Η λίστα ιστολογίων μου

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Η ΛΟΝΔΡΕΖΙΚΗ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΩΡΑΣ ΤΖΑΚΣΟΝ/ ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΣ/ ΚΑΤΣΑΝΙΩΤΗΣ 2008

Σημείο δράσης και εξέλιξης τού έργου ουσιαστικά είναι το μυαλό της ποιήτριας Λώρας Τζάκσον, η οποία ήταν υπαρκτό πρόσωπο, όπως και η «μαγιά» του μύθου. Μέσα σε αυτό διεισδύει δεξιοτεχνικά ο συγγραφέας. Τα εξωτερικά πράγματα και γεγονότα μοιάζουν να κινούνται σα σκηνές ταινίας, μακριά από εκείνη, και έχουν μια αποσπασματικότητα, ως προς την οπτική της και κατ’ επέκταση την ανάπτυξή τους. Τελικά όμως «συγκολλούνται» και αποτελούν αναπόσπαστα θέματα, σχηματίζοντας τα μικρά κεφάλαια του έργου. Το κείμενο συνυφαίνεται με στοιχεία παραισθήσεων και πραγματικότητας, κατασκευάζοντας συχνά ένα αδιαχώριστο, και κάποτε αδιευκρίνιστο, κράμα. Έτσι μεταξύ αίσθησης και παραίσθησης, πραγματικότητας και φαντασίας, χρησιμοποιώντας και εφορμώντας από τα ποιήματα ή από επιστολές, ακόμα και από αποσπάσματα ή μελέτες της ποιήτριας, συχνά μέσα από φυλασσόμενα αρχεία, κατασκευάζει ένα ψυχολογικό και ψυχογραφικό αφήγημα.
Χαρακτηριστική είναι η αποστασιοποίηση τής πρωταγωνίστριας από τα όντα, που μοιάζουν ξένα, δεχόμενος κάποιες επιρροές από τα Καφκικά έργα, με σαφώς όμως πιο σύντομα κεφάλαια και περιγραφές, χωρίς όμως να χάνεται η λαβυρινθώδης αίσθηση. Για παράδειγμα το κεφάλαιο 1.γ.1 μας παραπέμπει στη «Δίκη», με συγκεχυμένους μάρτυρες και κατηγορίες, αν και αναφέρεται σε νοσοκομείο. Η περιπλάνησή της όμως δεν κατευθύνεται προς μια μεταφυσική αναζήτηση του άφθαστου, αλλά μάλλον προς μια ανικανοποίητη φυγή από τον εαυτό της. Εξ ου και οι αυτοκαταστροφικές και αυτοκτονικές της τάσεις. Η Λώρα Τζάκσον λειτουργεί ως ένα ανήσυχο πνεύμα, χωρίς σαφή κατεύθυνση και αιτία.
Τα αποσπάσματα, τα ποιήματα και οι επιστολές, με τη χρήση διαφόρων αρχείων πηγών, καλλιεργούν την αινιγματικότητα και την αλληγορία, με μια ποιητική αντίληψη των πραγμάτων, ενώ κάποτε το νόημά τους είναι κάπως θολό, κάτι όμως που ταιριάζει απόλυτα στην ποιητική φύση τής Τζάκσον.
Στο τέλος περνάει σε επεξηγήσεις χωρίων από την πολύκροτη μελέτη- αποκήρυξή της για την ποίηση, παρεκκλίνοντας από τη μυθιστορηματική γραφή, επιδιώκοντας να δώσει μια πτυχή τής σκέψης της, και κατ’ επέκταση της προσωπικότητας, η οποία δεν αντιμετωπίζεται σφαιρικά, αλλά αποσπασματικά και ελλειπτικά, παρ’ όλες τις κομματιαστές «νότες» βιογράφησης. Βασικά στόχος του βιβλίου είναι το γεγονός της «εκπαραθύρωσης» τα συμφραζόμενα και τα απορρέοντα από αυτό, ενώ παρεμβάλλονται και κάποια παράπλευρα στοιχεία. Χαρακτηριστικό μάλιστα, και πιστεύω και θετικό, στη γραφή του είναι ότι δεν παίρνει θέση πάνω στα χωρία που παραθέτει, αλλά απλώς τα επεξηγεί. Αλλιώς θα είχε αποδυναμώσει τον μύθο και τη μυθοποίηση.
Τελικά κατασκευάζεται ένα βιβλίο ατμοσφαιρικό, με υψηλού επιπέδου αναφορές στη λογοτεχνία, την ποίηση και τη φιλοσοφία.

Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΣΤΕΛΝΟΥΝ (ΑΛΕΚΟΣ ΦΛΩΡΑΚΗΣ)

ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ
.
Το πρόσωπό του δεν το βλέπουμε΄
παράθυρο κι η πλάτη προς εμάς,
τα μαλλιά ανεμίζουν, τα χρόνια,
ανεπαίσθητος στο ρυθμό τής μηχανής
περνούν
βουκολικά τοπία, δέντρα
καμένα, στύλοι τής ΔΕΗ, ρεκλάμες,
ο ταξιδιώτης
γερμένος στο παράθυρο ρεμβάζει,
λαμπερές επαύλεις, φωτισμένες
πόλεις, λεωφόροι. Το ρεμβασμό,
το ρεμβασμό ορισμένως εννοεί ο ζωγράφος,
για άλλες εκδοχές ούτε συζήτηση΄
μπορεί να κλαίει ή να ξερνά.
.
ΑΤΟΜΙΑ ΕΝΟΣ ΤΟΙΧΟΥ/ ΑΛΕΚΟΣ ΦΛΩΡΑΚΗΣ/ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2009
.
Ο ΣΕΙΣΜΟΣ
.
Τις τελευταίες μέρες νιώθω περίεργα, με διατρέχει κάτι
σαν αβεβαιότητα, σαν φόβος, υπόγεια ρεύματα κάτω απ'
το πάτωμα και, στην αρχή ανεπαίσθητες, δονήσεις, που
όσο πάει αντρειεύουν, έχει γούστο να επανακάμπτει ο σει-
σμός, όρθιο δάκτυλο, απειλητικό, σκέψου, τόσα χρόνια
μετά την άλλη καταστροφή, ξαναχτίζουμε το σπίτι, επί-
πλωση εξαρχής, οικοσκευή νέα, τι κόποι, το περι-
χαρακώσαμε με ασφάλεια, αντισεισμικά, με τέλεια
πρόβλεψη, εφησυχάσαμε, και τώρα, έτσι αιφνίδια, φτου κι
απ' την αρχή, να κινδυνεύω εκ των ένδον, α όχι, εφοδιά-
στηκα με κράνος άθραυστο, από κείνα των ορυχείων, τη
νύχτα τ' αφήνω δίπλα στο κρεβάτι μου, μερικές φορές
κοιμάμαι φορώντας το, μην πέσει κάνας σοβάς, πέτρες,
μπετά, ποιος ξέρει, σεισμός είν' αυτός, έξι, μπορεί κι εφτά
Ρίχτερ, να, οι δονήσεις εντείνονται, το πολύφωτο παλιν-
δρομεί, τα τζάμια τρίζουν, τα πατώματα υποχωρούν, βοή-
θεια! έντρομο πλήθος ξεχύνεται απ' τις σκάλες,
εγκλωβίζεται στους ανελκυστήρες, ποδοπατείται, ο σει-
σμος ενέσκηψε, ο πανικός ξεδιπλώνει το μανδύα του,
τοίχοι καταρρέουν, τείχη μετατοπίζονται, τύχη δεν υπάρ-
χει, τι να πρωτοσώσεις τώρα, τα χειρόγραφά σου, το
σκυλί, το κομπόδεμα, σε μια στιγμή όλα περνούν απ' τα
μάτια σου, πόσο καταναλώθηκες εις μάτην, τώρα λίγον
αέρα μόνο χρειάζεσαι, ίσα να μπορείς ν' ανασάνεις μια-
δυο μέρες, ίσως τρεις, μέχρι να σε βρουν -αν σε βρουν-
τα σωστικά συνεργεία, ό,τι όμορφο έφυγε, ό,τι άμορφο
μένει, λες και ποτέ δεν υπήρξε άλλο τι, λίγα Ρίχτερ
αρκούν διαγράψουν ματαιότητες χρόνων, να σε εισα-
γαγουν στον ορυμαγδό, πέφτω-ωρύομαι-προφτάστε!
.
ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΕΝΟΣ ΤΟΙΧΟΥ/ ΑΛΕΚΟΣ ΦΛΩΡΑΚΗΣ/ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2009
.
Σημείωση Γ. Τ. : Ποίημα με κλιμακούμενη ένταση.
.
Η ταπεινή μου γνώμη για τη συλλογή: Εικόνες, μουσικές, ενδοσκοπήσεις, πεζόμορφα ποιήματα και πολλά επ' αφορμή και έμπνευση από κάτι. Μια συλλογή με ποικιλία, χωρισμένη σε ενότητες που βοηθούν τον αναγνώστη.


Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

Η ΛΙΜΝΗ, Ο ΚΗΠΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΩΛΕΙΑ/ ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ/ ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ

Η ποιήτρια αναζητά τον εξαγνισμό της μνήμης της, ωραιοποιώντας την, και την πραγματική αγάπη και τον έρωτα, πνίγεται μέσα στο στατικό, τετριμμένο και ραγισμένο παρόν, το οποίο βυθίζει στην κενότητα τη ζωή της, θλίβεται για την απώλεια τού παρελθόντος, σκορπώντας μια γλυκόπικρη θαλπωρή και ευαισθησία, και εκφράζεται είτε μέσα από τη μυθολογική αλληγορία (π. χ «Πηνελόπη» σελ25, «Περσεφόνη» σελ26), αξιοποιώντας κάποτε τα παραμύθια (π. χ «Ο κοιμισμένος πρίγκιπας» σελ14), είτε καταφεύγοντας σε ιδιότητες υλικών (π. χ «ζυμάρι» σελ9, «χαρτί» σελ13), που αποτελούν πρώτη ύλη μεταφορών, είτε χρησιμοποιώντας εμμονές και συνήθειες οικείων προσώπων της, με αλληγορική, μυθοποιητική και εικονοπλαστική μορφή (π. χ «ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα αδιάβροχο/ και κρατούσε μια γκρίζα ομπρέλα για τον ήλιο,/ αγαπούσε γυναίκες κι όλο έφευγε,» σελ7), που σχηματοποιούνται σαν διακριτές ιδιαιτερότητες και μνημονικά στοιχεία. Ο έρωτας έχει τη μορφή σαρωτικού πάθους και της πλήρης παραδόσεως, είναι συγκλονιστικός και φλογερός, ενώ έντονη είναι και η δύναμή του ως «απώλεια» ή ως «αναμονή», καθώς η έλλειψη του τον τονίζει μέσω της λαχτάρας και της μελαγχολικής θλίψης.

Η ποίηση της, κατά βάση, είναι προσωπική και συναισθηματική, αναφέρεται στα εσωτερικά της βιώματα, τη θλίψη, την απογοήτευση και τις ελπίδες της. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν ταυτίζεται με τον αναγνώστη, ο οποίος έχει πιθανόν βιώσει ανάλογες καταστάσεις, η «εισχωρεί» στον προσωπικό της κόσμο, απολαμβάνοντάς τον και βιώνοντας τα συναισθήματά του.

Η ποιήτρια δια-σκεδάζει τον πόνο της, μέσω της νοσταλγίας, της τρυφερής της ματιάς και της αγάπης («σου υπόσχομαι λευκό ατόφιο πόνο» «Πήτερ Παν» σελ30), ενώ συνήθως καταλήγει σε ματαιοπονία και αυταπάτη. Πολλές φορές μας δίνει την αίσθηση ότι θέλει να ζήσει μες στο παραμύθι («ζω μέσα στην κοιλιά μιας φάλαινας που κλαίει» σελ31 «Πινόκιο») και γι’ αυτό το ποίημα αποτελεί μια διέξοδο βιώματος και έκφρασης, μια και ο συναισθηματισμός του, είναι σαρωτικός, επιβλητικός και κάποτε καταβλητικός.

Μέσα από τα παραμύθια αντλεί συναισθήματα, πάθος, πόνο, θλίψη, χαρά, αγάπη και διδαχές, με στιγμές-στιγμιότυπα, μεγεθημένα ποιητικά, να κινούνται στην αχλύ του μύθου, να ταυτίζονται με καταστάσεις, γυρίζοντάς μας στην τρυφερή παιδικότητα και αγνότητα, που μας εξιλεώνει από το φθαρμένο κόσμο μας.

Ταξιδεύει στο παρελθόν, στην παιδική της ηλικία, στην οικογενειακή θαλπωρή, και εκφράζει γλυκιά νοσταλγία και θλίψη για την απώλεια της παιδικής της αγνότητας. Τα ποιήματά της είναι πλημμυρισμένα με πάθος, έρωτα και νοσταλγία και είναι γραμμένα σε κατάσταση γλυκιάς σαγήνης. Ζητά τον έρωτα να τη λυτρώσει από τη μοναξιά, να την κάνει να αγαπήσει τους άλλους , τη ζωή και τον εαυτό της. Η νιότη, οι ελπίδες και η ομορφιά του παρελθόντος, παρέρχονται και μένουν μόνο ως γλυκές μνήμες.

Η Χλόη Κουτσουμπέλη «απαλύνει» την πραγματικότητα, ντύνοντάς την με μεταφορές και αλληγορίες, δίνοντάς της μια ονειρική αισθητική διάσταση, μετατοπίζοντας την σε έναν ποιητικό λυρικό κόσμο, καθώς οι μνήμες επιστρέφουν θλιμμένες μα και υπόκωφα νοσταλγικές.

Ξεκινώντας από τον εαυτό της ή το άμεσο περιβάλλον της και στη συνέχεια γενικεύοντας, προσπαθεί να δώσει μια καθολικότητα στις πράξεις, στους χαρακτήρες και τα συναισθήματα, χρησιμοποιώντας τον ξεχωριστό αισθητικό και φορτισμένο τρόπο της και δημιουργώντας μια ονειρική μαγεία (π. χ «Γυναίκα ψάρι», σελ23). Κάποτε βέβαια παραμένει στην αυτοανάλυση τού εσωτερικού της κόσμου ή των δικών της, εμποτίζοντας τα ποιήματα με θλίψη και νοσταλγία και τολμώντας να αγγίξει παλιές πληγές («Η οικογένειά μου», σελ7).

Ένας χαρακτηριστικός τρόπος γραφής της, είναι ο διαρκής προσδιορισμός των υποκειμένων, ενεργειών ή των ιδιοτήτων τους, μέσω κυρίως μεταφορικών και αλληγορικών χαρακτηρισμών, είτε με την άμεση αναφορά τους ως ουσιαστικά (π. χ «Ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα αδιάβροχο» σελ7), είτε με τη χρήση προσωπικών αντωνυμιών (π. χ «Αυτή είχε μικρούς καθρέφτες νάρκισσους» σελ42). Αυτή η μέθοδος καθιστά την ποίησή της, κυρίως, «ποίηση αναφορών και προσδιορισμών» και σε μεγάλο βαθμό προσωποποιημένη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το υποκείμενο είναι πάντα κάποιο υπαρκτό πρόσωπο, αλλά μπορεί να υπόκεινται σε ηθελημένη γενικότητα (π. χ «Όλοι οι μνηστήρες φορούν την ίδια μάσκα» σελ25).

Με τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ο αναγνώστης γνωρίζει έντονα πάθη και νιώθει να παρασύρεται από τον χείμαρρο των συναισθημάτων και των εικόνων της.

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΪΔΗΣ ΚΑΠΑ/ ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ/ ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ

Η ποιήτρια διασχίζοντας τη ζωή της, ματώνει, εύθραυστη και ευάλωτη, ζητώντας τη λήθη, την εξιλέωση, την αποχώρηση και την αποδέσμευση. Ο κόσμος της μεταμορφώνεται σχεδόν μαγικά και εκείνη αφήνει πίσω της σημάδια (π. χ ένα «γάντι», «σταγόνα από λεμόνι» σελ14), κομμάτια του εαυτού της, ποιήματα, κατατεμαχίζεται στα μάτια μας, αλλά κάποτε αρχίζει αναπόφευκτα να θυμάται και να θλίβεται. Η πορεία της μοιάζει μοιραία, αναπότρεπτη, ανεξέλεγκτη, καθώς φαντάζει αδύναμη μπρος τη θλίψη και τη μελαγχολία, που κάποτε καταλήγουν σε χαρμολύπη και ηδονική ενατένηση.

Η συλλογή της είναι ένα «ταξίδι». Το λυρικό ταξίδι της ζωής τής ποιήτριας και των ποιητών («Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες;» σελ9), που αποτελεί την πρώτη ύλη της, εκφράζεται και εκφράζει, περιγράφεται μειλίχια, συνήθως θλιβερά, μα πάντα αισθητικά.

Οι εικόνες της έχουν κάτι το μαγικό και παραμυθικό, σαν να είναι αποσπασμένες από μύθους, παραμύθια, σκηνές ονειροφαντασίας, ή απλώς ποιητικά στιγμιότυπα τής καθημερινής ζωής των ανθρώπων, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου και σε όλες τις αποχές.

Οι λέξεις συχνά αποτελούν ένα έναυσμα για την απόρροια τού ποιήματος (π. χ «Μη» σελ24, «Χωρίς» σελ25, «Μαύρα γυαλιά» σελ21) και από εκεί συχνά, με τη χρήση παρηχήσεων, εννοιολογικών συνειρμών και συναφειών, ή αλληγοριών και μεταφορών, δομείται το λυρικό κλίμα, καθώς εντός τού ποιήματος εμπλέκονται και καταστάσεις και, σπανιότερα, γεγονότα. Τελικά διαμορφώνεται ένα υποβλητικό, συγκινητικό, μαγευτικό και παραμυθικό κλίμα, με συνεχείς αισθητικές εικόνες.

Το τελευταίο της ποιητικό κείμενο, «Το τραγούδι των επτά ημερών», παίρνει την μορφή σχεδόν θεατρικής παράστασης, στην οποία διακρίνονται οι επιρροές του Σαίξπηρ (για παράδειγμα από «Το όνειρο θερινής νύχτας»), καθώς παρουσιάζει και πλούσια ρομαντικά στοιχεία και δραματικότητα, ενώ οι χαρακτήρες θυμίζουν επίσης ρομαντικές εποχές.

Η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη, είναι η ποίηση της αναγνωστικής απόλαυσης, της θλιμμένης σαγήνης και του «αρχείου» εικόνων της καθημερινής ζωής και της μνήμης μας, που αναδύονται από το υποσυνείδητο μας, εμποτισμένες με τα συναισθήματα και τις θελήσεις μας.

ΕΡΗΜΟ ΝΗΣΙ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ/ ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ/ ΝΕΦΕΛΗ

Η ιστορία βασίζεται στην έντονη αντίθεση και ανταγωνισμό μεταξύ της αδιαφορίας, της σκληρότητας, του άγχους και της συμβατικότητας των σχέσεων των ανθρώπων της τσιμεντούπολης και της αγάπης, της τρυφερότητας και του αληθινού έρωτα. Οι υποχρεώσεις και η πραγματικότητα αποτελούν τα «βαρίδια» στη σχέση της Αλκμήνης και του Φάνη, που στο τέλος μοιάζουν λυτρωμένοι και απελευθερωμένοι, υπό την επιρροή τής αγάπης και της φιλίας, μετά από τρυφερές και γλυκές «αφηγηματικές βουτιές» στο παρελθόν και τη λυτρωτική συνεισφορά τής παρέας. Η πόλη βραχυκυκλώνεται κάτω από τα σύγχρονα προβλήματα της, που φτάνουν σε ακραία κατάσταση, καθώς η ασυνειδησία ορισμένων πολιτών βασιλεύει, μα το χάος αντιμετωπίζεται από τους πέντε ήρωες σαν ευκαιρία αποτοξίνωσης από το άγχος και τα προβλήματα, σαν ένα εξωτικό ταξίδι στην φαντασία και τη μνήμη, σαν δημιουργία ανθρώπινων σχέσεων και προβληματισμού, που οδηγεί στην τελική «έκρηξη» του έρωτα και της αγάπης. Το παρελθόν αποτελεί μια γλυκιά ηδονική θύμηση, ένα αντικείμενο ρεμβασμού, συχνά μια επιστροφή στην παιδική αγνότητα, που αποτελεί ένα μοτίβο αφήγησης, καθώς αυτά που έζησαν οι ήρωες, τους στοιχειοθετούν και τους καθορίζουν και μέσα από αυτά διαφαίνονται οι ανάγκες και κινούνται οι θελήσεις τους.

Ο Τόλης Νικηφόρου είναι κοινωνικό ων, γι’ αυτό όλη η λογοτεχνία του είναι βαφτισμένη μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις και στην κριτική της κοινωνίας. Ρομαντικά στοιχεία, ειρωνεία, σαρκασμός, δηκτικότητα, χιούμορ, που κάποτε φτάνει στο γκροτέσκο (π. χ στο κεφάλαιο 9), μεταφορική γλώσσα, σφαιρική προσέγγιση χαρακτήρων και καταστάσεων, μετάδοση μηνυμάτων και συμπερασμάτων για την αλλαγή και βελτίωση της κοινωνίας, είναι τα στοιχεία που καθορίζουν τη γραφή του. Τα μηνύματα του είναι οικολογικά, κοινωνικά, εργασιακά, προσωπικών σχέσεων και συμπεριφορών, παρουσιάζοντας καταστάσεις τής σύγχρονης καθημερινής ζωής μας, που μας είναι οικίες, γι’ αυτό και μας «ακουμπούν».

Το έργο, σε μεγάλο βαθμό, οικοδομείται στα διλήμματα του Φάνη και της Αλκμήνης, αν θα πρέπει να θυσιάσουν την προσωπική τους ευτυχία και τον έρωτα, μπρος στην υποχρεώσεις και στην οικογενειακή γαλήνη των παιδιών τής τελευταίας, τα οποία τελικά λύνονται από τη ροή των γεγονότων και τη σαρωτική έλευση του έρωτα, με την συνεπικουρία της φιλίας. Το πρώτο ξάφνιασμα του παροδικά παράλογου στα μάτια μας μποτιλιαρίσματος, διαδέχεται ένας λογικός ρεαλισμός, θυμίζοντας, σε κάπως μικρότερο βαθμό, τις τεχνικές του Ζοζέ Σαραμάγκου, και δείχνει να ξεκινά μια πρωτότυπη περιπέτεια, με κοινωνικό νόημα, που διαβάζεται άνετα, αλλά όχι απροβλημάτιστα. Κατά περίσταση το σκηνικό αλλάζει και ο αναγνώστης βυθίζεται σε γλαφυρές και απολαυστικές μνήμες και ιστορίσεις (τότε που «οι λέξεις κάτι σήμαιναν», σελ 143), μέσα στη αγνότητα, την παιδικότητα και την αγάπη, που ταλέντο και η ευαίσθητη ματιά τού συγγραφέα, τους δίνει ένα γλυκό χρώμα, ενώ ενίοτε επανερχόμαστε στην περιπέτεια και την εξέλιξη του έργου.

Το βιβλίο του Τόλη Νικηφόρου, είναι καλοδομημένο και θεματικά οργανωμένο, στο οποίο αναπτύσσονται επάλληλες ιστορίες, που σε κάποιο σημείο εμπλέκονται και συνδυάζονται, ενώ οι χαρακτήρες είναι καλοδουλεμένοι, χωρίς αντιφάσεις, ρεαλιστικοί και απόλυτα πραγματικοί.

ΧΩΡΙΣ ΜΕΘΟΔΟ/ ΤΖΙΝΑ ΞΥΝΟΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ/ ΚΑΚΤΟΣ

Η μαθηματική λογική στο έργο «Χωρίς μέθοδο» της Τζίνας Ξυνογιαννακοπούλου.

Κεντρικό θέμα της συλλογής είναι η ποίηση, ο ποιητής, η έμπνευση και η εκτέλεση ενός έργου, ποια είναι τα δημιουργικά ερεθίσματά τους, από τι επηρεάζονται, πώς λειτουργούν, τι εκφράζουν και πού στηρίζονται.

Ο στόχος της μοιάζει να είναι η γέννηση και η περιγραφή των συναισθημάτων και η αισθητική αποτύπωση εικόνων και λειτουργιών, και ενώ ξεκινά γράφοντας σε πρώτο πρόσωπο, περιγράφοντας την αίσθηση και το μόχθο για τη δημιουργία ενός ποιήματος, στη συνεχίζει σε τρίτο, θέτοντας τα θέματά της γενικότερα, περιγράφοντας εξωτερικές καταστάσεις, οι οποίες έχουν φυσικά εσωτερικό αντίκτυπο γι’ αυτή. Έτσι ακόμα και όταν περιγράφει μια εικόνα ή αποβλέπει στην απόλαυση και στην αγαλλίαση, δεν παραλείπεται η αναλυτική ματιά για το πώς λειτουργεί πάνω της ή και γενικότερα. (π. χ στο ποίημα «...είναι μια θάλασσα»: «τ’ ατλάζια σου υλικά παραφοράς/ μ’ αδάμαστες αποχρώσεις φορώντας/ το χρόνο υπνωτίζεις γαλάζια/ το βλέμμα ακυρώνεις/ κι η ματιά αυθυποστασία αποκτά/ να ’ναι η κυριαρχία σου/ στο τοπίο - απ’ το τοπίο»).

Η λογική ανάλυση, που φτάνει συχνά την πληρότητα δοκιμίου, συνδυάζεται με μεταφορικούς, αλληγορικούς και ποιητικούς όρους. Έτσι φλεγματικά συμπεράσματα, με πυκνότητα λόγου, αποδιδόμενα με μεταφορικούς συνδυασμούς και κάποτε με παρηχήσεις, οργανώνονται υπό την πένα τής ποιήτριας.

Συνήθως τα ποιήματά της στηρίζονται σε λογικές συνάφειες, χαρακτηρισμούς και προσδιορισμούς (π. χ «Της αβύσσου αυθαιρεσία/ οι στίχοι» σελ28), ενώ και οι αλληγορίες και τα σύμβολα απορρέουν από συνειρμούς, συνεπαγωγές ή αντιστοιχίες, φτιάχνοντας ένα δεμένο αποτέλεσμα, με μαθηματικές αρετές, όπως, πληρότητα, ακρίβεια και λιτότητα (π. χ μιλώντας στη σελ28 για τους στίχους «φωτιές σπέρνουν/ μ’ αέρα και νερό οργώνουν/ ν’ ανθίζουν σε γη πατρική», παρατηρούμε αλληγορική, λογική αντιστοιχία της φωτιάς, του αέρα και του νερού, με την επενέργεια των στίχων). Έτσι φτιάχνεται ένα καλά οργανωμένο σύνολο, που μπορεί να ακονίζει το μυαλό στην αποκρυπτογράφηση, αλλά όταν αυτή τελεστεί, συμπληρώνεται ένα πλήρες και καθαρό νόημα. Στόχοι, βέλη, πορείες, τρένα, θάλασσες, άνεμοι και άλλα, σχηματοποιούν ιδέες και έννοιες, μας τις κάνουν «χειροπιαστές» και κατανοητές, μέσω των ιδιοτήτων τους, με τη βοήθεια τής μεταφορικής και ποιητικής σχέσης, που αναπτύσσεται με μαθηματική αντιστοιχία.

Στο «Με μαθηματική ακρίβεια» γίνεται πλέον καταφανής και απροκάλυπτη η χρήση των μαθηματικών μεθόδων, σε ένα πρωτότυπο κράμα, καθώς η ποιητικότητα «ζεσταίνει» τη μαθηματική ψυχρή λογική, φτιάχνοντας ένα κυριολεκτικό, ρεαλιστικό και διδακτικό αποτέλεσμα.

Επιστρατεύει συχνά διάφορες τεχνικές, ως προς τα σημεία στίξης, με πρωτοτυπία. Διασπά τις λέξεις με παύλες, κάνοντας λεκτικά και νοητικά «παιχνίδια», πολυσημιών και επεκτείνοντας τα νοήματα και φτιάχνοντας μια εγκεφαλική ποίηση (π. χ «της αγωνίας προ-οπτικές» σελ46, ή σελ 21, 35, 47). Επίσης χρησιμοποιεί και μέσα στο κείμενο τις παύλες ή τα αποσιωπητικά (π. χ σελ15, 28, 33, 44), κομματιάζοντας το λόγο ή επεκτείνοντας τις σκέψεις της αντίστοιχα. Χρησιμοποιεί τις παρενθέσεις διευκρινιστικά και συμπληρωματικά (π. χ σελ13, 39, 40) ή λογοπαίζοντας και υπαινικτικά (π. χ σελ34).

Η γλώσσα της είναι πλούσια, πολυποίκιλη και απροκατάληπτη, χρησιμοποιώντας ακόμα και μαθηματικά σύμβολα (π. χ dt σελ34, ή «εντός εκτός κι εναλλάξ α-γωνίες» σελ35).

Συμπερασματικά η Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου χρησιμοποιεί ένα δικό της ξεχωριστό τρόπο στην ποίησή της, χωρίς να μιμείται και να προσποιείται.

ΠΟΛΥΠΤΥΧΟΝ/ ΕΛΛΗ ΣΥΝΑΔΙΝΟΥ/ ΕΡΙΦΥΛΗ/ 317 ΧΑΪΚΟΥ

-Χωρίς συμπαίκτη

τι παίζεις μονάχος σου;

-Παίζω Ποίηση-

(Έλλη Συναδινού/ Πολύπτυχον)

Ευρηματικά ως προς τα νοήματα, τα μέσα έκφρασης και τη χρήση μεταφορικών τύπων, πρωτοτυπούν και «παίζουν» με τις λέξεις, σκαρώνοντας παρηχήσεις, αντιθέσεις, φαινομενικές λεκτικές παραδοξολογίες (π.χ «αεικίνητη-/ στην αιώρα αιώνια-/ και ακίνητη.», σελ56), χρησιμοποιώντας ακόμα και το χιούμορ και συχνά οδηγούν στη γνώση και στην πνευματική εγρήγορση. Έτσι πολλές φορές θυμίζουν αγνό παιδικό παιχνίδι, ανέμελο, άδολο και πλημμυρισμένο με φαντασία, ενώ όταν χρησιμοποιούνται αρχαιοπρεπείς τύποι «βαραίνουν» απρόσμενα.

Παρουσιάζουν θεματική ποικιλία, μιλούν για το χρόνο, την ποίηση και γενικότερα την τέχνη, την αρχαία παράδοση, σοφία και αλληγορία, την «αύρα» του Αιγαίου ή για μια εικόνα ή μέρος που έχει εκτυπωθεί στην ποιήτρια, όπως ένα παλιατζίδικο. Συνήθως κινείται στο νοητικό επίπεδο, με μορφή συνειρμών και σκέψεων, παρουσιάζοντας συχνά μια σπονδυλωτή συνέχεια και μια ομαδοποίηση σε ενότητες, ενώ κάποτε ξεπροβάλουν απρόσμενες εικόνες. Συχνά μια κεντρική ιδέα δίνεται με μια σειρά από συνεχόμενες παραλλαγές, ενίοτε παρεμφερείς, και είναι ομαδοποιημένη μέσα στη συλλογή (π.χ σελ 90,91 «Παιδί ο αιώνας-/...»), ενώ άλλοτε λέξεις διασπώνται για να συνενώσουν φαινομενικά άσχετα νοήματα (π.χ «Παιδί ο αιώνας-/ παίζει βυζαίνει/ τον Γαλα-ξία.», σελ 91). Το μέλλον και το αρχαιοελληνικό παρελθόν, άρρηκτα δεμένα, ζυμώνονται και αναμιγνύονται, και οι αρχαίοι Θεοί αιωρούνται σα σύμβολα και οράματα.

Η γλώσσα της είναι η δημοτική, αλλά χρησιμοποιεί και αρχαίους τύπους λέξεων, από τη μια τραβώντας την προσοχή και από την άλλη ταιριάζοντας τον αριθμό συλλαβών του χαϊκού, που, ομολογουμένως, μορφολογικά είναι πολύ περιοριστικός.

Ο τρόπος που χρησιμοποιεί την παύλα, είναι επηρεασμένος από την αμερικανίδα ποιήτρια Emily Dickinson, όπου μέρος των ποιημάτων της έχει μεταφράσει στο βιβλίο «Το ανεξάντλητα σημαίνον» (εκδόσεις Ιδεόγραμμα). Έτσι εκφράζει μετεωρισμό, δημιουργεί απρόσμενα χάσματα στο λόγο ή αφήνει «ανοιχτή» μια συνέχεια ή ενδεχόμενο.

Τα στοιχεία αυτά καλοζυμώνονται στη συλλογή της Έλλης Συναδινού και δίνουν ένα όμορφο και ιδιαίτερο μείγμα.

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΣΤΕΛΝΟΥΝ (ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ ΜΑΥΡΙΩΤΗΣ)

ΟΤΑΝ ΠΕΡΝΟΥΝ ΤΑ ΤΡΕΝΑ
.
Όταν περνούν τα τρένα βιαστικά,
τα παιδιά πετούν τις σκούφιες τους
με αλαλαγμούς χαράς.
Σηκώνουν ψηλά τα χέρια, χειρονομούν
ωσάν να παρακαλούν να τα πάρουν μαζί τους.

.
Όταν περνούν τα τρένα σφυρίζοντας,
όνειρα τρελά
ταξιδεύουν μαζί τους
ωσάν πουλιά στο γαλανό ουρανό.
Ανοιγοκλείνουν παράθυρα,
πρόσωπα θαμπά χαιρετούν τοπία που φεύγουν
.
Όταν περνούν τα τρένα βιαστικά
στους έρημους παλιούς σταθμούς,
γεννιούνται νοσταλγίες.

.
Θύμηση Κατεπείγουσα/ Αυγερινός Μαυριώτης/ λεξίτυπον 2010
.
ΑΝΑΔΡΟΜΗ
.
Ο λόφος που ανεβαίναμε
ανέμελα παιδιά
και τρυγούσαμε τις φωλιές
των πουλιών
χάθηκε στην αχλύ του χρόνου.
.
Ο δρόμος έκλεισε
δεν ανεβαίνει στην κορφή,
τον φράζουν δέντρα ακλάδευτα
το δάσος έρπει ύπουλα
αφανίζει τους δρόμους.
.
Στεναγμοί πουλιών
άθικτες φωλιές που ασφυκτιούν
στην ανυπόφορη ικμάδα
του δάσους.
Ψάχνουν τα χνάρια των παιδιών
που έσβησε η χλόη.
.
Θύμηση Κατεπείγουσα/ Αυγερινός Μαυριώτης/ λεξίτυπον 2010

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΣΤΕΛΝΟΥΝ (ΜΑΡΙΑ ΚΟΡΔΑΤΟΥ)

Η ΠΟΛΗ
.
Η πόλη δε θα αντέξει
Τόσες ανασκαφές
Τόσες αλλαγές
Τόσες πορείες πάνω της
Τόσα νερά υπόγεια
υποθαλάσσιες αρτηρίες
και εκσκαφές αναμνήσεων
Τόσα δηλητήρια
κι αυτοκίνητα να φεύγουν
και να έρχονται δίχως διέξοδο
και φωνές και παρακλήσεις
Και τραίνα και εκτροχιασμούς
πάνω στο σώμα της
για ένα κέρμα
για ένα φως που έσβησε
για ένα μήνυμα που δεν ελήφθη
Η πόλη είσαι εσύ
Πόσο να αντέξεις
.
Μαρία Καρδάτου/ Αβλαβής διέλευση/ Νεφέλη 2009
.
ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ
.
Νεκρά είδωλα στον καθρέφτη
Φωτογραφίες νεανικών χαμόγελων
Ντουλάπια κλειστά ερμητικά
Παιχνίδι για μένα να παραβιάσω
το μυστικό τους
Να διαλύσω τις τακτοποιημένες
επιθυμίες τους
βαζάκια μαρμελάδας
Να χαλάσω τη σειρά τους
Όπως βάναυσα άλλοι
στιγμάτισαν εμένα
Στους καναπέδες το ελαφρύ βούλιαγμα
από κορμιά αγκαλιασμένα
Απαλό το χάδι της πετσέτας
που άγγιζε τη γύμνια τους
Ίχνη στο πάτωμα υγρών πελμάτων
Λαθρόβιος κυνηγημένος
να τρυπώσω ψάχνω στη θαλπωρή
έστω για μια νύχτα
Φορώ τον οίκτο ρούχο δανεικό
του σπιτιού που παραβίασα
τη σιγουριά του
.
Μαρία Καρδάτου/ Αβλαβής διέλευση/ Νεφέλη 2009
.
Η ταπεινή μου γνώμη: Τα ποιήματα μοιάζουν να εσωκλείουν άγχος, πάθος και μελαγχολία.

ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΣΤΕΛΝΟΥΝ (ΜΕΛΙΤΑ ΤΟΚΑ ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ)

ΑΠΟΙΚΙΑ ΚΟΧΥΛΙΩΝ
.
Η βροχή σχεδιάζει σχήματα
που ψάχνουνε το κενό τους
κι' επιδεινώνει τη μάχη των ημερών
με την αγωνία της νύχτας.
Αντέχεις στη δοκιμασία,
σημάδεψε τα κομψά πόδια σου,
ως τους ανεμοδείκτες σκαρφαλώνανε
για εντελβάις.
Κι' ο πόνος,
τι αγκάθι αιχμηρό βγάζει από το άνθος του,
τι δηλητήριο εκτοξεύει από το στόμα του.
Οι μέρες φεύγουνε-φεύγουνε
κατά την άνοιξη,
με γύψινα φτερά τα χελιδόνια της
δεν καθρεφτίζονται στον αγέρα.
Και η μεγάλη πλατεία της Σελήνης
κρύσταλλο σκοτεινό
από τις παραμορφωμένες ημέρες.
Μόνο οι λέξεις σου,
αποικία κοχυλιών από ασήμι και φως
στο βυθό της καρδιάς μου αρμενίζουν.
.
Μελίτα Τόκα Καραχάλιου/ αποικία κοχυλιών/ Αρμός 2008
.
Ποτέ-Πάντα
.
Κάθε στιγμή πεθαίνεις.
Κάθε στιγμή ξαναγεννιέσαι.
Διαφορετικός
Ποτέ ο ίδιος.
Μέσα σου κουβαλάς ουσία
από πολλούς εαυτούς.
Ανεξερεύνητους, άγνωστους.
Φανταστικά ωραίους.
Ενώ στον καθρέφτη του Χρόνου,
σαν βουερός ποταμός,
ρέουν οι λέξεις σου διαυγείς.
Αναλλοίωτες ζουν,
αντανακλώντας πάντα
τους ίδιους ήχους,
το ίδιο ρίγος.
.
Μελίτα Τόκα Καραχάλιου/ αποικία κοχυλιών/ Αρμός 2008
.
Η ταπεινή μου γνώμη: Ποίηση συχνά με υπαρξιακό περιεχόμενο και κάποτε άγχος.

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΣΤΕΛΝΟΥΝ (ΚΩΣΤΑΣ ΧΕΛΜΟΣ)

ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ
.
Σπαταλήσαμε χρόνο πολύτιμο
σε θέματα μικρά και ασήμαντα,
σε χρησμούς μαντείων που διαψεύστηκαν,
σε κάποιες διφορούμενες μαρτυρίες
και στις αναρίθμητες ονομασίες αστερισμών.
Τώρα με απλές και εύκολες φράσεις
και με το αίσθημα του επίγοντος
πρέπει να καλύψουμε τις ανάγκες μας
και να τα φέρουμε όλα κοντά στην καρδιά μας.
Ο πόνος να ξαναγίνει πόνος
οι λυγμοί, να ξαναγίνουν λυγμοί
κι' ένα φωτοστέφανο σιωπής και αγάπης
να εξαγνίσει τα δικά μας αμαρτήματα...
.
Κώστας Χελμός/ Τα Χορικά/ λεξίτυπον 2009
.

ΤΟ ΣΧΟΙΝΙ ΤΗΣ ΑΥΛΗΣ
.
Τούτο το σχοινί στην αυλή μας
δεν θέλω να το πειράξει κανένας.
Εδώ άπλωνε η μητέρα την μπουγάδα της.
Εμείς απλώνουμε τις μνήμες,
την κουρασμένη ψυχή και τα ρούχα μας
που τα μούσκεψε ο φετινός χειμώνας.
Άσε, που τα βράδια μαζεύονται τα περιστέρια
να προσκυνήσουν στους μικρούς ναούς
που χρόνια τους έχτιζε η μητέρα
στα παιδικά μας στήθη... Και τότε
φουσκώνει μέσα μου η αγάπη,
όπως ένας μεγάλος ποταμός.
Γκρεμίζει το φράγμα του σκότους
και σκεπάζει τον κόσμο με φως.
.
Η ταπεινή μου γνώμη: Όπως στην προηγούμενη ανάρτηση. Επίσης νοσταλγική Θύμηση του παρελθόντος με δόσεις μελαγχολίας και διακριτική θρησκευτικότητα.

ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΣΤΕΛΝΟΥΝ (ΚΩΣΤΑΣ ΧΕΛΜΟΣ)

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
.
Όταν η μάχη τελείωσε
Οι στρατιώτες έτρεξαν στο ποτάμι,
να πλύνουν τα χέρια τους, να ξεδιψάσουν.
Γράψανε γράμματα στους δικούς τους
κι' όταν η νύχτα και πάλι
κρέμασε τα μαύρα της κρέπια,
με τα όπλα τους να καπνίζουν ακόμη
ξεκίνησαν, βέβαιοι, για νέους θριάμβους
Πίσω τους έμεινε ο ποιητής. Μόνος του.
Μ' ένα θαμπό φαναράκι, να μετράει νεκρούς.
Να φροντίζει τους πληγωμένους.
Μόνος του.
.
Κώστας Χελμός/ Χρώματα Σχήματα/ λεξίτυπον 2009
.
ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΕΙΣ
.
Ξεχάσαμε το παράθυρο ανοιχτό
και μπήκε η πανσέληνος στο δωμάτιο.
Αθόρυβα κι΄όπως ο κλέφτης
μας λήστεψε τα όνειρα και τις ελπίδες.
Όμως, εσύ να μην ξεχασεις το πρωί
να ποτίσεις τα λουλούδια στον κήπο.
Να ρίξεις λίγο νερό στην αυλή,
να μη σηκώνεται και μας πνίγει η σκόνη.
.
Κώστας Χελμός/ Χρώματα Σχήματα/ λεξίτυπον 2009
.
Η ταπεινή μου γνώμη: Όπως πάντα απλός, κατανοητός και ουσιαστικός.

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

ΝΗΣΙ ΑΠΟ ΕΛΑΦΡΟΠΕΤΡΑ/ ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ/ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Καλογραμμένο με πλούσια και εύστοχη γλώσσα και γλαφυρή και πιστή σκιαγράφηση και περιγραφή χαρακτήρων και εικόνων, που μοιάζουν να αναδύονται αποσπασματικά από τη μνήμη τής συγγραφέως και έχουν συναισθηματική θέρμη και γλυκύτητα, και περιγράφουν τα όντα «κατατετμημένα», άλλοτε σφαιρικά και άλλοτε ελλειπτικά, ενώ απαιτείται η δική μας συμπληρωματική συνεισφορά.

Εμβριθείς παρατηρήσεις και σκέψεις, με αξιοσημείωτη συντομία και συχνά υπαινικτικά, παρεμβάλλονται μέσα σε αφηγήσεις και περιγραφές, φτιάχνοντας ένα καλοδουλεμένο μίγμα.

Τις περισσότερες φορές το επίκεντρό της είναι μέρη ή πρόσωπα και συμπεριφορές τους, και από εκεί ξετυλίγεται το νήμα τής αφήγησης, επιδιώκοντας το «βύθισμα» του αναγνώστη σε αυτή και χρησιμοποιώντας μια σχετικά χαλαρή πλοκή, συχνά επιδιώκεται η συγκίνηση, ενώ η εμφάνιση της κυρίας Νηρού στα αφηγήματα, τα ενοποιεί, δίνοντας την αίσθηση ότι αναφέρονται σε πρόσωπα γνωστά μεταξύ τους. Σε αυτό συνεισφέρει και η ακριβής και εύστοχη χρήση της γλώσσας και, γενικά, οι μεγάλες καλοδουλεμένες και σύνθετες προτάσεις της. Κάποιες φορές η αφήγηση πραγμάτων και γεγονότων, που μοιάζουν να έχουν συγκαλυμμένο βιωματικό χαρακτήρα, τη συνεπαίρνει τόσο πολύ, που η συναίσθηση του παρατηρητή αναγνώστη ατονεί και απαιτείται προσεκτική ανάγνωση από μέρους του για να παρακολουθήσει την αφήγηση. Αυτό όμως από την άλλη μεριά «ζεσταίνει» και «ζωντανεύει» το κείμενο, δίνοντάς του ένα ιδιαίτερο ύφος. Γίνεται έτσι ξαφνική αναφορά προσώπων που δεν έχουν ενσωματωθεί νωρίτερα στην αφήγηση, όσο και παράπλευρων στοιχείων, καταστάσεων ή γεγονότων, που δε συνδέονται άμεσα με αυτή. Βέβαια συνεισφέρουν και συνδέονται με τη διαμόρφωση τού κλίματος και του ύφους που σαφώς πετυχαίνεται δεξιοτεχνικά από μια έμπειρη συγγραφέα. Κατά την ταπεινή μου γνώμη το έργο δεν πρέπει να αναγνωστεί με την έννοια της αυστηρής λογικής προσήλωσης, αλλά της συνολικής αισθητικής προσέγγισης, χωρίς βέβαια να θέλω να πω ότι ξεφεύγει από την ρεαλιστική πραγματικότητα.

Η δομή της άλλοτε είναι σχετικά ταξινομημένη, καθώς περιφέρεται άμεσα γύρω από το θέμα της (π.χ. στο «Σούσα η ξενοδόχα»), μα συχνότερα είναι πιο ελεύθερη, με τις «αφηγηματικές ψηφίδες» πιο ευδιάκριτες (π.χ στο «Η κυρία Νήρου»), ενώ σπανιότερα έχει μια απόλυτα ξεκάθαρη πλοκή και κατεύθυνση (π.χ στο «Τροφώς»).

Κάποτε χρησιμοποιούνται εγκιβωτισμένες ιστορίες (π.χ σελ169, αλλά και αλλού με συντομότερη έκταση, π.χ σελ197), άλλοτε μυθολογικές αφηγήσεις (π.χ στο «Καμωμένα από νηρίτη»), κάποτε αναφορές σε συγγραφείς ή πράγματα ή τεκταινόμενα του παρελθόντος -αναδεικνύοντας την ευρυμάθεια της συγγραφέως-, ενώ αλλού παρατηρούμε τον αυτοσαρκασμό των ηρώων (π.χ στο «Καμωμένα από νηρίτη»). Αυτά προσφέρουν ποικιλία στην αφήγηση και κινούν το ενδιαφέρον.

Η συγγραφέας συχνά χειρίζεται με δεξιοτεχνία τον μονόλογο, ο οποίος δε μας οδηγεί ποτέ σε ανία, λόγω της αφηγηματικής της ευρηματικότητας και πρωτοτυπίας, τόσο τεχνικά (π.χ με τη χρήση υπονοούμενων, παρηχήσεων, ευρηματικού και ποικίλου λεξιλογίου, ζωντανών περιγραφών, γλαφυρών ψυχογραφιών κ.ά), όσο και θεματικά (με πρωτότυπες ιστορίες, ρεαλιστικούς αλλά και αξιοπρόσεκτους χαρακτήρες, χιούμορ, πλοκή όχι μεν αγωνιώδη, αλλά ενδιαφέρουσα κ.ά). Τα κείμενά της διακατέχονται από το πάθος της να διηγηθεί όσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα, που ξεχύνονται χειμαρρώδη, δίνοντας την αίσθηση ότι το μυαλό της Νάτασας Κεσμέτη δε θα στερέψει ποτέ από αφηγήσεις.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό INDEX τεύχος 38

ΚΟΝΣΕΡΤΟ ΣΤΗ ΔΡΕΣΔΗ/ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ/ ΝΕΦΕΛΗ

Η ποίηση τής Αγγελικής Σιδηρά, περιγράφοντας ψυχικές καταστάσεις, μας θυμίζει τα ενδεχόμενα τους συνειρμούς και τους υπαινιγμούς που πηγάζουν και απορρέουν από τα πράγματα και την κάθε λεπτομέρεια ή συμπεριφορά. Επικεντρώνει την προσοχή μας σε κάθε σημείο, που μπορεί και να ξεφύγει άμεσα από την αντίληψή μας, το όποιο ασκεί ουσιαστική επιρροή στα συναισθήματα και στις διαθέσεις μας (π.χ «Παλιά οργαντίνα» σελ17).

Ουσιαστικά μας κάνει να ατενίζουμε τα σημαντικά ή ασήμαντα γεγονότα μέσω του μικρόκοσμου των φαινομενικά αδιάφορων και συχνά απαρατήρητων πραγμάτων και κινήσεων, με τις συνεκδοχές που αυτά υποδηλώνουν και έχουν διαφορετική σημασία και ιδιαιτερότητα για κάθε άτομο. Κάθε γενικότερη κατάσταση συνήθως εφορμείται από ένα κεντρικό τραγικό ή απλώς σημαδιακό γεγονός και παρουσιάζεται σαν άθροισμα στιγμών (π.χ «Πόντο πόντο αφουγκράζομαι/ κιόλας τον ερχομό σου.», «Πλέκοντας και περιμένοντας» σελ53).

Ξαφνιάζει με τις επιλογές των απορρεόντων νοημάτων της και τον χειρισμό απρόβλεπτων μεταφορών και, τις περισσότερες φορές, τα θέματά της είναι απροσδόκητα, όσο και οι συνεπαγωγές της. Μέσω δηλαδή κάποιων πραγμάτων που κάποιος άλλος δε θα τους έδινε καμία σημασία, οδηγείται αναπάντεχα σε φαινομενικά άσχετα συμπεράσματα, που εντούτοις τα δένει δημιουργικά και πετυχημένα. Έτσι χρησιμοποιώντας απλά εκφραστικά μέσα και μια γλώσσα λιτή και άμεση, αποδίδει την άλλη εκδοχή των, πολλές φορές άψυχων, πραγμάτων -αλλά όχι μόνο-, την καθαρά ανθρώπινη και ανθρωποκεντρική. Ψάχνει πίσω από τα «μικρά» πράγματα αναδεικνύοντας κρυμμένες σημασίες και ερμηνείες.

Τα άτομα πληγώνονται από τα γεγονότα και είναι αδύναμα να αντιδράσουν, παρά μόνο βυθίζονται στη θλίψη, καθώς κάποιες στιγμές μοιάζουν να αφήνονται στις καταστάσεις και τις συνθήκες (π.χ «Άγνοια» σελ64). Αυτό όμως τα κάνει βαθιά ανθρώπινα, ευαίσθητα και πλημμυρισμένα με αγάπη, ενώ τα παιδιά και η παιδικότητα, μας γεμίζουν τρυφερότητα (σελ54), μας αποσπούν στον κόσμο τους και μας κάνουν να ξεχνούμε τη φθορά (σελ52).

Ο θάνατος παρουσιάζεται σαν αναπότρεπτο γεγονός (π.χ σελ13, σελ54) ή σαν τετελεσμένο (σελ48), ανεξέλεγκτος, που γεννά θλίψη και συγκίνηση και στενεύει τα περιθώρια τής ζωής και της ευχαρίστησης, δείχνοντας την αδυναμία των ανθρώπων μπροστά του, που μοιάζουν να τον δέχονται ανέλπιδα, απογοητευμένοι και θρηνητικοί, ενώ κάποτε το ποίημα φτάνει ως την τραγική ειρωνεία (π.χ σελ19 «Πρωτομαγιά»). Μέσα όμως από αυτόν και την απώλεια των όντων που μας οδηγεί, μα και γενικότερα από την οπτική των ποιημάτων της, αναδύεται έμμεσα μια αγάπη για τη ζωή και εντονότερα για τους ανθρώπους, που επικεντρώνεται σε κάθε λεπτομέρεια, με ευαισθησία και λεπτότητα, και προβάλλει και μας υποδεικνύει τα «μυστικά» συστατικά τής ευτυχίας, που αποτελούν τις σημασίες με τις οποίες «ντύνουν» τα όντα οι άνθρωποι. Τα ποιήματά της μας κάνουν να αγαπήσουμε τη ζωή και να μελαγχολήσουμε για το θάνατο, κάτι που τα κάνει απόλυτα ανθρώπινα. Έτσι ο πρόωρος χαμός, ένα θέμα που συχνά την απασχολεί, αντιμετωπίζεται θρηνητικά (π.χ σελ58) και σαν τραγική απώλεια, που τονίζεται μέσω τής μνήμης, και αντιπαραβάλλεται με τις χαρές και την ομορφιά τής ζωής, ενισχύοντας την αγάπη μας γι’ αυτή. Ο θάνατος έτσι εναλλάσσεται με τη σαγήνη, την απόλαυση και την ευχαρίστηση, οδηγώντας μας σε μια σειρά συναισθηματικών μεταβολών, δημιουργώντας ποικιλία και κινώντας μας το ενδιαφέρον, ενώ πλανιέται στα μικροαντικείμενα τής καθημερινής μας ζωής και στη σκέψη, στους συνειρμούς και τις εκδοχές αυτών («Τα πράγματά μας με τι τάξη και ησυχία/ πίστα κρατάνε των θανάτων μας τα αρχεία!» σελ35 «Αντικείμενα μέλλοντος»). Δεν φτάνει ποτέ όμως σε μελό υπερβολές, ούτε υστερίες, αλλά με μια λιτή εκ των έσω περιγραφή, αγγίζει τις πληγές, συνήθως συμμετέχουσα και συμπάσχουσα ως φίλη, συγγενής ή μνηστή, ή σαν απλός παρατηρητής.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό INDEX, τεύχος 39

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΣΤΕΛΝΟΥΝ)

Σου έστελνα συνέχεια γράμματα
Επέστρεφαν με την ένδειξη "άγνωστος παραλήπτης"
Όμως σε πείσμα της βροχής με το έκπληκτο πρόσωπο
Οι μέλισσες πετούσαν ακόμη γύρω απ' το πτώμα της αγάπης
Κι ήταν η πρώτη φορά έπειτα από τόσο πόνο
Που κερδίζαμε κάποιο στοίχημα
Κι οι μέρες θρυμματισμένα κρύσταλλα
Μας σκίζαν τη σάρκα
Όταν τις σφίγγαμε στα χέρια μας κάπως λιγότερο
Κι ο χρόνος αμήχανος πάχαινε
Αφού δεν μπορούσε να ξεφύγει ποτέ απ' το πάθος του
Να καταβροχθίζει ασταμάτητα τους ανθρώπους.
.
Η ΜΙΚΡΗ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗ, 2/ ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ/ ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΙΩΠΟΥΝ/ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (2007)
.
Το πάθος μυρίζει λιωμένο σκηνικό
Παράσταση αθόρυβη της δυσκολίας
Προσπαθείς να φυτέψεις μια στάλα όνειρο
Γέλια συλλεκτικά που κόπηκαν στη μέση
Μονάχα η μνήμη τρύπια θαλπωρή
Κι από μέσα ο χρόνος χυμένος
Η γνώση κι οι έρωτες τρένα αμήχανα
Κάποιοι προτείνουν πάλι ποσοστά
Η ευθύνη της άρνησης με δυσβάσταχτες λέξεις.
.
Σε ατέλειωτους μοναχικούς περιπάτους
Σκοντάφτεις σε πέτρες αιχμηρές
Και πληγώνεσαι.
Αδιάφορη η αιωνιότητα προσπερνά με την ομίχλη.
.
ΜΑ ΔΕΝ ΕΙΧΑΜΕ ΛΗΣΜΟΝΙΑ, 3/ ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ/ ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΙΩΠΟΥΝ/ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (2007)
.
Δεν είναι εύκολη η απάντηση
Αν η αλληγορία γεννάει το όνειρο
Ή η επινόηση την αλήθεια
Αφού νομίζω πως σε βλέπω συνέχεια
Τις στιγμές ιδίως που δεν είσαι εδώ
Κι αυτή η χρόνια διακοπτόμενη απουσία σου
Δημιουργεί ρωγμές που από μέσα τους γλιστράει ο χρόνος
Αιχμάλωτος του κενού που επιμελώς φροντίζω
Τρέμω τη μετάβαση στην πραγματικότητα.
.
ΤΑ ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ, 4/ ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ/ ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΙΩΠΟΥΝ/ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (2007)
.

ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΣΤΕΛΝΟΥΝ)

........................Η ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ
.
Ένα βράδυ
Που ο θόρυβος απ' τις σπασμένες φτερούγες
Ήταν βασανιστικά μονότονος
Κι οι μεθυσμένοι απ' το άρωμα της πετούνιας
Ζευγάρωναν ασταμάτητα
Αυτός δεν άντεξε άλλο
Και της βρόντηξε την πανσέληνο στο κεφάλι.
.
Στη στιγμή έγινε
Η ανταλλαγή των προσώπων.
Η κοπέλα
Απέμεινε ολόφωτη μα σκυθρωπή
Ενώ το φεγγάρι
Για πάντα χαρούμενο
.
ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ/ ΔΥΟ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΜΕ ΚΙΜΩΛΙΑ/ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
.
.................Η ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ
.
Βάσταγε χρόνια η μετακόμιση
Άλλαζα ύψος, βάρος, γειτονιές
Ρούχα, κλειδιά, γυναίκες
Κρατούσα την ίδια περίπου ταυτότητα
Τα ίδια δάκτυλα
Τα ίδια δαχτυλίδια
.
Τα σώματα θύμιζαν σκάλες.
.
ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ/ ΔΥΟ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΜΕ ΚΙΜΩΛΙΑ/ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

ΕΛΕΝΗ ΚΟΛΛΙΑ (ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΣΤΕΛΝΟΥΝ)

.................................Βιόκαστρο
.
Να ρωτήσω τόλμησα τόσες φορές
και να υποταχθώ στης απάντησης τη διαταγή
.............................................ακόμη περισσότερες,
αφήνοντας ωστόσο πάντα ανεπισκεύαστη
εκείνη τη ρωγμή στη στέγη του κόσμου
απ' όπου, ερήμην κάθε ανάπαυσης,
γλίστραγε το φως από το μάτι του ήλιου
αγκάθινο ακουμπώντας στεφάνι στο κεφάλι μου.
.
Το μήνυμα περίμενα
απ΄όσα δε σβήνει η βροχή ή το δάκρυ΄
ν΄ανοίξει της θέλησης το πικραμύγδαλο
παρά την επιμονή της απόγνωσης
και το μαράζι που εναντίον του στέλνει ο κόσμος.
.
Και ήρθε η ώρα που κύλησε η πέτρα
που συγκρατούσε τα γκρεμνά
Μετέωρα μέσα μου
και φάνηκαν οι δυο πύλες του Ουρανού.
Στο μεσοφόρι της μέρας κρεμάστηκε ο ήλιος
και χρύσωσε το αργυρό κλειδί της σελήνης
ν' ανοίξει τα μονοπάτια του πελάγου
να βαδίσει επί των υδάτων ο βράχος
ο αναδυόμενος, ο αναρριχητής.
.
Εν μέσω Ιουλίου του παραβάτη,
ανάμεσα από άγονες γραμμές και δύσβατα περάσματα,
η παρατεταμένη απορία
τον προσευχή αιώνα αναγνώρισε:
Με το φως στους ώμους να βαδίζει,
ηλιοστάσια να διασχίσει στάζοντας λευκό
και ίχνη αφήνοντας κυμάτων,
να μετατοπίζει τα σύννεφα
επιστρατεύοντας στους ανέμους
για να φανεί η Έξοδός'
στην [ποδιά της Παναγίας ν' αφήνει τον άνθρωπο
κι από ΄κει να συνεχίζει το δρόμο.
.
Ελένη Κόλλια/ Ένοικος του ενικού/ Ηριδανός (2006)
.
Η ταπεινή μου γνώμη: Στοιχεία της ποίησής της είναι οι παραφθορές φράσεων και οι πρωτότυπες εικόνες.

ΣΤΑΥΡΙΝΑ (ΣΤΙΒΥ) ΛΑΜΠΑΔΑΡΗ (ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΣΤΕΛΝΟΥΝ)

Νοτισμένες μνήμες
.
Ένοιωθε το χρόνο
να κυλά στις φλέβες του
κι άκουγε τα χτυπήματα του
στο δεξί μηλίγγι.
.
Δε βιαζόταν.
Ησύχαζε.
.
Ο ήλιος έλιωνε τις στιγμές
και κείνος τις φυλάκιζε
στο νοτισμένο απ' την ψυχή του
πιθάρι με τις μοσχομολόχες.
.
Σταυρίνα (Στίβυ) Λαμπαδάρη/ Τα εκ βαθέων διυλισθέντα/ Εριφύλη (2003)
.
Μιας άνοιξης λησμονημένης
.
Το μικρό τσαλακωμένο
φτερό της πεταλούδας
αφουγκράζεται
τους στίχους των ποιητών
στις κιτρινισμένες σελίδες
μαζί με τις ξεραμένες μαργαρίτες
μιας άνοιξης λησμονημένης.
.
Σταυρίνα (Στίβυ) Λαμπαδάρη/ Τα εκ βαθέων διυλισθέντα/ Εριφύλη (2003)

ΣΤΑΥΡΙΝΑ (ΣΤΙΒΥ) ΛΑΜΠΑΔΑΡΗ (ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΣΤΕΛΝΟΥΝ)

Καβαλάρης ήλιος
στη ράχη της θάλασσας
αστραποβολά.
.
Καλοκαιράκι
αλητεύει σε κορμιά
ερωτευμένα.
.
Τα φύλλα τρελά
μετά τη βροχή λάμπουν
και λικνίζονται.
.
Στάλα και στάλα
τ' αηδόνι στην τρίλια του
νύχτας κεντίδι.
.
Στίβυ Λαμπαδάρη/ Άρρητον Κάλλος/ Χαϊκού/ Εριφύλη 2007
.
Η ταπεινή μου γνώμη: Τα χαϊκού της συλλογής είναι επηρεασμένα από τη φύση και το φυσικό περιβάλλον και την ανάταση που μας δημιουργεί.

Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2010

ΣΧΟΛΙΑ, ΑΠΟΨΕΙΣ & ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ 2



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Φιλοξενούμενοι

Κατερίνα Τεχλεμετζή (πίνακας εξώφυλλου)

(η μικρή μου Κατερίνα)

Λεία Χατζοπούλου-Καραβία (ποίημα) σελ. 7

Αγγελική Σιδηρά (ποιήματα) σελ. 8

Νίκος Ανώγης (ιστορικό αφήγημα) σελ. 12

Κώστας Ριζάκης (ποιήματα) σελ. 18

Σαράντης Καραβούζης (σκίτσο) σελ. 19

Μαίρη Μέγα (στοιχεία και σχόλια για την Περλ Μπακ) σελ.20

Χλόη Κουτσουμπέλη (διήγημα) σελ. 29

Σ.Π (σκίτσα) σελ. 34, 55, 67

Ελένη Μαρινάκη (ποιήματα) σελ. 35

Γιάννης Β. Κωβαίος (ποιήματα) σελ. 37

Νινόν Δημητριάδη-Καμπούρη (ποίημα) σελ. 38

Ελένη Κόλλια (ποιήματα) σελ. 39

Βικτωρία Παπαδάτου (ποιήματα) σελ. 42

Κώστας Χελμός (ποιήματα) σελ. 44

Γιώργος Λαγουρός (ποίημα) σελ. 46

Σταυρίνα (Στίβυ) Λαμπαδάρη (ποιήματα) σελ. 49

Νίκος Μυλόπουλος (ποιήματα) σελ. 51

Βαγγέλης Σερδάρης (αφήγημα) σελ. 53

Γεωργία Μάνιου (ποιήματα) σελ. 56

Κατερίνα Μαρτιναίου (ποιήματα) σελ. 58

Αναστασία Χρόνη (ποίημα) σελ. 60

Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου (ποιήματα) σελ. 61

Σ. Π (φωτογραφία οπισθόφυλλου)

Σελίδες του συντάκτη

Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια/ Χλόη Κουτσουμπέλη

(σχόλια) σελ. 63

Η αποχώρηση τής Λαίδης Κάπα/ Χλόη Κουτσουμπέλη

(σχόλια) σελ. 66

Έρημο νησί στην άκρη τού κόσμου/ Τόλης Νικηφόρου

(σχόλια) σελ. 68

Πολύπτυχον/ Έλλη Συναδινού/ 317 Χαϊκού

(σχόλια) σελ. 70

Τέσσερις όψεις τού μοντερνισμού Έλιοτ-Μπορχές-Κάφκα-Λόρκα/ Λένα Κωνσταντέλλου (Σημείωμα σχολίων) σελ. 71

Τέσσερις συλλογές/ Κώστας Καρούσος

(σχόλια) σελ. 72

Τα κείμενα τού ελάχιστου/ Πόλυ Τζωρτζοπούλου

(Σημείωμα σχολίων) σελ. 81

Ζητήματα κυμάτων/ Κατερίνα Κούσουλα

(σχόλια) σελ. 82

Κάποτε στη Μικρά Ασία… (διήγημα) σελ. 83

Βιογραφικά σελ 97

Βιβλία που έλαβα σελ. 102

Η όψη (οπισθόφυλλο βιβλίου) σελ. 105

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Οπισθόφυλλο τις συλλογής διηγημάτων μου "Η ΟΨΗ" που θα κυκλοφορήσει απο τις εκδόσεις "Γκοβόστη" τον Απρίλιο

Η ΟΨΗ. Μια όψη, ίσως, απογοητευτική μα και κάποτε ελπιδοφόρα, θλιβερή, καυστική, εξημμένη, κυνική, ειρωνική και σαρκαστική, αλλά συνάμα διασκεδαστική και κωμική. Ή μήπως είναι πολλές όψεις αναμιγμένες και παραμορφωμένες από τη μυωπική μας ματιά;

Η καταπιεσμένη Ταμάρα, η παρωχημένη μαντάμ Σουσού, ένα παιδάκι που διαμαρτύρεται, ένας πατέρας που «προσφέρεται» στην οικογένειά του, μια κοπέλα που θέλει να διοριστεί στο δημόσιο και καταφεύγει σε έναν πολιτικό, ένας άντρας που αρέσκεται να δέρνει τη γυναίκα του, ένας οικογενειάρχης σε κατάθλιψη, ένας ταξιδεμένος με τις αφηγήσεις του, δυο ερωτευμένοι ψυχοπαθείς, ένας Πακιστανός που συχνάζει σε παιδικές χαρές, ένας ηλικιωμένος που ζει βλέποντας τηλεόραση, μοιχείες σε μια κλειστή επαρχιακή κωμόπολη και ένας βαλτωμένος πωλητής μιας εταιρείας, στοιχειοθετούν το κολάζ της κοινωνίας μας, μέσα από τα μάτια της συλλογής.

Ένα ταξίδι σχετικότητας, αντιθέσεων και αυταπάτης, που ευελπιστεί να φωτίσει, έστω και λίγο, την πολυπλοκότητα τού σύγχρονου κόσμου μας, μέσα από τα γεγονότα και τους βίους των ηρώων του και την υποκειμενική τους ματιά.