Η λίστα ιστολογίων μου

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

ΕΜΠΟΛΕΜΗ ΖΩΝΗ/ ΚΩΣΤΑΣ ΧΕΛΜΟΣ/ ΜΟΡΙΑΣ

Ο ποιητής ζητά και νοσταλγεί την αγάπη, τη γαλήνη, τη φυσική ομορφιά και την απόλαυση τής φύσης, την ανθρώπινη επαφή και την αγνότητα, και αυτά είναι το κέντρο του ψυχισμού του, αλλά και των ποιημάτων του, ενώ συχνά πιστοποιεί πικρές αλήθειες (π. χ σελ32) και διδάσκεται ή διδάσκει μέσω του παρελθόντος, ενώ το ποίημα αποτελεί μια διέξοδο έκφρασης και ένα μέσο μετάδοσης μηνυμάτων, που θα ευφράνει τις ψυχές και θα βελτιώσει τον κόσμο.

Εκφράζει έτσι ψυχικές καταστάσεις και συμπεράσματα, αποστάγματα τής πείρας και των εμπειριών τής ζωής, δοσμένα με περιγραφικό ρεαλισμό, ποιητικές μεταφορές και κάποιες αλληγορίες, με απόλυτα εναργή τρόπο, έτσι ώστε να αγγίζουν τον αναγνώστη, προβληματίζοντάς τον, με βάση το περιεχόμενό τους και όχι τα λογοτεχνικά τους σχήματα, τη συνθετότητά και τα κρυμμένα νοήματά τους, όπως συχνά συνηθίζεται σε άλλου είδους ποιήματα.

Οι μνήμες τού πολέμου διατηρούνται ανεξίτηλες και επανέρχονται ζωντανές στη μνήμη του, μια και σημάδεψαν τη γενιά του και μπορούν να αποτελέσουν διδαχή για μας τους νεότερους, ειδικά με τον έμμεσο τρόπο τής ποίησης.

Η μοναξιά, η απελπισία, το άγχος και η λήθη, κυριαρχούν στην κοινωνία τής «Εμπόλεμης ζώνης», η αγνότητα και τα όνειρα υποχωρούν -ούτε τα θαύματα είναι δυνατά- και δίνουν τη θέση τους στη θλίψη και την απόγνωση, αλλά ενίοτε η ζωή νικά (σελ18) και μέσα από τη συντροφικότητα, ζεσταίνει τις καρδιές των ανθρώπων.

Η παιδικότητα και η αγνότητα, με τις χαρές, το μινιμαλισμό και τις ελπίδες της, αντιπαραβάλλεται δημιουργώντας αντίθεση, με την κατάρρευση και τη σκληρότητα του σύγχρονου κόσμου, όπου οι άνθρωποι ομογενοποιούνται και συγκλίνουν («Συμπτώσεις» σελ7).

Η συλλογή επίσης διαχέεται από διακριτικό θρησκευτικό συναίσθημα και την ελπίδα και την αγάπη που απορρέει από αυτό.

Η ποίηση του Κώστα Χελμού, είναι ένα μέσο για να συνυπάρξει και να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη (σελ 34), να ονειρευτεί και να εκφράσει τον πόνο, τον πόθο και τις ελπίδες του, οδηγούμενος στην εκτόνωση και αφήνοντας μια γλυκιά γεύση τρυφερότητας, ευαισθησίας και αγάπης.

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

EMILY DICKINSON

Η Ψυχή διαλέγει τον δικό της Κόσμο-

Τη Θύρα -ύστερα-σφαλά-

Emily Dickinson [303]

Με αφορμή τα ποιήματα του βιβλίου «Το ανεξάντλητα Σημαίνον»/ Εκδόσεις Ιδεόγραμμα/ μετάφραση Έλλης Συναδινού.

Διαβάζοντας όλο και περισσότερο τα ποιήματα της Emily Dickinson και λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα βιογραφικά της στοιχεία, είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί δεν αναγνωρίστηκε η ιδιοφυΐα της στην εποχή της.

Τα έργα της, θα τους προκάλεσαν έκπληξη και αμηχανία, θεωρώντας τα ελαττωματικά, δεν θα κατάλαβαν τίποτα από την τακτική και τους πρωτότυπους και ανατρεπτικούς τρόπους γραφής της, που θα τους ξένιζαν, ενώ πολλά σημεία, λόγω της υπερβολικής «συμπίεσης» και «ελλειπτικότητας», θα τους φαίνονταν κρυπτογραφικά και αλλοπρόσαλλα, μια και δεν είχαν την εμπειρία των πολλών σύγχρονων ρευμάτων, στοιχεία των οποίων αναγνωρίζονται στο προδρομικό της έργο, και σίγουρα παρέχουν ένα επί πλέον εφόδιο σε έναν μεταγενέστερο αναγνώστη. Όλες αυτές οι δυσκολίες δεν θα τους άφησαν να νιώσουν την πρωτόγνωρη συναισθηματική της αύρα, ούτε να αναγνωρίσουν τις πτυχές του μεγάλου βαθυστόχαστου ταλέντου της, παρ’ όλο που θα τους κίνησαν σίγουρα την περιέργεια. Αυτά σε συνδυασμό με τον αγοραφοβικό χαρακτήρα της και την αδιαφορία της να προωθήσει το έργο της, παρ’ ολίγο να οδηγήσουν στην απώλεια και τη θνητότητα των αριστουργηματικών ποιημάτων της. Θλίβομαι πραγματικά όταν σκέφτομαι και οικάζω πόσοι μεγάλοι συγγραφείς ή καλλιτέχνες «θάφτηκαν» μέσα στους αιώνες, γιατί δε βρέθηκε μια «Λαβίνα» -είναι η αδελφή της, που μετά το θάνατό της ανακάλυψε και προώθησε προς δημοσίευση τα ποιήματά της- ή κάποιος «ανοιχτός» και τίμιος κριτικός για να τους αναδείξει. Αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά μόνο ένα υποθετικό παιχνίδι του νου και μια απώλεία του «τίποτα», μια και δεν μπορεί να χάσεις κάτι που δεν το «έχεις». Τώρα όμως πια, πολλοί μελετητές και αναγνώστες ασχολούνται με το έργο της και εμείς μπορούμε να απολαύσουμε τις ανταύγειες του συναισθηματικού κόσμου της, τις εικόνες και να προβληματιστούμε από τα ανεξάντλητα και ανεξίτηλα νοήματα των ποιημάτων της.

Αρνήθηκε τον έξω κόσμο, έζησε μακριά από κάθε πολιτική και, σε μεγάλο βαθμό, κοινωνική εκδήλωση, ιδίως στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής της, έκλεισε τα αυτιά της στην επικαιρότητα, παρ’ όλο που στην εποχή της ήταν εκρηκτική, δε θέλησε να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια και να δεσμευτεί, γιατί φοβήθηκε την κτητική και περιοριστική ανδρική θέση και αφέθηκε να διαποτιστεί από το εσωτερικό ποιητικό της πάθος, ταυτιζόμενη με το έργο της, που πήρε ένα έντονα προσωπικό χαρακτήρα. Έτσι έκανε τη ζωή της ποίημα. Κάθε στιγμή της εξέφραζε τον παράξενο, ασυμβίβαστο με το συνηθισμένο, ποιητικό της οίστρο, που αποτυπώνεται και στα γράμματά της, που περικλείουν ιδέες, συναισθήματα, αλλά και, πολλές φορές, φράσεις από τα ποιήματά της και μοιάζουν από μόνα τους έργα τέχνης και τεχνικής. Έτσι μια άναρχη δύναμη ωθεί την πένα της. Όπως λέει και η ίδια σε γράμμα της στον Higginson, δεν είχε αφέντη στη ζωή της και όταν προσπαθούσε να οργανωθεί, η λίγη δύναμή της την εγκατέλειπε και την άφηνε γυμνή.

Έτσι τα εκρηκτικά της ποιήματα παρουσιάζουν ξαφνικές, αλλά έντεχνες, παύσεις, ιδέες και εικόνες αφήνονται μετέωρες πάνω στο μυαλό μας και ζητούν τη συμβολή μας και την συμμετοχή μας στην συμπλήρωσή τους, ερεθίζοντας τη φαντασία μας. Αυτό συνεπικουρείται από τη μη χρήση τίτλων, που είναι σχεδόν απαράβατη τακτική της, σε κάποιες μόνο ελάχιστες περιπτώσεις, στα ποιήματα που έστελνε μέσω των γραμμάτων της σε φίλους, διαφαίνονται κάτι σαν τίτλοι, για να διευκολύνουν μάλλον περισσότερο τους αποδέκτες τους. Κάποιοι μάλιστα μελετητές αμφισβητούν εάν θα έπρεπε να θεωρηθούν επικεφαλίδες ή απλώς κάποια αναφορά στο περιεχόμενο (πχ βιβλ 3β).

Το γεγονός όμως αυτό προέρχεται από μια πάγια φιλοσοφική θεώρησή της, η οποία προτάσσει την άμεση εμπειρία έναντι στο σημαίνον των λέξεων και των ονομάτων και έχει ως απόρροια να αντιμετωπίζει τα ποιήματά της ως αυτόνομα κατασκευάσματα και σημαινόμενα και όχι σαν ερμηνείες του κόσμου, γιατί όπως λέει και η ίδια:

Φύση είναι αυτό που ξέρουμε-

Την τέχνη όμως δεν έχουμε για να το πούμε-

Τόσο αδύναμη η Σοφία Μας

Μπρος στην Απλότητά της.

[π 668] σελ 96

Ή όπως φαίνεται στο ποίημα:

Η Παντοδυναμία -δεν είχε μια Γλώσσα-

Το ψεύδισμά του -λάμπει- και του Ήλιου

Τη Συνομιλία -με τη θάλασσα-

Πώς θα γνωρίσεις;

Συμβουλέψου τα Μάτια σου!

[π420] (απόδοση δική μου της τελευταίας του στροφής).

(Ή δες ποίημα [1472] σελ 102).

Κάποιοι μάλιστα μελετητές (βιβλ. 3β) συνδυάζουν τη θέση αυτή με τα λόγια του Σωκράτη στον Κρατύλο του Πλάτωνα

«Η γνώση των πραγμάτων δεν προέρχεται από τα ονόματα... Κανένας άνθρωπος δε θα ήθελε να θέσει τον εαυτό του ή την εκπαίδευσή τού νου του στη δύναμη των ονομάτων.»

Κρατύλος (439β, 440γ)

Θεωρεί τα ονόματα ως φτωχό υποκατάστατο για την άμεση γνώση των αντικειμένων και των φαινομένων, με αποτέλεσμα και οι τίτλοι να είναι ένα ανεπαρκές υποκατάστατο για τη γνώση του ποιήματος και ίσως θα περιόριζαν την εμβέλειά του. Αναφέρεται δε στα ποιήματά της σα να είναι αντικείμενα ή φαινόμενα και όχι λεκτικές αναπαραστάσεις αυτών, μετατρέποντας έτσι τα λόγια σε πράγματα και γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ αισθητικής εμπειρίας και γλώσσας. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα που δίνει ο John Mulvihill (βιβλ. 3β). Ενδεικτικά αναφέρω:

«Σας στέλνω μια Θύελλα και μια Επιτάφιο Επιγραφή -και ένα Γράμμα για ένα Φίλο, και ένα Γαλάζιο Πουλί, για την κυρία Higginson. Συγχωρέστε τα αν είναι αναληθή.»

(L513/ για τον T.W Higginson Αυγ 1877/ απόδοση δική μου.)

«Δεν μπορώ να φτιάξω μια Ινδική Πίπα, αλλά παρακαλώ δεχθείτε ένα Μουρμούρισμα Πουλιού.»

(C770/ για τον Mable Loomis Tond/ Οκτώβρης 1882/ απόδοση δική μου.)

Ο λόγος της διακατέχεται από μια συνεχή αμφιβολία και είναι διαρκώς καινοτόμος και φτάνει σε σημείο να γίνεται έντεχνα απότομος, ανώμαλος και άχαρος, διατηρώντας παρ’ όλα αυτά μια υπόκωφη αρμονία και μελωδικότητα, και συχνά μοιάζει με το τρόπο έκφρασης των σύγχρονων ποιητών. Ο σκεπτικισμός της απελευθερώνει τον αναγνώστη, διαρκώς ξεπηδούν κρυμμένα ερωτήματα και το ύφος της γίνεται άλλοτε παιχνιδιάρικο με χιουμοριστικά στοιχεία (πχ π288, σελ13), δροσερό (πχ π1622 σελ98), ειρωνικό (πχ π1072 σελ22), διδακτικό (πχ π1212 σελ21), πένθιμο (πχ π280 σελ15), πανηγυρικό (πχ π946 σελ20), άλλοτε πλημμυρίζει με εικόνες (πχ π318 σελ64), ενώ κάποτε γίνεται παθιασμένο (πχ π1504 σελ94) ή εγκεφαλικό (πχ π632 σελ54) ή έχει μεταφυσικές αποχρώσεις (πχ π524 σελ59). Κάποια ποιήματά της θυμίζουν το διαλογισμό των ανατολικών φιλοσοφιών, καθώς επιδιώκεται η αυτογνωσία, ο αυτοέλεγχος, η παραίτηση από το «Ατομικό Εγώ» και η έκταση.

Από τον Εαυτό μου -να εξορίσω- Εμένα-

Την Τέχνη αν κάτεχα-

Απόρθητο το Φρούριό μου θα ’ταν

Απ’ όποια Άλλη Καρδιά-

.....

Πώς θα ’χω εφησύχαση

Εκτός καθυποτάσσοντας

Την ίδια τη Συνείδηση;

(Π642 σελ45)

Η φωνή της είναι λυρική και συχνά επικεντρώνεται στον εσωτερικό ανθρώπινο κόσμο και εκκινώντας από τις ατομικές της εμπειρίες και μέσω μιας γενικότερης «ταύτισης», αποκτά καθολική ισχύ. Έτσι συχνά γράφει σε πρώτο πρόσωπο -χωρίς αυτό να σημαίνει υποχρεωτικά ότι το ποίημα αναφέρεται στον εαυτό της, αλλά ίσως σε ένα πρόσωπό που υποτίθεται-, σκιαγραφώντας το δράμα τής ατομικής συνείδησης, τη φύση του πόνου, τους ενδόμυχους φόβους, τις ελπίδες της, τους δισταγμούς και τις ιδέες της, ενώ κάποτε χρησιμοποιεί και πρώτο πληθυντικό (πχ π946 σελ20, π1605 σελ99, π320 σελ51), όταν ευθυγραμμίζεται με κάποιους άλλους.

Μοντέλα που επαναλαμβάνονται στην ποίησή της είναι: φως/ σκοτάδι/ κρύο/ λουλούδια/ μέλισσα ή άλλα έντομα/ διάφορα ζώα/ σώμα/ νους/ ζωή/ θάνατος/ Θεός/ λόφος/ ψυχή/ κορυφές/ και συνδυασμοί αυτών, τα οποία απευθύνονται σε όλες της αισθήσεις, στην όραση (πχ π318 σελ64), στην ακοή (πχ π891 σελ 31), στην όσφρηση (πχ π1397 σελ75) και λιγότερο στην αφή (πχ π315 σελ19, π1072 σελ22), πιστοποιώντας την αξία τους στην κατανόηση του κόσμου. Οι μελετητές χώρισαν τα ποιήματά της, με βάση το περιεχόμενό τους, για να διευκολύνουν τη μελέτη τους, σε διάφορες κατηγορίες. Αυτές που οι περισσότεροι συγκλίνουν είναι: Αγάπη, Θεός, Θάνατος, Φήμη, Χρόνος και Αιωνιότητα, Φύση και Ζωή. Αυτός ο διαχωρισμός ορισμένες φορές δεν είναι απόλυτα σαφής, μια και κάποια μπορούν να αποδοθούν σε παραπάνω από μια κατηγορίες, είτε λόγω ποικιλίας των νοημάτων τους, είτε λόγο αμφισημίας.

Όπως αναφέραμε η Ντίκινσον δεν παντρεύτηκε ποτέ, εντούτοις η φύση και το έργο της συχνά είναι βαθιά ερωτικά. Τα νεανικά της ποιήματα μιλάνε για το ξύπνημα τής ρομαντικής αγάπης, την αναζωογόνηση και την αγαλλίαση που φέρνει (πχ π31 σελ74), τον αιώνιο και απόλυτο χαρακτήρα της (π781 σελ28, π1765 σελ41) και τα βασανιστήρια του χωρισμού και της διάψευσης. Μέσα τους διακρίνεται η έντονη επιρροή του Σαίξπηρ.

Η ζωή της είναι γεμάτη ανεκπλήρωτους έρωτες, ενίοτε με παντρεμένους άντρες, μεγαλύτερους από εκείνη, που παρουσιάζουν έντονη πνευματικότητα, όπως ο ιερωμένος Τσάρλς Γουόντσουερθ (1814-1882), ο εκδότης εφημερίδας και συχνός επισκέπτης στο σπίτι του αδελφού της Ώστιν, Σάμιουέλ Μπούλς (1826-1878) και ο ανώτατος δικαστικός, γερουσιαστής και φίλος του πατέρα της Ότις Φιλιπς Λορντ (1812-1884), ο οποίος ενσαρκώνει ένα πιο υλικό έρωτά της, όταν εκείνη ήταν περίπου πενήντα χρονών και φαίνεται ότι απέκτησε προοπτική γάμου, ο οποίος ποτέ δεν έγινε, ίσως από το φόβο της δέσμευσής της από την ανδρική επιβολή, μέσα στον έγγαμο βίο, στοιχείο που είναι διάχυτο στο έργο της και τον φόβο τής επιρροής του πάνω στην άσβηστη φλόγα τής ποιήσεως της. Αξίζει να αναφέρουμε τα ποιήματα 1072 (σελ22) και 754 (σελ48), που εκφράζουν μια κρυφή οργή και συγκαταλέγονται σε αυτά που οι αναλυτές θεώρησαν ότι έχουν φεμινιστικό περιεχόμενο, ενώ όπως έχει επισημανθεί (βιβλ 3ι), ποιήματά της φτάνουν να θίγουν και θέματα σχετικά με την αντισύλληψη και την έκτρωση (π404), τα οποία αποτελούσαν ταμπού για τη Βικτοριανή ηθική του 19ου αιώνα, έχοντας, όπως εικάζεται, ως εκκίνηση κάποια συμβάντα του στενού της κύκλου (βιβλ 3ι).

Τα ερωτικά ποιήματα και γράμματά της προς τη νύφη της Σούζαν Ντίκινσον, προκάλεσαν αμηχανία και πολλές φορές αποκρύφτηκαν από παλιότερους εκδότες και θυμίζουν σε μεγάλο βαθμό τα λυρικά λεσβιακά ποιήματα τής Σαπφώς. Η αλήθεια είναι ότι όλοι σχεδόν οι έρωτές της, είχαν πλατωνικό περιεχόμενο και φανερώνουν πόσο δεμένη και αχώριστη με την πνευματικότητα ήταν η φύση της. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα 1731 (σελ62), όπου θέτει την ιδεαλιστική αγάπη σε ανταγωνισμό με τη σάρκα και τις ανάγκες της.

Η Αγία Γραφή ήταν από τα βιβλία που την επηρέασαν βαθιά -είναι χαρακτηριστικό ότι βρέθηκαν πολλά αντίτυπά της στο σπίτι της-, εάν και τοποθετήθηκε, αλλά και αισθάνθηκε (π378 σελ42), μακριά από την Εκκλησία, επηρεασμένη μεν από τον πατροπαράδοτο Προτεσταντισμό, αλλά και τις θέσεις του φιλόσοφου και λόγιου Ραλφ Ουάλντο Έμερσον (1803-1882) και αντικρίζοντας τον κόσμο με θεολογικό σκεπτικισμό. Έτσι πολλά ποιήματά της παρουσιάζουν μια πρωτότυπη θρησκευτικότητα και μια έντονη επιθυμία προσέγγισης τού Θείου, που φτάνει να γίνεται αιρετική και βέβηλη (βιβλ 3θ). Παρατηρούμε ιδέες όπως αυτή στο ποίημα 1551 (σελ30), ότι ο Θεός μας εγκατέλειψε, αλλά καλό είναι να μην χάνουμε την πίστη μας, γιατί:

καλύτερα μια φωτιά που καίει άσκοπα

Παρά καθόλου φως-

Ενώ αλλού (π1748 σελ29) αναρωτιέται ρητορικά

Αν δεν πει το μύθο η φύση

Που ο Ιεχωβάς τής έχει πει

Του ανθρώπου η φύση να επιζήσει

Χωρίς ακροατή μπορεί;

Σε κάποια άλλα σημεία διαβάζουμε μια ενδόμυχη αγανάκτηση και ειρωνεία (π827 σελ23)

Τα Μόνα που μαθαίνω Νέα

Είναι Δελτία Ολημερίς,

Απ’ την Αθανασία

...

Αν Άλλα Νέα υπάρξουν-

Η Θέαμα πιο Θαυμαστό-

Θα Σας το ανακοινώσω-

Εδώ μας έρχεται στο νου το θεατρικό έργο του Σάμουελ Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό», με τη συνεχή αναμονή του Θεού (God- Γκοντό), που αναβάλλεται διαρκώς μετά από αλεπάλληλα και ατέλειωτα μηνύματα.

Ο Θεός είναι δημιουργός και μάρτυρας (π155 σελ26), αλλά ταυτόχρονα, πλάγια ή ευθέως, ο ρόλος του αμφισβητείται και υποσκάπτεται, τουλάχιστον με την πάγια εκκλησιαστική Χριστιανική έννοια. Για παράδειγμα στο π674 (σελ70), επισκέπτεται τους ανθρώπου κρατώντας τους «στατικούς»!

Σε πολλά σημεία, ακόμα και σε ποιήματα που το κεντρικό θέμα είναι διαφορετικό, πλανιόνται οι «Ουράνιες Ιδέες» -που γίνονται γνωστές διαισθαντικά (πχ π1052 σελ18)-, ενώ όπως φαίνεται προτάσσεται η ψυχή από το σώμα (π524 σελ59), παρουσιάζοντάς την στην τέλεια-τελική μορφή της να μονάζει. Συχνές είναι και οι Θεϊκές αποκαλύψεις (π352 σελ36, ή στο ποίημα σελ37), ενώ καμπανοκρουσίες, παρομοιώσεις, μεταφορές με σχετικές παραδείσιες εξτασιακά Θείες εικόνες, μας πλημμυρίζουν ιερή έξαψη. Το ποίημα 318 (σελ64), μοιάζει να περιγράφει την πορεία από τη δημιουργία (ανατολή) ως την Δευτέρα Παρουσία (δύση), παρομοιάζοντάς την με την εξέλιξη μιας μέρας, ενώ στο ποίημα 374 (σελ89) σκιαγραφείται ο θελκτικός παράδεισος, με όμως πάλι ένα «αγκαθάκι» αμφιβολίας (Σχεδόν -ευτυχισμένη-/ Θα ήμουνα -μπορεί-), ενώ στο ποίημα 632 (σελ54), εξετάζεται η ποιότητα του Νου ως μέρος τής «Θείας Ιδέας».

Ο θάνατος σχετίζεται με πολλά ποιήματά της, κάποιες φορές περιγράφεται με ονειρικά στοιχεία gothic, θραύσης του λογικού, πόνου, αγωνίας, με εικόνες αβύσσου, σιωπής και νάρκωσης (π280 σελ15) και οδηγεί σε φυσική και διανοητική νέκρωση, αναχώρηση προς το επέκεινα, αποκάλυψη τής τελικής αλήθειας (π469 σελ46) και στη λύτρωση. Η μνήμη και τα χνάρια που άφησαν οι πεθαμένοι είναι ένα μισοφέγγαρο, το άλλο μισό έχει χαθεί, το οποίο ανακαλούμε σε στιγμές θολερές για να μας πλημμυρήσει ως παλίρροια ο χαμένος (π1605 σελ99). Πολλές φορές αναφέρεται στον προσωπικό της θάνατο, στη αίσθησή του και την ταφική αναπόδραστη τάξη και κρίση, τον περιγράφει ανατριχιαστικά, με νεκρική ψυχρότητα, συνδυάζοντάς τον όμως ενίοτε με μια κρυφή λαχτάρα υστεροφημίας (π182 σελ44, 1860) και λίγο μεταγενέστερα (1862), με απελπισία («Χωρίς Κατάρτι, ή μια Ευκαιρία», π510 σελ53), μέσα σε σκηνές ψυχικής διαταραχής και απομόνωσης. Αλλά φαίνεται η συγκαλυμμένη, λιγότερο ή περισσότερο, πεποίθηση, ή η φανερή ελπίδα τής μετά θάνατο αναγνώρισής της, που αφήνεται όμως τυφλά σε μια ανεξιχνίαστη πρόνοια, ίσως προβλέποντας τα μελλούμενα στην καλλιτεχνική εξέλιξη. Εξάλλου αφού απεχθανόταν το κυνήγι της δόξας (π288 σελ13), και εγκλωβισμένη στην απομόνωση και αυτάρκειά της, ίσως να μην είχε άλλη διέξοδο, παρά αυτή την πεποίθηση. Μα «μέσα από το αίσθημα τής ασφυξίας, ξεπροβάλει μια παθιασμένη ανάγκη και έκφραση, για μια ξαφνική αποκάλυψη, η οποία ρυθμίζει την τελική εικόνα του ποιήματος» (βιβλ 5).

Τα ποιήματά της παρουσιάζουν ακαθόριστη χρονικότητα και τοπικότητα, εκτείνοντας έτσι την ισχύ τους, και συχνά η μονάδα μέτρησης των όντων είναι ο χρόνος, που εκφράζεται και ως πνευματική αιωνιότητα, ή έμμεσα με πρωινούς ή βραδινούς χαρακτηρισμούς ή ιδιότητες (πχ π1095 σελ55, π1577 σελ91) ή επισημάνσεις εποχών (π1540 σελ88).

Το επαρχιακό περιβάλλον που έζησε η Dickinson και οι συχνοί μοναχικοί περίπατοί της στην εξοχή, μαζί με τον σκύλο της, έστρεψαν το ευαίσθητο και παρατηρητικό βλέμμα της σε χαρακτηριστικές φυσικές εικόνες και λεπτομέρειες, που ανακατεύονται και αποκτούν σημασίες και αλληλοσυνδυαζονται συχνά εξτασιακά, μα και αντιθετικά. Έτσι συχνά την μαγεύουν η μέλισσα, η πεταλούδα, τα πουλιά, ο άνεμος, η θάλασσα κτλ... που είτε αποτελούν θέματα μιας περιγραφής (πχ π291σελ86, π436 σελ84), είτε με βάση τις ιδιότητές τους επεκτείνουν αλληγορικά τις σημασίες τους (πχ π1246 σελ38, π1242 σελ50, π1763 σελ97) ή αποτελούν εναύσματα λογικών συνειρμών (π155 σελ66).

Ορισμένα ποιήματά της αναφέρονται στις στάσεις και τις σκέψεις της για τη ζωή, άλλοτε σε προσωπικό επίπεδο, άλλοτε σαν γενικότερες παρατηρήσεις, επισημάνσεις ή περιγραφές συναισθημάτων, ψυχικών λειτουργιών και φαινομένων (πχ π1216 σελ33), αλλά πάντα, όπως επισημάνθηκε, παραμένει μακριά από την περιοριστική επικαιρότητα τής εποχής της. Για παράδειγμα στο π76 (σελ14), περιγράφει τον ενθουσιασμό τής επαφής με το πρωτόγνωρο και την παγίωση που επιφέρει ο εγκλωβισμός στη στασιμότητα και την αλλοίωση του αισθητηρίου μας, ή στο π1732 (σελ58) που αναφέρεται σε ένα προσωπικό της συμβάν, γενικεύοντας -όπως συνηθίζει- στη δεύτερη στροφή, ή στο ποίημα 853 (σελ71) που περιγράφει τα αποτελέσματα τής παραίτησης ως προς τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τη ζωή και τους στόχους της, ενώ είναι διάχυτη παντού η ψυχική μοναξιά, η αποξένωση και η εμπειρία τού πόνου (πχ π286 σελ92). Αλλού πάλι, όπως επεσήμαναν και οι μελετητές, διακρίνεται η επιρροή της από τη μυθολογία (πχ π870 σελ101), ενώ οι αυτοκρατορικές (π303 σελ79) ή οι βασιλικές (π754 σελ48) ιδιότητες, αποτελούν πρώτη ύλη αλληγοριών.

Αυτό όμως που ξένιζε πιο πολύ ως προς τα καθιερωμένα της εποχής της, ήταν τα μορφολογικά γλωσσολογικά χαρακτηριστικά των ποιημάτων της. Οι ξαφνικές ασυνταξίες της, πολλές φορές εκλαμβάνονταν ως λάθη και διορθώνονταν στις αρχικές εκδόσεις, ενώ όπως διαπιστώθηκε από μεταγενέστερους μελετητές τίποτα δεν είναι τυχαίο στο έργο της. Οι συχνές αναστροφές στη σωστή σειρά των λέξεων (πχ π1540 σελ88), χρησιμοποιούνται για λόγους έμφασης ή για να τραβήξει την προσοχή, ενώ πολλές φορές οι προτάσεις της μοιάζουν να μένουν ημιτελείς ή να σταματούν απότομα, με συχνές χρήσης της παύλας -που πρώτη εισήγαγε εκτοπίζοντας το θαυμαστικό που χρησιμοποιούσε στα πρώτα της ποιήματα-, δημιουργώντας μια αίσθηση μετεωρισμού ή παρατεινόμενης συνέχειας του νοήματος ή της εικόνας, ενώ κάποτε γίνεται χρήση φαινομενικά λανθασμένων χρόνων στους τύπους των ρημάτων, ξαφνιάζοντας τον αναγνώστη και άλλοτε γράφει με κεφαλαία γράμματα λέξεις κομβικής σημασίας ή για λόγους έμφασης ή ιερότητας ή για να αποδώσει το μέγεθος (Κορυφές σελ71, Μεγάλου Δικαστή σελ90), το βάρος (Μολυβένιες Μπότες σελ15), ή άλλες ιδιότητες. Πιο συγκεκριμένα η Kamila Denman (βιβλ 3γ), λέει για τη χρήση τής παύλας ότι «μοιάζει με οριζόντιο χτύπημα», «σπάει σε τεμάχια το λόγο» και ότι «θυμίζει την κωδικοποίηση των σημάτων Μορς, δημιουργώντας έναν καινούργιο τρόπο επικοινωνίας». Πολλές φορές όλος αυτός ο κατακερματισμός του λόγου, δίνει την αίσθηση ότι προέρχεται από ένα θυελλώδες εκρηκτικό πάθος που εκτινάσσεται φαινομενικά ανεξέλεγκτο, δημιουργώντας έναν λόγο που μοιάζει εύθραυστος και αποδίδοντας έτσι με το δικό της τρόπο τις καταστάσεις του ποιήματος, ενώ ορισμένες φορές χρησιμοποιεί έντεχνα το παράδοξο και την υπερβολή.

Χαρακτηριστικοί είναι και οι τύποι ομοιοκαταληξίας που είναι όμως σποραδικοί στα ποιήματά της, παρ’ όλα όμως αυτά συμβάλουν στη μελωδικότητά τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι ποιήματά της μελοποιήθηκαν και τραγουδήθηκαν από την Sara Mc Gurkin σε ρυθμούς Rock’n Roll!

Α) Η πραγματική (true rhyme), που είναι η γνωστή μας συνήθη ομοιοκαταληξία, δηλαδή «η επανάληψη της ίδιας κατάληξης στις τονιζόμενες και γενικότερα στις συλλαβές των τελευταίων λέξεων, δυο ή περισσοτέρων στίχων έμμετρου κειμένου, έτσι ώστε να δημιουργείται ηχητική ανταπόκριση» (βιβλ 7). Πχ hill/will (π155 σελ26) , when/men (π288 σελ13).

Β) Η παραποιημένη (slant rhyme), που είναι μια «περίπου» ομοιοκαταληξία, δηλαδή είναι μεταξύ των καταλήξεων δυο στίχων που μοιάζουν, αλλά δεν είναι τελείως όμοιες. Πχ need/forbid(π288 σελ13) , you/ too (π674 σελ70).

Γ) Η οπτική (eye rhyme), που είναι η ομοιοκαταληξία που εμφανίζεται με βάση την ορθή ορθογραφία, αλλά δεν συμφωνεί τόσο με την προφορά (κάτι που δεν συμβαίνει στην Ελληνική γλώσσα). Πχ one/stone (π303 σελ79), love/groove (π1767 σελ41). Η χρήση όμως αυτής είναι σπάνια.

Μέρος του έργου της μεταφράστηκε στα Ελληνικά, εκτός από την Έλλη Συναδινού, από τον Ερρίκο Σοφρά, την Άννα Δασκαλοπούλου, τον Διονύση Καψάλη, τον Κώστα Ιωάννου και την Αγγελική Σιδηρά.

Τελικά μετά από μια προσεκτική ανάγνωση και ανάλυση του έργου της, συνειδητοποιείς τον καινοτομικό και προδρομικό λόγο του και το βαθύ ψυχογραφικό, διδακτικό και αισθητικό περιεχόμενό του, ανακαλύπτοντας μια σπουδαία ποιήτρια.

Τεχλεμετζής Γρηγόρης

Βιβλιογραφία

1) The Cambridge History of American Literature. Volume 17, «Later National Literature».

2) 44 ποιήματα & 3 γράμματα. Επιλογή- μετάφραση- σχολιασμός- επίμετρο Ερρίκος Σοφράς.

3) Άρθρα:

α) Emily Dickinson’s Fascicles: Method and Meaning (Dorothy Huff Oberhaus, Pennsylvania University).

β) Why Dickinson didn’t Title. John Mulvihill.

γ) About Dickinson’s use of the Dash. Kamila Denman.

δ) American poems, poetry site (Internet). www.americanpoems.com/poets/emilydickinson. Χρησιμοποιήθηκε ως αρχείο των ποιημάτων της Emily Dickinson στην Αγγλική γλώσσα. Περιέχει επίσης ενδιαφέροντα σχόλια αναγνωστών.

ε) Guidelines for Reading Dickinson’s Poetry. Vender Helen (Poems, Poets, Poetry: An introduction and anthology)

στ) Soul at the white Heat. The Romance of Emily Dickinson’s Poetry. Joyce Carol Oates (Ontario).

η) Άρθρο στο www.lexima.gr. Έμιλυ Ντίκινσον «Η βασίλισσα του Γολγοθά». Μαρία Δέλλιου. (31/5/2005).

θ) Βιβλιοθήκη- 24/6/2005, Ελευθεροτυπία. Άρθρο του Στάντη Αποστολίδη.

ι) Unfasting the Fascicles. The «Nemeless Pod» Miscarriages of Language in Emily Dickinson’s Fascicle 28. Dance Wardrop, Texas Studies.

4) Bolts of Melody. Emily Dickinson, Todd Mabel Loomis (1947)

5) Two Lecture (1973). From Anne to Marianne: Some Woman in American Poetry. Josephine Jacobsen.

6) Emily Dickinson Letters by Tomas Wentworth Higginson. (Αρχεία δημοσιευμένα στο internet).

7) Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Γ Μπαμπινιώτη/ Κέντρο Λεξολογίας.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Πάροδος" τεύχος 26-27

ΠΟΥ ΠΑΜΕ ΜΠΑΜΠΑ;/ ΖΑΝ-ΛΟΥΙ ΦΟΥΡΝΙΕ/ ΜΕΛΑΝΙ

Ένα αφήγημα που αποτελείται από μικρά κειμενάκια, με μορφή στιγμιότυπων ή σύντομων σκέψεων, περιπαιχτικά και στρωτά, έτσι ώστε διαβάζονται με άνεση.

Ο συγγραφέας μιλά για τη ζωή των δυο καθυστερημένων γιων του και του ίδιου, περιγράφοντας έντεχνα καθημερινά συμβάντα, με πικρία και θλίψη, αλλά και με απρόσμενο αφοπλιστικό χιούμορ, ενώ η ειλικρίνεια, η αυτοκριτική και ο αυτοσαρκασμός του, μας κάνουν να τον κατανοούμε και να τον συμπαθούμε, καταφέρνοντας έτσι να μη γίνεται μελό και κουραστικός, κάτι πολύ επικίνδυνο, λόγω του θέματος που αναπτύσσει, σ’ ένα κείμενο με πρωτότυπο γλυκόπικρο τρόπο γραφής, που διαβάζεται ευχάριστα και με ανακούφιση, από εμάς τους μπαμπάδες που έχουμε φυσιολογικά παιδιά. Αυτή η ανάμειξη της αγανάκτησης, της θλίψης και της απελπισίας, με το χιούμορ, την ειρωνεία και τον σαρκασμό, φτιάχνει ένα δυνατό κοκτέιλ συναισθημάτων και στιγμιαίων μεταπτώσεων, που τραντάζει οποιονδήποτε αναγνώστη.

Με τρυφερές σκηνές «αγγίζει» την ψυχή μας και μας συγκινεί, με μια γλώσσα απλή, μα εντυπωσιακά άμεση, και δε διστάζει να κρίνει αιχμηρά την άκομψα αφύσικη στάση των συνανθρώπων του, που προσπαθούν να καλουπώσουν συμπεριφορές και συναισθήματα, ξεσκεπάζοντας σχήματα λόγου και προσωπεία. Υπάρχουν στιγμές που «ντύνει» με τη φαντασία του την ξερή και αναπόδραστη πραγματικότητα και της δίνει απροσδόκητο ενδιαφέρον και χροιά, σοκάροντας, ανατριχιάζοντας ή ευφραίνοντάς μας κατά περίσταση.

Οι χαρές τής ζωής των φυσιολογικών παιδιών και των γονιών τους, αντιπαραβάλλονται με την απώλειά τους, λόγω της καθυστέρησης των γιων του. Αυτή η διαρκής αντίθεση, που κανονικά θα ’πρεπε να γεννά μόνο θλίψη, «ντύνεται» με κωμικοτραγικές καταστάσεις, ευρηματικές σε μεγάλο βαθμό, και με χιούμορ, που ξεκινά από τη σύγκριση του φυσιολογικού και αναμενόμενου, με το ελαττωματικό, αφήνοντας παράλληλα και στιγμιαία, αιχμές για πρόσωπα και πράγματα της επικαιρότητας, κάνοντας έμμεσες κρίσεις που έχουν περισσότερο τη μορφή σκώμματος και εμπλουτίζουν με ενδιαφέρον και ποικιλία το κείμενο, διασπώντας με έναν ακόμα τρόπο την πνιγερή ατμόσφαιρα, που θα αναμενόταν. Ενώ, αν αυτή η μέθοδος παρουσιαζόταν από έναν τρίτο, θα προκαλούσε οργή και θα έμοιαζε με κοροϊδία, εντούτοις επειδή ο αφηγητής είναι ο ίδιος ο πάσχων, δηλαδή ο πατέρας, λειτουργεί σα μια ιδιότυπη χαρμολύπη και κλαψίγελος και μας γεννά συμπόνια και όχι παραφουσκωμένη λύπηση.

Από αυτά και την ευρηματικότητα στον τρόπο που βλέπει τα πράγματα, ξεκινάει η έντονη πρωτοτυπία του αναγνώσματος, που παρ’ όλο τις κάποιες επαναλήψεις, που είναι εντούτοις πηγαίες και έχουν σχέση με τα αχαλιναγώγητα συναισθήματα του αφηγητή πατέρα, ελάχιστες μόνο στιγμές ξενίζουν.

Η ζωή των μικρών αυτών παιδιών, είναι πολύ διαφορετική από τη δική μας και είναι αδύνατον να καταλάβουμε πώς νιώθουν, αφού ακόμα και ο ίδιος ο πατέρας τους είναι ανήμπορος γι’ αυτό. Ο κόσμος και η συμπεριφορά τους, μοιάζει στα μάτια μας σαν ένα αλλόκοτο και ανορθόδοξο θέαμα, σαν ένα αποτρόπαιο αστείο, μέσα σε λύπη και αγανάκτηση, που φτάνει στιγμιαία μέχρι το μακάβριο χιούμορ (π.χ σελ65) και την επιθετικότητα (σελ 66).

Καμιά ελπίδα δε διαφαίνεται και ο αφηγητής δε διστάζει να παίζει με την απελπισία του, ανακατεύοντας ακόμα και το Θεό και την Παναγία, αφήνοντας να διαφανεί μια κρυφή οργή, αλλά λόγω της αυτοβιογραφικής ματιάς του, ως πατέρας δυο ανάπηρων παιδιών που είναι, μας κάνει να βλέπουμε το θέμα με μια τελείως διαφορετική οπτική, συγχωρώντας τον και συμπονώντας τον, χωρίς να παρεξηγούμε την αγανάκτηση, ακόμα και το στιγμιαίο του μίσος.

Κατά τα άλλα, η υπόθεση εξελίσσεται αργά και αβίαστα, πίσω από αυτό το «φόντο», το οποίο δίνει τη μεγάλη αξία στο κείμενο και, όπως πληροφορούμαστε από το αυτί του εξώφυλλου, χάρισε στο συγγραφέα το βραβείο Femina 2008 και εκδοτική επιτυχία στη Γαλλία.

Πρ'ωτη δημοσίευση: Περιοδικό "INDEX" τεύχος 33

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΩΝ/ ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ/ ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ

Ο «πλούσιος» κόσμος του Τόλη Νικηφόρου

Ο Τόλης Νικηφόρου αγαπά τη ζωή και τις μικρές και μεγάλες απολαύσεις της και βρίσκει διαρκώς διεξόδους και ενδιαφέρον σε διαφορετικά πράγματα, βλέποντας διαρκώς γύρω του έναν κόσμο συναρπαστικό και αξιόλογο -με τα δευτερόλεπτα να κυλούν «αποτρόπαια ως γοητευτικά» (σελ 160)-, που τον μαγεύει, αλλά η αίγλη των όντων φαίνεται να είναι παροδική και όλα αντικαθίστανται διαρκώς με καινούργιους αναζωογονητικούς ερεθισμούς. Ένα όμως από τα σταθερά σημεία στη ζωή του είναι η σύντροφός του, που χωρίς αυτή, ο αφηγητής θα έμοιαζε σαν «φτερό στον άνεμο».

Ο βαθύς προσωπικός τόνος του συγγραφέα δεσπόζει στη βιωματική αφήγησή του και μας κάνει να τον αισθανόμασται σα δικό μας άνθρωπο. Έτσι φαίνεται ότι γνώρισε μια ζωή πλούσια σε εμπειρίες, όπως λέει και ο ίδιος (σελ 212), η οποία τον καλλιέργησε και τον δίδαξε και διακατέχεται από τις σταθερές αξίες τής αγάπης, της φιλίας, πρόσκαιρης ή μη, της συναδελφικότητας, του ανθρωπισμού και της δημοκρατίας. Όλες αυτές τις εμπειρίες και τις σκέψεις του μας τις μεταφέρει στο βιβλίο του, παίρνοντας ταυτόχρονα θέση πάνω στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, ευθέως και χωρίς περιττές περιφορές. Έτσι μας ταξιδεύει, είτε χρησιμοποιώντας τη φαντασία, είτε με την άμεση αφήγησή του, σε πλήθος τόπους συνήθειες και συμπεριφορές, συναρπάζοντας με την ποικιλία των περιγραφών, ικανοποιώντας την περιέργειά μας και τη δίψα μας για μάθηση, η οποία μάλιστα καλλιεργείται και επεκτείνεται από το ίδιο το έργο, ενώ άλλοτε αποδίδει τα συναισθήματα και τις ιδιαιτερότητες διαφόρων ανθρώπων. Έτσι γίνεται ψυχογραφικός, με τη διαρκή ανάλυση της ζωής και της συμπεριφοράς διαφόρων περιφερειακών του προσώπων, λιγότερο ή περισσότερο κοντινών, σκιαγραφώντας μας ένα μωσαϊκό της κοινωνικής πραγματικότητας, της Αγγλίας, της Θεσσαλονίκης και γενικότερα της Ελλάδας της δεκαετίας του εβδομήντα.

Το Λονδίνο από πόλη πρωτόγνωρα μαγική, που υπόσχεται τη λύτρωση από την ανοησία και την καταπίεση της χούντας, μετά από μια περίοδο ανέχειας και ανοχής, η οποία όμως δεν εμποδίζει τη διασκέδαση και την απόλαυση μέσα από τα απλά καθημερινά πράγματα, όπως μια βόλτα σε ένα καταπράσινο πάρκο ή την παρατήρηση συμπεριφορών και ενδιαφερόντων των συνανθρώπων του, μεταλλάσσεται σταδιακά σε κορεσμό και απέχθεια και συμβάλλει στη γέννηση της ασυγκράτητης νοσταλγίας για την Ελλάδα και τα οικεία συγγενικά του πρόσωπα. Μέσα από αυτήν την αφήγησή του θίγονται επίσης και τα προβλήματα της μοναξιάς της σύγχρονης κοινωνίας του Λονδίνου, που τόσο μας θυμίζουν τη σημερινή Ελλάδα. Μετά μας «προσγειώνει» στην Ελλάδα της επιστράτευσης, με έναν ελληνικό στρατό σε αποδιοργάνωση και προχειρότητα, που περιμένει μια πιθανή εμπλοκή με την Τουρκία και οι δύσκολες και αγχώδεις εκείνες καταστάσεις οδηγούν τους ανθρώπους σε συναδέλφωση και διαχρονική φιλία. Στη συνέχεια έρχεται η μεταπολίτευση της ρεμούλας. Ο αφηγητής βρίσκει διέξοδο απόλαυσης στο χαρτί και με αφορμή αυτό μας περιγράφει το φάσμα των θαμώνων ενός καφενέ, με την χαρτοπαιξία ως απαραίτητη εκτόνωση από τη μονοτονία της καθημερινής εργασίας, καθώς μικρή σημασία έχει το κέρδος και μεγαλύτερη η απόλαυση του παιχνιδιού, ενώ μέσω αυτής εκφράζεται και ο χαρακτήρας των παιχτών ή έστω κάποιες ενδείξεις γι’ αυτόν.

Μέσα από τα μάτια του Τόλη Νικηφόρου παρατηρούμε τον κόσμο με βλέμμα ευαίσθητο μα και ασυμβίβαστο και διεισδυτικό, που αρνείται τη στασιμότητα και σιχαίνεται την ατιμία και την υποκρισία και σαρκάζει έντονα τη «λογική» και τα «ιδανικά» της χούντας.

Υπό ένα άλλο πλάνο, η ανία και το άγχος της καθημερινής υπαλληλικής εργασίας φαίνεται να καταπνίγει κάθε ελεύθερη έκφραση, κάτω από την ανάγκη του βιοπορισμού και να οδηγεί τον αφηγητή σε έναν ανούσιο ρόλο, σε αντιπαράθεση με αυτό που πραγματικά θα ήθελε να κάνει. Αντίδραση σε αυτά είναι η τέχνη, η συγγραφή στην προκειμένη περίπτωση, και όσα αυτή προάγει. Όπως εύστοχα και με δόσεις ποιητικής διάθεσης -μη ξεχνάμε ότι ο συγγραφέας είναι και ποιητής- περιγράφει στη σελίδα 116 «Τρέφομαι με τη λάμψη στο βλέμμα των παιδιών, φορτίζομαι όπως ο χαλαζίας από το φως που εκπέμπουν. Ξέρετε είμαι ένας εφευρέτης, ανακαλύπτω κάθε στιγμή πώς θα ’πρεπε να είναι η ζωή, είμαι ένας νοσοκόμος που μεταγγίζει την ουτοπία στις φλέβες σας και σηκώνεστε άλλος άνθρωπος απ’ το κρεβάτι, απ’ το γραφείο, από την καθημερινή ηλεκτρική καρέκλα.»

Υπάρχουν στιγμές που ο σαρκασμός και η ειρωνεία παντρεύεται με ένα χαμηλότονο υπόκωφο περιπαιχτικό χιούμορ, που σπάει απότομα τη σοβαρότητα και που στιγμιαία γίνεται εντονότερο. Οι διαρκείς επαινιγμοί και οι σύντομες αναφορές, αποδίδουν πλήθος πραγμάτων σε λίγες μόνο αράδες και οδηγούν σε παραπέρα προβληματισμούς, συμπεράσματα και υποθέσεις, ενώ δίνονται συχνά έμμεσες πληροφορίες μέσα από διαλόγους ή παράπλευρες αφηγήσεις, για παράδειγμα για τον τόπο για το χρόνο αφήγησης ή για τις συνθήκες που επικρατούν.

Συνολικά έτσι παρακολουθούμε ένα βιβλίο με ποίκιλες αποχρώσεις, συναισθηματικές, ιδεολογικές και ψυχαγωγικές, που κερδίζει την συμπάθεια και το ενδιαφέρον μας.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Πάροδος" τεύχος 29,στα πλαίσια του αφιερώματος στον Τόλη Νικηφόρου.

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΑΙΝΕΙΑ/ ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΖΑΚΗΣ/ ΠΑΡΟΔΟΣ

Ο Αινείας έφυγε ηττημένος από την Τροία και μετά από περιπέτειες έκτισε μια νέα πόλη, τη Ρώμη, που σε ύστερο χρόνο γνώρισε δόξα και λαμπρότητα. Αυτή την πορεία ακολουθεί η πνευματική περιπέτεια του Κώστα Ριζάκη, που πληγωμένος από το παρελθόν, ξεκινάει μια πνευματική περιήγηση για να λυτρωθεί, ματώνοντας στην προσπάθεια του να αγγίξει τις πληγές του, αλλά νιώθοντας την επίμονη ανάγκη να εκφράσει την ψυχή του και οδηγούμενος, ίσως, σε ένα απώτερο μέλλον.

Ο ποιητής απαρνείται σταδιακά τον εξωτερικό κόσμο και στρέφεται προ τα έσω, στην ανεκτίμητη σχέση με τη μάνα, στα πληγωμένα ποιήματά του, στην επιμονή στη μνήμη και στην παιδική αγνότητα. Η πολύαισθητική και πολύφασματική προβολή των θεμάτων του, μας επιβάλει την ποιητική απόλαυση, με εικόνες, μεταφορές, παρομοιώσεις και αλληγορίες. Είναι κατά αυτή την έννοια πλούσια σε αποχρώσεις και εντυπώσεις, χωρίς να είναι πομπώδης και μεγαλόστομη, ενώ συχνά είναι τα συνταιριάσματα φυσικών στοιχείων με ψυχικές καταστάσεις ή ιδιότητες (π.χ «μνήμης αετός», σελ7, «οι πιο δικές μου ρίζες», σελ7, «της μαύρης μου ελπίδος φτερά», σελ17).

Βασικός του στόχος δεν είναι η λογική, η οποία κινητοποιείται σε δεύτερο χρόνο, αλλά να εκφραστεί μεταδίδοντας συναισθήματα και ξετυλίγοντας εικόνες, μας κάνει να «πλησιάζουμε» και να «νιώθουμε» τα όντα, παρά να τα καταλαβαίνουμε, αλλά η συναίσθηση αυτή οδηγεί αυτόματα στην κατανόηση και μόνο τότε μπορούμε να πούμε ότι η γνώση είναι ουσιαστική και εποικοδομητική. Τα σχήματα θολώνουν, τα περιγράμματα σβήνουν, με αφαιρετική μέθοδο, τα λόγια προσωποποιούνται (π.χ σελ18 «τα λόγια με γέρνουν») και τα συναισθήματα παίρνουν πρωταρχική σημασία, ο ποιητής γίνεται ποίημα («οι νύχτες μου γίναν τα ποιήματα/ λευκά των ματιών πουλιά», σελ17) και μέσα του οι λέξεις πληγώνουν και πληγώνονται και η λάμψη τής έμπνευσης κυριαρχεί, εκτοπίζοντας το νου. Η ποίηση της συλλογής μοιάζει αυθόρμητη, χωρίς να «σκαλώνει», μας μεταδίδει την αγωνία και το άγχος τής κυοφορίας της δημιουργίας, την προσπάθεια να εκφραστεί το ανείπωτο των συναισθημάτων («μια και επιμένω στη θολή του σχήματος ανάγκη», σελ19), με οδηγό τις εκλάμψεις τής έμπνευσης. Έτσι σκιαγραφεί ονοματίζοντας τα πράγματα, με λέξεις και εκφράσεις, μέσα από τα ποιήματα, με το πάθος και την ψυχή του («να σε ονομάσω ζήτησα λοιπόν/ ως άχνιζε του στήθους κεραυνός», σελ20), περνώντας δύσκολες στιγμές (σελ19), πληγώνοντας και ματώνοντας.

Η μνήμη, είτε ως λειτουργία, μα πρωταρχικά ως «αποθήκη» εντυπώσεων, σαν βυθός πραγμάτων, ως κελί που τον «δένει» με το παρελθόν, κρύβει το θησαυρό τής ψυχής του και λειτουργεί ως «πηγή»¨, που φέρνει στην επιφάνια ναυάγια και θραύσματα.

Η ψυχή του ποιητή διασχίζει τη ζωή του, έχοντας ανεξίτηλο πάνω της το χάδι και τη φροντίδα τής μάνας, που με την τρυφερότητα, τη φροντίδα και τη γενικότερη παρουσία της, «ζεσταίνει» το ποίημα.

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό τής συλλογής, αλλά και γενικότερα των ποιημάτων του, είναι η έλλειψη σημείων στίξης, που δε δημιουργεί όμως νοηματική σύγχυση, μια και οι προτάσεις, κύριες ή δευτερεύουσες, καθορίζονται με φυσικότητα από την αλλαγή στοίχου, συμβάλλοντας στο ρυθμό και μόνο η χρήση της παύλας διαχωρίζει επιπρόσθετα το λόγο ή μεταδίδει μετεωρισμό ή δίνει έμφαση. Η τεχνική αυτή συνεχίστηκε και στις επόμενες συλλογές του, ενώ στο «Τα επόμενα πένθη» προστέθηκε σε ελάχιστες περιπτώσεις η άνω και κάτω τελεία. Δείγμα γραφής:

με τον τρόπο του Αινεία

ως και η ψυχή μου χώνεψε

στα περιγράμματά τους

μια που επιμένω στη θολή του σχήματος ανάγκη

προετοίμασα το χώρο μου σε δύσκολες στιγμές

ήλιου προσφιλέστερες εκλάμψεις ν’ αναδίνουν

συχνά αγκάλης μητρικής την άχνα να σκορπούν

ολόκληρα ένα χάδι ανέστησα τα πράγματα

έτσι απαλά ν’ αγγίζετε στην ηδονή ριγώντας

της λείας επιφάνειας υποψιασμένοι ασφαλώς

πως μόνη η επαφή αρκεί να ρίχνει στο βυθό μου

βραχνής φωνής στηρίγματα εγκόσμιες ρυτίδες

να ασελγώ στην ψυχή σας

να μη γλυτώνω μόνος

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

ΧΩΡΙΣ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ/ ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΖΑΚΗΣ/ ΠΑΡΟΔΟΣ

Βαθιά ερωτικό το ποίημα αυτό σε δώδεκα μέρη του Κώστα Ριζάκη, βυθίζεται στα μύχια του ανθρώπινου ψυχισμού, φωτίζοντας τους φόβους, τις αδυναμίες και τις ανασφάλειες τού ερωτευμένου, με ειλικρίνεια και τόλμη, που ενώ πληγώνεται, φτάνει να τρέφεται από τα λάθη, τα ψέματα, τις αντεγκλήσεις και την ηθοποιία, να απολαμβάνει την λαμπρότητα, αλλά και να κρύβει πίσω του τον φόβο και τον τρόμο («διδάσκομαι απ’ τα λάθη σου Αλίκη/ μ’ αίμα και πόνο απανωτά με συντηρείς», σελ4). Μέσα σ’ αυτόν τελείται η πλήρης αποκάλυψη του συντρόφου, σωματική και ψυχική, έτσι εισχωρούμε στους φόβους, στις αδυναμίες, στα ενδιαφέροντα και τις ελπίδες του. Κάθε τι πάνω του είναι σημείο μυθοποιητικού λαγγέματος, ιδιαιτερότητας, αναγνώρισης και απορροφά το νου.

Ο έρωτας προβάλλεται, απόλυτος μεν, αλλά μακριά από τη σιγουριά και τη στασιμότητα, βιώνεται πότε σαν έλλειψη και πότε σαν ηδονή. Μια ζει και μια πεθαίνει, μια γίνεται μίσος μια αγάπη, μια σκοτεινιάζει μια φωτίζεται, μια είναι αγνός μια βρόμικος, άλλοτε μπλέκεται στα ψέματα (σελ8) ή στις μηχανορραφίες ή «σκαλώνει» σε προφάσεις και πυρπολεί ακόμα και τη λογική (σελ9). Μάσκες προσποίησης και ρόλοι υποβάλλονται και παγιδεύουν σε αυτό που κληθήκαμε από τις περιστάσεις ή αναγκαστήκαμε να υποδυθούμε (σελ7), κυριευμένοι από το παιχνίδι του πάθους.

Μετά από το έβδομο μέρος ο έρωτας αγκομαχά, πεθαίνει, κρύβει την αλήθεια πίσω από υπεκφυγές, γιατί οι υποσχέσεις και οι συναισθηματικές στιγμές δύσκολα μπορούν να αποκοπούν και να ακυρωθούν με τον ευθύ λόγο, πόσο μάλλον που η γυναικεία φύση, και όχι μόνο, συχνά τέρπεται από ψευτοευγένειες ή προσπαθεί έστω και μ’ αυτό τον τρόπο να «απαλύνει» τον πόνο. Η εγκατάλειψη και η ακύρωση σχεδίων και ονείρων, οδηγεί στη συντριβή και την παρακμή, καθώς η πραγματικότητα μαραίνει την ανάμνηση και γεννά «υδρόβια τέρατα» και όχι «ροδομάγουλα μωρά».

Η Αλίκη, άλλοτε αιθέρια (σελ10), άλλοτε τρομακτική (σελ5) και άλλοτε υποκρίτρια (σελ7, 9), ενσαρκώνει το ερωτικό αντικείμενο του πόθου και της αγάπης, που απόλυτο, αλλά και ανασφαλές, κυβερνάει τη ζωή και τα όνειρα. Είναι τα πάντα, σύμμαχος, φίλος, αδερφή, ερωμένη και εξουσιαστής, αλλά και ορκισμένος εχθρός. Ζητά «δούλους», κρύβοντας την κατά βάση υποτέλειά της και την κομπλεξική της ανελευθερία και είναι ανίκανη για την τελική φυγή και αποδέσμευση, από κάθε τετριμμένη ανάγκη και μικροπρέπεια, που προσφέρει η «μαγεία» της πραγματικής αγάπης (Σαλ11), γι’ αυτό οδηγείται στο ναυάγιο.

Η ποίηση του Κώστα Ριζάκη είναι αυθεντική, συναισθηματικά φορτισμένη, χωρίς τα κούφια ερωτικά λόγια που συχνά συναντάμε, χρησιμοποιεί την αλληγορία, χωρίς όμως να κάνει καμία κατάχρηση, γίνεται συχνά εικονοπλαστική και αποφεύγει την κοινοτυπία.

Ο έρωτας από, με και για την Αλίκη, είναι συνολικά ο ανθρώπινος έρωτας, σε μια ευρεία πολυπλοκότητα εκφάνσεων, που εκφράζει και εκφράζεται, «αγγίζει» την ψυχή καθ’ ενός που κάποτε αγάπησε, έτσι κατ’ επέκταση είναι μια ψυχογραφική τομή στα ανθρώπινα ερωτικά πάθη.