Η λίστα ιστολογίων μου

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Ο ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΟΛΙΨΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΠΕΖΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΖΕΦΗΣ ΔΑΡΑΚΗ

ΜΑΡΘΑ ΣΟΛΚΕΡ/ ΖΕΦΗ ΔΑΡΑΚΗ/ ΚΕΔΡΟΣ

Γοητευτικό, σαγηνευτικό και με στοιχεία ρομαντισμού το έργο αυτό της Ζέφης Δαράκη, στηριζόμενο σε μεγάλο βαθμό στον αισθητισμό -αν και δεν παραμελείται η πλοκή-, όχι μόνο ως προς τα μέσα και τον τρόπο έκφρασης, αλλά και ως προς την οπτική γωνία που αντιμετωπίζουν οι δυο ήρωές της τη ζωή, πετυχαίνοντας έτσι εναρμόνιση μορφής και περιεχομένου. Είναι έτσι απομακρυσμένο από κάθε διδακτισμό ή πρόθεση διδασκαλίας και στηριζόμενο στη μεταφορική και εικονοπλαστική γραφή, κάνοντας χρήση, αλλά όχι κατάχρηση, επιθέτων, η αφήγησή της ξετυλίγεται με ποιητικότητα και μειλίχια συναισθηματική φόρτιση, και μας οδηγεί στην απόλαυση, παρασύροντάς μας στον ιδιαίτερο κόσμο της.
Στο κατά βάση αφηγηματικό και ψυχογραφικό κείμενο, παρεμβάλλονται σκόρπιοι διάλογοι, που διακόπτουν τις λυρικές εξάρσεις και μας επαναφέρουν στη συνείδηση και στην ήρεμη εξέλιξη του έργου.
Η Μάρθα Σόλκερ, μέσα στη μοναξιά και την αποξένωση, πλάθει στο νου της ένα δικό της κόσμο, με την προσήλωση και τη λατρεία των λεπτομερειών και της κάθε κίνησης, τις έμμονες και συχνά παράλογες ιδέες και σκέψεις της, τα πάθη, τις φοβίες και τις ανασφάλειές της, και παρασυρόμενη τόσο πολύ από αυτόν, τον βιώνει μόνο εσωτερικά και προσωπικά, με ιδιόμορφη ένταση και δεν τολμά να τον διαταράξει. Βυθίζεται έτσι σταδιακά στη σχεδόν ονειρική της πραγματικότητα, που τροφοδοτείται με παραισθήσεις και αυταπάτες. Διαλέγει να εκφραστεί με ένα διακριτικό ψιθύρισμα, μια συστολή, ένα φοβισμένο βλέμμα προς τα όντα, που μοιάζουν να την τρομάζουν, καθώς προσπαθεί συνεχώς να τα πλησιάσει, να τα αφουγκραστεί και έτσι να τα οικειοποιηθεί, καθώς εξ’ αρχής μοιάζουν ξένα και ακόμα και τα πιο συνηθισμένα φαντάζουν πρωτόγνωρα, γιατί ενίοτε συνταιριάζονται με την αναζωογονητική δύναμη τού έρωτα και τους ανθρώπους, οι οποίοι τους δίνουν το δικό τους νόημα, τη δική τους παρουσία ή απουσία -κατά μια υπαρξιστική αντίληψη-, βυθίζονται έτσι και ξαναβγαίνουν από το χώρο τής ονειροφαντασίας, στον κόσμο της ατομικής ιδιαιτερότητας και χρωματίζονται με συναισθήματα και κινήσεις, με το απλό και συνάμα μαγευτικό ανθρώπινο μυστήριο.
Οι αντιθέσεις εξομαλύνονται, κατευνάζονται, εξευγενίζονται, γίνονται γλυκές και τρυφερές, σαν εφηβικό ρομαντικό τραγούδι και το κείμενο αποκτά την αίσθηση και την υφή ποιήματος.
Η Μάρθα Σόλκερ κατά βάθος φοβάται τα ταξίδια, φοβάται τις νέες εμπειρίες, την εκδήλωση του έρωτα, τις άμεσες κρίσεις και είναι άτολμη προς οποιαδήποτε αλλαγή. Είναι βυθισμένη στις σκέψεις της και στην «αυτάρκη και φλογερή ροή» των ονείρων της (σελ56) και αρνείται να τις εγκαταλείψει, ακόμα και υπό την πρόσκληση του πραγματικού και απόλυτου έρωτα.
Για τη Ζέφη Δαράκη ο έρωτας δεν είναι κραυγαλέος, αλλά δειλός, διακριτικός και ανασφαλής, συχνά υπαινικτικός, αλλά με έντονα ρομαντικά και σαγηνευτικά στοιχεία, σύνθετος στις αντιδράσεις του, αλλά απόλυτος και σαρωτικός ψυχικά, κάτι που αντανακλά μια γυναικεία ψυχολογία, τρυφερή και ήρεμη. Ουσιαστικά δεν παρέχει λύσεις ή λύτρωση στη Μάρθα Σόλκερ, παραμένει ως εσωτερική παρόρμηση, μέθεξη, ηδονή, αγάπη, λατρεία, αλλά και εγκλωβισμός στο ανεκπλήρωτο, στην εσωτερική εμπειρία τής ψευδαίσθησης και της μελαγχολίας, γιατί είναι ιδεαλιστικός, με σαφή εξωπραγματικά και υποκειμενικά στοιχεία και συχνά σιγοτρώγεται από την αμφιβολία και την ανασφάλεια.
Η γερμανόφωνη μορφή των ονομάτων (Μάρθα Σόλκερ και Γιόχαν Βάλερ), μας παραπέμπει έμμεσα στον γερμανικό ιδεαλισμό και κάποτε στον σολιψισμό, που φαίνεται να αποτελούν τη βάση του έργου, μια και οι Ιδέες του «έρωτα», της «ομορφιάς» και του «ταξιδιού», μοιάζουν απόμακρες και εξιδανικευμένες, μπρος στην πραγματικότητα των ηρώων, και στέκουν ανεκπλήρωτες και απρόσιτες, μέσα στον ιδιαίτερα προσωπικό τρόπο που αντιλαμβάνονται τον κόσμο, που εξαρτάται και διαμορφώνεται από αυτούς, τους συνεπαίρνει και, περισσότερο στην περίπτωση της Μάρθας Σόλκερ, τους κυριεύει, ενώ μόνο ο «Νους» και το «Εγώ» τους μοιάζουν ανεξάρτητα και αυτοτελή. Έτσι από τον προσωπικό της χώρο, στον οποίο κινείται η ποίηση της -όπως παρατηρεί η κριτική (π.χ Κ Γ Παπαγεωργίου «Η Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά»/ Σοκόλης 2002)-, οδηγούμαστε σε μια πεζογραφική γενίκευση, που συνεπικουρείται από τη χρήση του τρίτου προσώπου αφήγησης, και φτάνουμε σε πιο καθολικές μορφές, μια και η υποκειμενική αντίληψη των όντων μεγεθύνεται. Αυτό βέβαια δε σημαίνει, κατ’ ανάγκη, ότι η συγγραφέας υιοθετεί τις φιλοσοφικές αυτές θέσεις ως κοσμοθεωρία ή με την απόλυτη συνειδητή λογική, αλλά τα πεζά της και σε κάποιο βαθμό η ποίησή της, αποτελούν φορέα έκφρασής της, τουλάχιστον με τον τρόπο που βιώνεται ο κόσμος, μια και η υποκειμενική αντίληψη είναι αδιαχώριστη με την πραγματικότητα.
Όλος αυτός ο υποκειμενικός και παράξενος τρόπος αντίληψης των πραγμάτων, που αγγίζει στιγμιαία το παράδοξο, φτάνει ως το διακριτικά κωμικό και κωμικοτραγικό, δίνοντας μια ξεχωριστή υφή στο έργο.
Ψυχογραφικός, ψυχολογικός και ιδεαλιστικός είναι επίσης και ο έρωτας της Μάρθας Σόλκερ και του Γιόχαν Βάλερ, υπαινικτικός, ευγενικός και διακριτικός, θυμίζει μια άλλη εποχή, ρομαντική και πολύ δειλή, μας περιφέρει στις λεπτομέρειες και στα «μικρά» πράγματα, που μεγεθύνονται στα μάτια μας, παίρνοντας σχεδόν μαγικές διαστάσεις, εισχωρώντας στον εσωτερικό κόσμο των ερωτευμένων, αποκτούν απροσδόκητη σημασία και αξία, ενώ κάποια άλλα σβήνουν και ατονούν. Ο διακριτικός τους έρωτας ακροβατεί μεταξύ της δειλίας, της λατρείας και της έκφρασης και μοιάζει σχεδόν εφηβικός και πρωτόγνωρος. Σε παλιότερες ρομαντικές εποχές μας παραπέμπει και ο πληθυντικός που χρησιμοποιεί προς τον αγαπημένο της, ο οποίος εκφράζει και την απόσταση από την υλοποίηση τής ερωτικής οικειότητας και πράξης, με το σιωπηρό όνειρο και τη φαντασία να είναι μια διέξοδος διαφυγής από την πεζή πραγματικότητα, το ανικανοποίητο τής επιθυμίας και τη δειλία μπρος στην ανάληψη δράσης.
Επίσης οι διαρκείς σκιαγραφήσεις των ψυχικών καταστάσεων και διακυμάνσεων των ηρώων της, παρουσιάζουν λεπτοκοπιά, ενώ καταφανής είναι η αναλυτική σκέψη τής συγγραφέως.
Η Ζέφη Δαράκη διαλέγει να τελειώσει το έργο της, με μια σειρά εκδοχών, που όπως λέει ταιριάζουν στο χαρακτήρα της Μάρθας Σόλκερ και αποτελούν ημιτελή επιμύθια που «περιμένουν» την υποκειμενική αντίληψη του αναγνώστη.

Η ΟΝΕΙΡΟΣ/ ΖΕΦΗ ΔΑΡΑΚΗ/ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ»

Η απόλαυση τής ανάγνωσης του βιβλίου στηρίζεται στην ονειρώδη λεπτομερειακή περιγραφή, με μυστηριακά στοιχεία, που αγγίζουν τη μεταφυσική. Μέσα σ’ αυτόν τον ιδεαλιστικό, παράξενο και συχνά παράδοξο κόσμο, «Η Όνειρος» μας κάνει να βιώνουμε τα πράγματα μ’ ένα τελείως διαφορετικό τρόπο, απ’ ότι η απλή ρεαλιστική εμπειρία θα μας προσέφερε, με βάση μια πολύ προσωπική, ιδιωτικά τρυφερή ματιά, ενώ τονίζεται και η αναζήτηση της φυσικής ομορφιάς, μέσα από το παραμορφωτικό βλέμμα τής αφηγήτριας, που εξιδανικεύει ωραιοποιώντας τα όντα, φτάνοντας παροδικά στο σολιψισμό, που είναι αποτέλεσμα της ονειρώδους καταστάσεως. Αυτό πετυχαίνεται με τη χρήση αντιφάσεων, παραδοξολογιών, εκτεταμένων και έντονων μεταφορών και φανταστικών περιγραφών -στοιχεία που χρησιμοποιούνται και στην ποίησή της-, που δημιουργούν ένα σχεδόν παραμυθικό μαγευτικό κλίμα, που κινείται μεταξύ πραγματικού και εξωπραγματικού.
Εκείνο που ζητά η Όλια, είναι τελικά ένα κομμάτι του ίδιου της του εαυτού, όπως περιγράφεται, με ονειρικά μεταφυσικούς όρους, στην τελική συνάντησή της με τον ξένο, που είναι νέος και ταυτόχρονα γέρος, που τον κοιτά και την κοιτά, και κατ’ ουσία απλώς μόνο της φαίνεται ότι υπάρχει. Το κείμενο είναι ένα μεταφυσικό ταξίδι υποκειμενικού μυστηρίου και αγωνίας, προς αναζήτηση του άλλου μισού που φαίνεται να λείπει από την ανθρώπινη ύπαρξη και μπορεί να είναι το χαμένο παρελθόν, η αναμονή του ταξιδιού τής ζωής ή ακόμα και το μέλλον, ή οτιδήποτε θα μπορούσε να λείπει σε κάποιον, καθώς το κείμενο υπόκειται σε ηθελημένη ασαφή γενικότητα. Ο νέος που περιμένει η Όλια, αντιπροσωπεύει τη διαρκή αναμονή κάποιου γεγονότος ή ανθρώπου, που ίσως την βγάλει από την ανία, τη στασιμότητα και της δώσει κάποια λύση και που τελικά ποτέ δεν έρχεται «πραγματικά». Μοιάζει να βλέπει τον εαυτό της από ποικίλες οπτικές γωνίες, από τα έσω, αλλά από μια εξωτερική απόσταση (π. χ σελ41 «Σαν να σηκώθηκε μέσα στο ίδιο της το όνειρο και από το βάθος του ύπνου της σαν ν’ ανασήκωσε κάποιο γράμμα του αγνώστου της» ή σελ15 «Αλλά έτσι όπως έσκυβε και τον παρατηρούσε, ήτανε σαν να ανέβαζε εκείνη το νερό και σάμπως εκείνος να το ανέβαζε για χάρη της»).
Προσεγγίζεται έτσι μια ονειρική παραισθησιογόνα εμπειρία, στην οποία το «δρων» πρόσωπο και είμαστε και δεν είμαστε εμείς και τα πράγματα και το «Είναι» μας βρίσκονται σε σύγχυση. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα στην αρχή του έργου, το οποίο συνοψίζει αυτή την κατάσταση: «Όταν χτυπήσεις την πόρτα το βράδυ δεν θα ’μαι/ μέσα/ Θα είμαι από πίσω σου/ κι όταν ανοίξομε μαζί την πόρτα θα δούμε τους δυο μας/ καθισμένους/ μπροστά στα ίδια πρόσωπα τού ονείρου».
Η ηρωίδα κινείται μειλίχια, βιώνοντας με όλες τις αισθήσεις της τα όντα, ενώ σε μεγάλο βαθμό έχει ανεπτυγμένη τη διαίσθηση, μέσω της οποίας αισθάνεται μια τελείως διαφορετική προσωπική και ιδιόρρυθμη πραγματικότητα.
Περιλαμβάνονται επίσης μια σειρά αφηγηματικών περιγραφών και κάποια παράπλευρα δρώμενα, τα οποία δε συνεισφέρουν στην εξέλιξη τής δράσης, ωριμάζουν όμως και διαμορφώνουν το μυστηριακό περιβάλλον, καθώς στόχος της Ζέφης Δαράκη είναι η απόλαυση μέσα από τις λέξεις και τις εικόνες και κατά δεύτερο λόγο από την πλοκή, η οποία σαφώς υπάρχει και εκκινεί την περιέργεια και την αγωνία, καταλήγοντας απότομα στο τέλος, αφήνοντας «ανοιχτές» και «μετέωρες» ερμηνείες και εκδοχές, όπως θα συνέβαινε σ’ ένα όνειρο, μέθοδος που ακολουθείται και στο έργο της «Μάρθα Σόλκερ».

Παρακολουθώντας και τα δυο πεζά κείμενα τής συγγραφέως, παρατηρούμε ότι μοιάζουν σαν σπουδή στη «μαγεία» τής λεπτομέρειας και του περιττού, ιδωμένα μέσα από μια άκρως υποκειμενική ματιά. Η τέρψη τους πετυχαίνεται είτε με τη χρήση μεταφορών, σε μια γλώσσα ποιητική, είτε με τη δημιουργία μυστηριακού και αινιγματικού κλίματος, με έντονο το ρομαντικό και το παραμυθικό στοιχείο, διεγείροντας έτσι την περιέργεια του αναγνώστη.
Το «ταξίδι» φαντάζει και στα δυο της πεζά σαν ανεκπλήρωτη επιθυμία και ονειροφαντασία και αποτελεί μοχλό εκκίνησης των ιστοριών, γύρω από τον οποίο περιφέρονται.
Η Δαράκη φέρνει κοντά την πεζογραφία με τον ποιητικό λόγο και έτσι τα πεζά της μπορεί να ιδωθούν μόνο ως συνέχεια και σε συνάφεια με το ποιητικό της έργο.

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό "Πάροδος", τεύχος 32, στα πλαίσια του αφιερώματος στο έργο της Ζέφης Δαράκη.