του, με πρωτοτυπία και φαντασία. Γι’ αυτό μερικές φορές χρησιμοποιεί το διάλογο ή έναν έμμεσο αφηγητή (διήγημα «Παλίνδρομον»), θέτοντας τα γεγονότα μέσα από τα μάτια τής εποχής των ηρώων του, κάτι που τους δίνει ξεχωριστή διάσταση. Με αυτόν τον τρόπο και με δόσεις παραμυθοποίησης, εν τη ρύμη τού λόγου, διατυπώνει όποια εκδοχή ή παραλλαγή τον εξυπηρετεί. Έτσι οι Αγίες (Αγάπη, Πίστη, Ελπίδα), γίνονται βιασμένες παρθένες και οι σταυροφόροι βιαστές αντικαθιστούν τους Ρωμαίους βασανιστές τους, «ο χορός του Οσμάν Τάκα» βρίσκει τη δική του αιτιολογία και η καρκινική επιγραφή τής Αγίας Σοφίας αλλάζει τόπο.


Η γλώσσα του έχει το άρωμα τής λαϊκής οικειότητας και γίνεται και ιδιωματική, για παράδειγμα σε κάποιο σημείο νησιώτικη, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση τού κλίματος αλλοτινών εποχών.


Πιο συγκεκριμένα, το ομότιτλο διήγημα της συλλογής, είναι βαθιά και αυθεντικά ερωτικό, καθώς το ερωτικό πάθος απορρέει από την περιγραφή αισθημάτων, καταστάσεων και δρώμενων και όχι από απλές δηλώσεις, κενολογίες, μεγαλοστομίες και παραγεμισμένους συναισθηματισμούς.


Στο «Δήμιο» παρακολουθούμε τη σκληρότητα να συνυπάρχει με την τρυφεράδα και τα διλήμματα και οι συνθήκες να διαφθείρουν και να εξαχρειώνουν τον άνθρωπο, αλλά η ανθρωπιά και η κατανόηση να είναι αυτή που τελικά νικά.


Το διήγημα «Του παλιού καιρού», διαδραματίζεται στα χρόνια τής Τουρκοκρατίας, στα οικονομικά ανθηρά Αμπελάκια τής Θεσσαλίας και είναι μια ιστορία με εντυπωσιακή πλοκή, κινηματογραφική θα έλεγα, και απρόσμενες ανατροπές.


Στην «Αλήθεια», η ηθική, η περηφάνια και ο πόνος νικά, ακόμα και τη μητρική αγάπη και καταλήγει σε φόνο. Στα «Πεθαμένα», τα έθιμα και οι προλήψεις κατατρέχουν τους ανθρώπους, η ανθρωπιά όμως βρίσκει τρόπο να εκφραστεί, αλλά η μοίρα σκληρή πέφτει στους ώμους τής ηρωίδας και η τήρηση τού λόγου αναδύεται ως σημαντική αξία.


Στη «Συνάντηση», η μοίρα και οι αφέντες κατακτητές, σκληροί καταδυναστεύουν τους ανθρώπους, μα παρά τη σκληρότητα και την αγριότητα τής μάχης -που περιγράφεται με περίσσια μαεστρία-, θα ξεπηδήσει η ανθρωπιά και η πατρική αγάπη.


Στο «Παδίνδρομον», σε μια κατασκευασμένη ιστορία, με ανάμιξη ιστορικών στοιχείων, ο φόνος γίνεται «αναγκαίο κακό» και εκτελείται από τα χέρια ενός ηγούμενου.


Στο «Στάχτινο καράβι», παρακολουθούμε μέσω της αφήγησης ενός γέρου ναυτικού παλιές ιστορίες να μυθοποιούνται, ένα πλοίο και τον καπετάνιο του να στοιχειώνουν, εξαιτίας αποτρόπαιων παλιών πράξεων και να προσπαθεί να «ξεπλύνει» το κρίμα. Εδώ συνταιριάζονται η Ε΄ σταυροφορία, ο Ελ Γκρέκο και ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄.


Στο «Και το όνομα αυτού...», εξιστορείται το εκπολιτιστικό έργο ενός αγιογράφου και του μικρού μαθητή του στη Ρωσία και αξιοποιώντας την αντιστοιχία του ονόματος «Ανδρέας», πλάθει μια ιστορία που διαδραματίζεται στα τελευταία βυζαντινά χρόνια.


Στο «Άλλο δεν είχε...», η θάλασσα δεσπόζει σαν παντοκράτειρα μοίρα και πλανεύτρα, ενώ το δέσιμο τής οικογένειας την αντιμάχεται, αλλά η μοίρα σκληρή πέφτει στους ώμους των ανθρώπων. Εκφράζεται επίσης ο πόνος της μάνας, λόγω του χαμού των παιδιών της.


Στο «Σφαγμένο», ο έρωτας στα χρόνια τής επανάστασης του 1821, μεταξύ δυο αλλοθρήσκων, ξεπερνά το μίσος και τον κίνδυνο, παρ’ όλο που η σκληρότητα και η καχυποψία οδηγούν στο φόνο.


Στο «Ο Μάρκος κι ο Σαρίφ πασάς», η φιλία, η υποταγή, η ευγνωμοσύνη, σιγά σιγά μεταλλάσσεται σε ομοφυλοφιλικό έρωτα, οδηγώντας σε μια απρόσμενη και ξαφνική ανατροπή το διήγημα. Κατά μια έννοια το διήγημα είναι ένας διαρκής χαμηλότονος υπαινιγμός.


Στο «Του Ισίδωρου και της Παρασκευής», ο έρωτας δυνατός και πλανευτής, καθορίζει το πεπρωμένο των ηρώων, νικώντας οποιεσδήποτε αντιξοότητες και εμπόδια και δημιουργώντας μια ευτυχισμένη οικογένεια φτάνει μέχρι την αγιοσύνη!


Συμπερασματικά, ο Κώστας Ασημακόπουλος ξέρει και χρησιμοποιεί με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο τα πλεονεκτήματα του ιστορικού διηγήματος και μυθιστορήματος, κάτι που έχει αποδεχτεί και το σύνολο τής σύγχρονης κριτικής.



Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό Πάροδος, τεύχος 25 (2009), στα πλαίσια του αφιερώματος στον Κώστα Ασημακόπουλο.

Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ/ ΓΙΟΥΓΚΕΡΜΑΝ

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ

ΓΙΟΥΓΚΕΡΜΑΝ/ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΕΣΤΙΑ»

Με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Καραγάτση, που συμπληρώνονται το 2008 και των τηλεοπτικών μεταφορών των έργων του «Γιούγκερμαν» και «Δέκα», θα κάνω μερικές επισημάνσεις πάνω στο πρώτο από τα δύο έργα, που δικαίως χαρακτηρίσθηκε ως ένα από τα αντιπροσωπευτικότερά του.

Χαρακτηριστική είναι η Φροϋδική αντιμετώπιση του ήρωα, όπου κυριαρχείται από το σεξουαλικό ορμέμφυτο και τον παρορμητισμό. Ο ηδονισμός και οι «πικάντικες» σκηνές του έργου, προσελκύουν το ενδιαφέρον τού αναγνώστη, χωρίς να χάνεται η λογοτεχνική αξία τού κειμένου, σε μια εποχή που το «φτηνό» ρομάντζο κυριαρχεί και εξευτελίζει την εικόνα τής σεξουαλικής μας φύσης. Η τρυφερότητα τής σχέσης του με τη Βούλα, ανασκευάζει την εικόνα της ηδονιστικά ζωώδους φύσης τού ήρωα και τη συνταιριάζει με την πνευματικότητα, δείχνοντάς μας ότι δεν υπάρχει μεταξύ των δύο αντίφαση.

Οι ίντριγκες και οι οικονομικές περιπλοκές, δομούν μια μοναδική υπόθεση, που γίνεται σταδιακά ξέφρενη, τόσο που απορροφά την προσοχή του αναγνώστη.

Η φύση συμπάσχει και γαληνεύει, ενώ ο ήρωας, αν και ενίοτε έκφυλος, διατηρεί μια ιδιότυπη ηθικότητα και αγάπη προς τους άλλους, που σε συνδυασμό με το γενικότερο κλίμα, θυμίζει ατμόσφαιρα «φιλμ νουάρ». Βλέπουμε έτσι ότι ενώ θα μπορούσε να καταστρέψει την οικογένεια Σκλαβογιάννη, βοηθάει στην αποκατάστασή της, ενώ με εξίσου ευαισθησία και μεγαλοθυμία συμπεριφέρεται στη μοιχαλίδα μητέρα του, που τον εγκατέλειψε και στον φίλο του Καραμάνο που τον πρόδωσε.

Πότης και συχνά μέθυσος, συχνά ξεφαντώνει -σε ένα έργο που μας κάνει να αγαπήσουμε τη ζωή-, αλλά και στο τέλος του, οδηγείται στην συμφιλίωση με το θάνατο, που αντιμετωπίζεται ως φυσικό επακόλουθο.

Γρηγόρης Τεχλεμετζής.

Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό index, τεύχος 16 (2007)