Η λίστα ιστολογίων μου

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ «ΑΓΚΡΙΤΣΕΝΤΟ» ΜΙΑ ΠΟΛΥΔΙΑΣΤΑΤΗ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΒΟΥΤΙΑ

Το Αγκριτσέντο είναι για τους ήρωες του Κώστα Χατζηαντωνίου καταφύγιο, σημείο λήθης, αποσιώπησης, αποφυγής και διαγραφής του παρελθόντος, αλλά και καινούριας αρχής, έχοντας για τον καθένα τη δική του ιδιαιτερότητα. Σε αυτήν την αλλαγή δεν είναι αποκομμένοι από τον εαυτό τους, αλλά ανακινούνται μέσω της μνήμης, από κομμάτια που αναδύονται από το παρελθόν, που είναι συχνά εγκλωβισμένα μέσα τους και αναγνωρίζονται ως ουσιαστικά στοιχεία της ζωής και της ψυχολογίας τους.
Η επιστροφή τους στο παρελθόν και τις μνήμες κυριαρχεί στο βιβλίο, είτε με μορφή τοπολογική, δηλαδή επαναφορά στα πάτρια εδάφη, στους ανθρώπους, είτε στην ιστορία του τόπου, ως διερεύνηση και συναίσθηση των προγονικών ριζών -όπως στην περίπτωση του Παυσανία. Η νοσταλγία αυτών που πέρασαν, των ευτυχισμένων στιγμών και αυτών που δεν κατάφεραν να ζήσουν, είναι οι κινητήριες δυνάμεις τους. Ακόμα και όταν οι αφορμές είναι οι μαφιόζικες αποστολές, αυτό που κυριαρχεί στην ψυχή τους είναι η ευχαρίστηση και η νοσταλγία της επιστροφής, που ενισχύεται από μια ελαφρώς διάχυτη απογοήτευση που νιώθουν, που μετασχηματίζεται σε μια χαμηλών τόνων ανάγκη αλλαγής, για κάποιους εν είδει επαναφοράς σε μια πρότερη αγνότητα ή συναισθηματική παράδοση στον έρωτα.
Το βιβλίο είναι ένα πολυδιάστατο ταξίδι, όχι μόνο στις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του, αλλά διαμέσου αυτών στην ιστορία, στη φιλοσοφία, στην ψυχολογία, στον έρωτα, στην πολιτική και σε πλήθος άλλα αντικείμενα. Συχνά είναι μια έμμεση δοκιμιογραφία -όπως ξέρουν να κάνουν πολλοί καλοί μυθιστοριογράφοι-, που επιρρώνεται από τη θητεία του συγγραφέα στις μελέτες και στο δοκίμιο. Οι ξεχωριστές ιστορίες και δράσεις των προσώπων που εμπλέκονται, μέσα από την παράλληλη αφηγηματική εναλλαγή από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, σπάει την συνεχή αφήγηση, συναρμόζεται όμως τελικά σε ένα ενιαίο σύνολο, που έχει σαφώς μια κατεύθυνση εξέλιξης. Περιττό από πλευράς πλοκής δεν υπάρχει. Κάποτε μόνο εκτρέπεται σε γνωστικά αντικείμενα, ξεφεύγοντας εσκεμμένα από το μύθο.
Επί το πλείστον οι ήρωές του βρίσκονται σε υπαρξιακή κρίση, από την οποία φορτίζονται και στη συνέχεια ενεργούν. Παρουσιάζουν ένα έλλειμμα που προσπαθούν να πληρώσουν με τις ενέργειες και τη συμπεριφορά τους. Τους ταλανίζουν, άμεσα ή έμμεσα, ερωτήματα όπως: «Έκαναν αυτά που πραγματικά ήθελαν στη ζωή τους;», «Μήπως έπρεπε να κάνουν κάτι άλλο;», «Μπορούν να το κάνουν τώρα -στο μυθιστορηματικό χρόνο- ή είναι αργά;», «Η επιστροφή αυτή θα είναι μια λύτρωση;».
Συνδετικός κρίκος των ιστοριών -εκτός της πλοκής- είναι το Αγκριτσέντο, που «δεν είναι απλά μια πόλη», όπως λέει ο συγγραφέας στο οπισθόφυλλο, αντιπροσωπεύει το παρελθόν, διαμορφώνοντας τη Σικελική ιδιοσυγκρασία και σκέψη, ζει μέσα στα μνημεία -που λειτουργούν συνεκδοχικά και κάποτε ασυνείδητα και όχι πάντα ως καθαρές μαρτυρίες-, την ιστορία και τη γενεαλογική μετάβαση. Εκεί είναι το σημείο που θα συναντηθούν αναζητώντας τη λύτρωση και τη ζωή.
Η εγκιβωτισμένη ιστορία της ζωής και της δράσης του Εμπεδοκλή, μέσα από το αφήγημα που συγγράφει ο Παυσανίας Ανκίτε, του δίνει δυνατότητα να ξετυλίξει την ιστορία του τόπου και να κάνει ιστορικές αναφορές που λειτουργούν γνωσιολογικά και αισθητικά. Σαφώς η γνώση επιδιώκεται και απορρέει από αυτό, αλλά και από μια παράθεση παράπλευρων στοιχείων που παρεμβάλλονται στην αφήγηση, έπ’ αφορμή των μνημείων, του τόπου, των συζητήσεων των ηρώων, ακόμα και με άμεση παρεμβολή σκέψεων του αφηγητή-συγγραφέα. Οι παρεμβολές όμως αυτές είναι άριστα προσαρμοσμένες και δεν δρουν αποσπαστικά και με διδακτισμό. Τα Εμπεδόκλεια μάλιστα αποσπάσματα δημιουργούν μια ξεχωριστή νότα στο κείμενο και λειτουργούν ως μικρές ανάπαυλες από τη ροή της πλοκής, καθώς μόνο ελάχιστη και ίσως έμμεση σχέση έχουν με το κείμενο. Η σαγήνη της ανάπλασης του παρελθόντος, είτε του βιωμένου ως μνήμη, είτε του ιστορικού, μέσα από την εικονοπλαστική και περιγραφική ικανότητα του συγγραφέα, συμπληρώνεται με φανταστικά στοιχεία, που συναρμόζονται με τα υπαρκτά και υπόκεινται στο φίλτρο της ωραιοποίησης και της γραφικότητας. Η αναγνωστική απόλαυση έγκειται, εκτός από την πλοκή, στο τουριστικό ρεμβαστικό βλέμμα, στις εμβριθείς σκέψεις και στην «ηδονή» της αποκτούμενης γνώσης. Ο συγγραφέας καταβάλλεται από ένα αίσθημα αγάπης και συμπάθειας προς τον τόπο αυτό και ό,τι έμψυχο αντιπροσωπεύει και τον παρουσιάζει έτσι ώστε να μας οδηγήσει στην αισθητική ικανοποίηση. Ως Έλληνας δείχνει μια ιδιαίτερη ευαισθησία ως προς τα ελληνικά στοιχεία και την ελληνικότητα του τόπου, τα οποία και προβάλλει και τα εντοπίζει τόσο στα μνημεία, όσο και στους ανθρώπους. Η νοοτροπία βέβαια των ηρώων μοιάζει καθαρόαιμα ιταλική, ιδιότυπα σικελική και, φαντάζομαι, ότι έτσι πρέπει να είναι, μια και ο συγγραφέας δεν την αντιμετωπίζει ως Έλληνας, αλλά ως ουδέτερος παρατηρητής. Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γράφει ελεύθερος, αλλά μέσα στα όρια του ρεαλισμού, και με την ιδιότητα αυτή κατακτά την αξία του το κείμενο.
Η χρήση της γλώσσας είναι άριστη, συχνά με δοκιμιακό χαρακτήρα, σταθερότητα και ακρίβεια, χωρίς περιττές λογιότητες. Μεστή, ουσιώδης, καλοδουλεμένη, χωρίς περιθώρια ασάφειας και παρεξηγήσεων, είναι ένα αρραγές μίγμα, που απομακρύνεται από το σύγχρονο πρόχειρα επιπόλαιο καθημερινό λόγο. Η παρεμβολή χωρίων που αφορούν τον Εμπεδοκλή ενισχύει τα παραπάνω χαρακτηριστικά.
Οι ήρωές του είναι άνθρωποι με προσωπικότητα, περηφάνια, ολοκληρωμένες οντότητες, που έχουν συνείδηση του κόσμου και της ζωής τους, μοιάζουν σαν πρότυπα μορφών, όχι υποχρεωτικά τέλειων, μα ουσιαστικών. Και να σφάλουν διατηρούν το υψηλό πνευματικό και ηθικό τους επίπεδο, ακόμα και όταν έχουν τη «νουάρ ηθική» των παρανόμων, μια και κάποιοι αποτελούν μέλη παράνομων οργανώσεων. Περιγράφονται πλέρια, χωρίς κενά, στηρίζονται και στεριώνονται πλήρως. Συχνά μοιάζουν διστακτικοί απέναντι στα πράγματα, αφηνόμενοι στη ροή τους. Στους περισσότερους ο δυναμισμός και η αποφασιστικότητα μοιάζουν να έχουν παρέλθει, μαζί με τη χρόνια απογοήτευση από τα ιδανικά τους και τις σχέσεις τους με την πρότερη ζωή, μια και έχουν διαβεί το κατώφλι των σαράντα ετών, ωριμάζοντας ψυχικά και ξεπερνώντας τον ενθουσιασμό της νιότης. Είναι όμως προπαρασκευασμένοι ψυχολογικά να δεχθούν τη συγκίνηση και την αλλαγή. Το Αγκριτσέντο ως μαγιά παρελθόντος είναι εκεί γι’ αυτούς. Συνήθως γίνεται ανάλυση συναισθημάτων των ηρώων και των αιτιών τους -κάνοντας ανάδρομες αφηγήσεις, ψυχογραφικές αναλύσεις, διαλόγους και απευθείας επεξηγήσεις-, όσο και του τρόπου δράσης και συμπεριφοράς τους, ως προς το πού αποσκοπούν ή τι αναμένουν. Οι αναλύσεις αυτές γίνονται παράλληλα με την εξέλιξη της πλοκής και καθιστούν το κείμενο ρεαλιστικά σαφές, οδηγώντας με ευκρίνεια τη σκέψη του αναγνώστη, σε στέρεα και καθορισμένα μονοπάτια, έξω από παρανοήσεις, αφήνοντας την προτεραιότητα στην αφήγηση και την εικονοπλαστική περιγραφή.
Ο ρόλος της ιταλικής μαφίας περιγράφεται τόσο όσο χρειάζεται για την εξέλιξη του μύθου, αποφεύγοντας στοιχεία που, ίσως, θα οδηγούσαν στην ηθική αποδυνάμωση των ηρώων και στη μετατόπισή τους στο χώρο των αντιηρώων, κάτι που δεν προτιμάται, μια και επιδιώκεται η συμπάθεια και η κατανόησή τους. Ούτε κρίνεται, άμεσα τουλάχιστον, ηθικά ο ρόλος της μαφίας και των πολιτικών τεκταινομένων, που αντιμετωπίζονται λίγο γραφικά. Έτσι γίνεται μια πολύ ακαθόριστη, περισσότερο ψυχολογική, παρά λογική, προσέγγιση των ιδεών της και των θυγατρικών ή παρεμφερών οργανώσεών της. Έτσι διαβάζουμε μέσα από τα λόγια του Λουίτζι: «Δεν ήταν μια οργάνωση ό,τι ονομάζουν ‘‘Μαφία’’, δεν είχε σχέση με τα κόμματα, δεν ήταν κλέφτης ή ληστής ο μαφιόζος. Ήταν η αντίσταση μιας ράτσας, η ανυπόταχτη σικελική ψυχή μας. Το αίσθημα περηφάνιας, τιμής και ανυπακοής κάθε Σικελού απέναντι σε κάθε ισχυρό, ενάντια σε κάθε άδικο νόμο. Η συνείδηση της ξεχωριστής μας ύπαρξης. Ίσως μια υπερεκτίμηση της ατομικής δύναμης που θέλουμε να είναι ο μοναδικός κριτής κάθε αντίθεσης και κάθε σύγκρουσης ανθρώπων κι ιδεών. Μια νοσταλγία άγριας, φυσικής ελευθερίας, τότε που ζούσαμε σύμφωνα με τη φαντασία μας» (σελ. 96).
Μέσα από ψυχογραφία προκύπτει η σικελική ιδιοσυγκρασία, το τοπικό, το ιδιαίτερο, αυτό που καθορίζει, ως ένα βαθμό, ενοποιητικά το κείμενο. «Όμορφοι, τολμηροί και αλαζονικοί», όπως λέει για τους ανυπότακτους Σικελούς (σελ. 102). Έτσι οι αναλυτικές και δοκιμιακές ικανότητες τού συγγραφέα αποτυπώνονται ξανά πεντακάθαρα και στο μυθιστορηματικό του στίγμα. Οι Σικελοί σκιαγραφούνται και επεξηγούνται σφαιρικά, τόσο συναισθηματικά, όσο και ιστορικά και αιτιολογικά. Οι κώδικες τιμής και η ιδιότυπη ηθική τους μας παραπέμπει στα φιλμ νουάρ, μια και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αμερικάνικη μαφία -πάνω στην οποία καλλιεργήθηκε έντονα το νουάρ-, έχει τις απώτατες ρίζες της στη σικελική, τόσο λόγω των Ιταλών μεταναστών, όσο και εξ’ αιτίας των συνθηκών της Νέας Χώρας. Έτσι διακρίνω έναν «ηθικό ρομαντισμό» και μια ελαστικότητα, που προσωπικά προτιμώ από την άκαμπτη σκληρότητα των ηθικοφρόνων προσωπείων. Για παράδειγμα παρατηρούμε τον Παυσανία να ανταποδίδει παλιότερη υποχρέωσή του κρύβοντας τον παράνομο Γκαετάνο. Ενώ τοποθετούνται τα συναισθήματα φιλίας πάνω από το νόμο και αποφεύγεται η κατάδοση παρανόμων, παρά μόνο όταν προσβλέπουν στον πλουτισμό του Φράνκο, που δεν γνωρίζει άμεσα τους ήρωες και λειτουργεί τυχοδιωκτικά.
Αυτό που διακατέχει τον Παυσανία Ανκίτε, είναι το πάθος για τη γνώση και την έκφρασή της, ως διάδοση ιδεών, είτε μέσω του γραπτού λόγου, είτε μέσω του προφορικού, όπως καθαρά φαίνεται στο κεφάλαιο 15 στη συζήτησή του με τον Λίνο. Αλλά αυτή η ιδιότητα δεν είναι μόνο του ήρωα του βιβλίου, είναι γενικότερα αρχή της γραφής του συγγραφέα, συχνά βέβαια με πιο έμμεσο τρόπο. Διδάσκει. Θέλει να μας μάθει το παρελθόν μας, να μας δώσει τρόπους σκέψης, να μας παρουσιάσει τοπία και μνημεία, και φτιάχνει με επιτυχία ένα βιβλίο που αποσκοπεί στην τέρψη μέσω της γνώσης, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό. Δεν ηθικολογεί, δεν κατακρίνει άμεσα, παρά μόνο συμπεραίνει ως απόρροια της σταθερής γνώσης, δηλαδή εξ’ αποτελέσματος.
Το βιβλίο δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα, είναι ένα μυθιστόρημα και για την ιστορία, ως ζωντανό σώμα της σημερινής πραγματικότητας και ως σπόρος μέσα μας. Έτσι πονάει, αγωνίζεται, συμπεραίνει, δηλαδή αναπνέει και ζει.
Ο έρωτας παρουσιάζεται σαγηνευτικός μεν, αλλά όχι κραυγαλέος, σε απόλυτα ανθρώπινα μέτρα, μακριά από ιδεαλισμούς, και δε διστάζει, με τη ρεαλιστική ματιά του τριτοπρόσωπου αφηγητή και κάποτε με δοκιμιακού τύπου άμεσες παρεμβάσεις, που παρεμβάλλονται στην αφήγηση, να τον απομυθοποιήσει (π. χ. «Όσο πιο ηδονική είναι η πράξη, τόσο πιο λίγο σου φτάνει αυτή η ηδονή. Και ζητά να γίνει έρωτας, μια σοβαρή αυταπάτη, λάθος καταστροφικό», σελ. 282). Θίγεται τόσο μέσα από τη συζυγική αγάπη του Παυσανία και της Μπιάνκα, ως μνήμη, αλλά και ως ανολοκλήρωτη παροδική μορφή, μέσα από τη σχέση Λίνου και Ισαβέλλας, δηλαδή σε διάφορες εκφάνσεις και χωρίς συνταγές.
Το Αγκριτσέντο είναι ένα μυθιστόρημα που έχει να δώσει πολλά πράγματα με άριστο τρόπο και αυτό το καθιστά σημαντικό και θα πρέπει να καταγραφεί στα βιβλία που «μένουν».

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Πάροδος τεύχος 48, στα πλαίσια του αφιερώματος στον Κώστα Χατζηαντωνίου

Η ψυχανάλυση στο έργο «Η αλεπού και ο κόκκινος χορός» της Χλόης Κουτσουμπέλη/ Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Η Χλόη Κουτσουμπέλη σε αυτή τη συλλογή της γίνεται αναπάντεχα αποκαλυπτική, φτάνοντας ως την αυταπάρνηση, καθώς εκμυστηρεύεται μύχιες σκέψεις της και πράγματα που είναι δύσκολο, ως απίθανο, να παραδεχτεί κάποιος για τον εαυτό του, και αυτό δείχνει μια ξεχωριστή γενναιότητα και δίνει έναν ιδιαίτερο τόνο στο έργο της.
Η ποιήτρια μοιάζει τρυφερά ανήλικη, αλλά με εντυπωσιακή συναίσθηση των όντων, με εφηβικές ερωτικές αντιδράσεις, που ενέχουν μια ένταση και τραγικότητα, μέσα από το απόλυτο «δόσιμο». Στα ποιήματά της ο άνθρωπος μοιάζει να διαχωρίζεται σε δυο υποστάσεις, στο «Φαίνεσθαι» και στο «Είναι», που αλλιώς μεταφράζονται στους ανταγωνιστικούς φροϋδικούς όρους, του «Εγώ», που πιέζεται από το «Αυτό» και το «Υπερεγώ». Έτσι υπό την επιρροή της ποιητικής μέθεξης και του συναισθηματισμού, αναδύονται υποσυνείδητοι φόβοι, θελήσεις και ερωτισμός (π. χ «Ο λύκος» σελ 12), ενώ κάνει και άμεση αναφορά στο Φρόιντ (σελ 36 «Άννα Ο»).
Το σκοτάδι ξεχύνεται σαν σύμβολο ενδόμυχων φόβων και υποσυνείδητων πόθων, ενώ συνήθως στην κατάληξη τού ποιήματος, και συχνά ενδιαμέσως, αναδύεται μια τραγικότητα, που συνήθως είναι σαρωτική ή φλερτάρει με το στοιχείο του θανάτου (π. χ. σελ.12, σελ.19), που συχνά φτάνει στην εξιλεωτική αυτοκαταστροφή και αυτοτυραννία (π. χ. σελ.27), αναμιγμένη κάποτε με ηδονιστικά στοιχεία.
Η γυναίκα παρασύρεται από τον έρωτα, που εκτός από συναισθηματικά σαρωτικός, γίνεται αναπόφευκτα ανεξέλεγκτος και καταστροφικός, συμφυής και αναπότρεπτος, και καθιστά τον άνθρωπο έρμαιό του. Συνήθως το στοιχείο τής αυτοκαταστροφής, παρουσιάζεται σε κορύφωση, κυρίως στο τέλος των ποιημάτων, ακολουθώντας μια γραμμικά «ανηφορική» συναισθηματική πορεία.
Ο κόσμος της συλλογής, είναι ένας κόσμος με λύκους, μάγισσες, πόθους, παράλογες εμμονές, κινήσεις, κάποτε σαν αυτιστικές, που κάνουν το έργο ατμοσφαιρικό. Οι εικόνες διαδέχονται η μια την άλλη, γρήγορα, συχνά ξαφνιάζοντάς μας, έχοντας συνήθως μια «μαγική», αισθησιακή ή «παραμυθική» χροιά, και από αυτές, κυρίως, πηγάζει η απόλαυση που γεννά η ποίησή της, ενώ μας κάνει να νιώθουμε και να ταυτιζόμαστε, με κάθε ενδόμυχη θέληση ή φόβο της, καθώς κατά βάθος, είναι και δικά μας, αλλά δεν έχουμε τη δύναμη να τα παραδεχτούμε άμεσα.
Με σουρεαλιστικά στοιχεία γραφής, προσπαθεί να προσδιορίσει συμπεριφορές, μεταφορικά ή αλληγορικά, έμμεσα και γενικά, συχνά ξεκινώντας από προσωπικά βιώματα και γενικεύοντας στη συνέχεια, ενώ άλλοτε αντλεί συναισθηματικές φορτίσεις από αρχέτυπα (π. χ «Θάνατος», «Μητέρα θεά», «Φόβος του σκοταδιού», «Φόβος για τα άγρια ζώα»), άλλοτε από μυθολογικές αντιστοιχίες (π. χ «Αντιγόνη») και λογοτεχνικές αναφορές (π. χ «Μαντάμ Μποβαρύ»), και έτσι η αίσθηση του ποιήματος είναι περισσότερο πηγαία, παρά άμεσα λογική.
«Η αλεπού και ο κόκκινος χορός» μοιάζει σαν συνέχεια των συλλογών της «Η αποχώρηση της λαίδης Κάπα» και του «Η λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια», καθώς τα μοτίβα επαναλαμβάνονται και ισχυροποιούνται.
Μέσα όμως στο πάθος και τον ερωτισμό της συλλογής, υποθάλπεται ένας εγκλωβισμός, μια απειλή -ίσως ο «άλλος εαυτός μας-, ένα συμφυές αποτύπωμα τής ανθρώπινης μοίρας, μια ακαταμάχητη θέληση, μια συναισθηματική απογοήτευση, μια πληγή, μια πικρία για την αγνότητα, την αθωότητα και την ανεμελιά την οποία ανεπιστρεπτί χάσαμε -πηγή επίσης μιας τραγικότητας-, από τα οποία πηγάζει η ποιητική έμπνευση και έκφραση.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Πάροδος

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Ο ΥΠΝΟΣ ΤΩΝ ΑΓΑΛΜΑΤΩΝ/ ΝΙΚΟΣ ΔΙΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ/ ΚΑΛΕΝΤΗΣ 2011

Μέσα στο βιβλίο αναπτύσσονται οι υποθετικές αντιδράσεις σε μια σειρά καταστροφών και απειλών, δίνοντας έμμεσα τον παραλογισμό της σημερινής πραγματικότητας, των συμπεριφορών, των θέσεων, των κρίσεων και των συμπερασμάτων της κοινής γνώμης, των φορέων, των δημοσιογράφων και των εν είδει «διανοούμενων». Το στίγμα του βιβλίου είναι ο έμμεσος τρόπος απόδοσης μιας διαμαρτυρίας για τα τρωτά του σύγχρονου κόσμου μας. Η τεχνική αυτή είναι πιο πετυχημένη όταν πραγματοποιείται με διακριτικό ή αλληγορικό τρόπο, παρακάμπτοντας την παγίδα του διδακτισμού, ενώ βάζοντας τις απόψεις στα στόματα των ηρώων του και με τη χρήση του διαλόγου και κάποτε του αντίλογου τους δίνει ευκαμψία και τις μετατρέπει σε ενδεχόμενα. Ξεχωρίζει έτσι η διαμαρτυρία για διάφορες σύγχρονες μάστιγες όπως για την περιβαλλοντολογική καταστροφή, την αποσιώπηση και εγκατάλειψη του νοήματος των μνημείων και της ιστορίας, την κλοπή των ελληνικών αρχαιοτήτων, τον υπερβολικό και στρεβλωτικό ρόλο των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τον θρησκευτικό φανατισμό, την ανθρώπινη πλεονεξία και φιλοδοξία και πλήθος άλλες. Πιστεύω ότι λόγω της επιδείνωσης των συνθηκών ζωής, οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντολογικών, όλο και περισσότερο η τέχνη και η λογοτεχνία ειδικότερα, θα παίρνει θέσεις και θα εκφράζει κρίσεις και αυτό –κατά την ταπεινή μου γνώμη- αποτελεί δείγμα υγιών αντανακλαστικών, περισσότερο της νεολαίας, που με βαθιά συνείδηση και ίσως αργότερα με αίσθημα αλλαγής μπορεί να ελπίζουμε ότι θα μετασχηματίσει τον κόσμο και, γιατί όχι, θα κάνει την ανατροπή. Σε καμία βέβαια περίπτωση δεν αναφέρομαι στις μεθόδους της στρατευμένης τέχνης που οδηγούν σε νέο εγκλωβισμό.
Σαν παράπλευρα στοιχεία παρουσιάζονται οι ιστορικές, κοινωνικές, ιδεολογικές, επιστημονικές και καλλιτεχνικές γνώσεις, σύντομα, χωρίς ενδελεχείς επεκτάσεις που θα «βάραιναν» το κείμενο, ενώ η ζωντάνια και η αληθοφάνεια των διαλόγων των νεαρών ηρώων του προσθέτει δροσιά, καθώς τα επικαιρικά στοιχεία μάς προσγειώνουν στη σύγχρονη πραγματικότητα, προσθέτοντας την πινελιά τους στη συνολική σύνθεση. Η γνωσιολογική έτσι συνεισφορά του κειμένου γίνεται μέσα στη λογοτεχνική σφαιρικότητά του, μια και γενικότερα οι καλοί συγγραφείς είναι λίγο απ’ όλα και «τίποτα» το συγκεκριμένο, παρά μόνο ευαίσθητοι και με ευρεία παιδεία άνθρωποι. Κάτω από τη σκιά της απειλής της καταστροφής των αγαλμάτων εκκινούνται και τονίζονται ακόμα πιο έντονα οι σημασιολογικές τους έννοιες και οι συνειρμοί με βάση τους οποίους λειτουργούν και επιδρούν στους ανθρώπους. Τα αγάλματα αυτοκαταστρέφονται μας εγκαταλείπουν, ίσως γιατί πρώτα εμείς παραβλέψαμε την αξία και το νόημά τους, διαμορφώσαμε τον κόσμο μας αγνοώντας τις έμμεσες συμβουλές τους, τους γυρίσαμε την πλάτη και στη συνέχεια έκαναν και αυτά το ίδιο.
Το λευκό είναι σύμβολο της ισοπεδωτικής απελπισίας, της νοσηρότητας, του εγκλωβισμού και της ψυχασθένειας και συνυφαίνεται με το στρεβλωτικά δηλητηριώδες -στην πραγματικότητα ζωογόνο και αναπτυξιογόνο- γάλα της ζωής. Ο συμβολισμός έτσι είναι πολυποίκιλος και επιτυχημένος.
Μια σειρά υποθετικές αντιδράσεις και προβλέψεις στη διαγραφόμενη καταστροφή, δοσμένες ηθελημένα συχνά με ειρωνική υπερβολή, κάνουν το έργο καυστικό, είναι καλοδουλεμένες και στηρίζουν επαρκώς το μύθο και τα συμπεράσματά του. Ο πανικός από την ασθένεια του ύπνου των αγαλμάτων οδηγεί άλλους στην εξαχρείωση, στον ατομισμό, στη μοιρολατρία και στο θρήνο και άλλους στην αλληλεγγύη και στην προσπάθεια ερμηνείας και κατά αυτή την έννοια το έργο γίνεται υποθετικά ψυχογραφικό και μύχιο, μια και μέσα από ακραίες μορφές και μομφές οδηγούμαστε στη σκιαγράφηση της σημερινής υπάρχουσας καταστάσεως. Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι οι ψυχολόγοι, κατά ανάλογο τρόπο, χρησιμοποιούν τις ψυχασθένειες ως ακραίες μορφές για τη διερεύνηση των «φυσιολογικών» ανθρώπων. Ας θυμηθούμε τα συμπεράσματα του Φρόυντ.
Τα παραθέματα λογοτεχνών, φιλοσόφων και επιστημόνων που αναφέρονται ως προμετωπίδες στην αρχή των κεφαλαίων δρουν ως μια αποφθεγματική τεκμηρίωση και επέκταση του νοήματος του μύθου.
Υπάρχει μια κλιμάκωση της διαγραφόμενης απειλής και μια περιπετειώδης δράση, που ξεκινά από τα αγάλματα και τα μνημεία και εξελίσσεται σε ανθρώπινη ασθένεια και πανδημία. Έτσι ενυπάρχει η αγωνία, ο τρόμος, η απορία και οι εικασίες. Υπάρχει και το τραγικό στοιχείο αλλά ατονεί μπροστά στην αγωνία και το κείμενο κάθε άλλο παρά λυγμικό είναι. Γενικά είναι γεμάτο ευρηματικές έννοιες, υπαινιγμούς και παραλληλισμούς καταστάσεων και θεμάτων, ώστε να διατηρείται ζωντανό πέρα της πλοκής και της αγωνίας, κάνοντάς μας να σκεφτόμαστε και να προβληματιζόμαστε.
Η γραφή του είναι σύγχρονη, τόσο θεματολογικά, μα και γιατί οι πρωταγωνιστές του είναι σκεπτόμενοι νέοι, αποδίδοντας άριστα τη συμπεριφορά τους, με τη χρήση από μέρους τους του διαδικτύου, τόσο και κοινωνικά –όπως ήδη θίχτηκε-, όσο και από πλευράς της ρεαλιστικής τους γλώσσας, των εκφραστικών τους μέσων και της γρήγορης και συχνά παγκόσμιας ροής των πληροφοριών, των δρώμενων και των κρίσεων.
Η ιστορία τελειώνει με μια σειρά από απανωτούς εγκιβωτισμούς, κάτι σαφώς ευρηματικό και αγωνιώδες, καθώς η «αλήθεια» και η «πραγματικότητα» χάνονται μέσα στο βάθος του ονείρου και της μεταφυσικής και αφήνεται ένα παράθυρο συνέχειας του τρόμου.

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

ΚΝΟΥΤ ΧΑΜΣΟΥΝ: ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. ΠΑΡΑΠΕΡΑ ΕΣΤΙΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ «ΜΥΣΤΗΡΙΑ»

Ο Κνουτ Χάμσουν είναι μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες στο λογοτεχνικό χώρο. Διέγραψε μια λαμπρή πορεία, που άσκησε μεγάλη επιρροή και στη χώρα μας, περισσότερο πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1). Κέρδισε επάξια το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (1920) και στη συνέχεια η φήμη του αμαυρώθηκε από την επαναχώρησή του στο Ναζισμό και η ποιότητα της λογοτεχνικής του παραγωγής και η αναγνώριση του ακολούθησαν μια δυσμική πορεία.
Αν και ποτέ δε γράφτηκε ποτέ μέλος του Ναζιστικού κόμματος και δε μαρτυρείται συμμετοχή του στις θηριωδίες του Φασισμού (2), εντούτοις με άρθρα του υποστήριξε θερμά το τότε νέο αυτό κίνημα, που θεωρούσε ότι θα λυτρώσει την κοινωνία από το σαπισμένο καπεταλισμό, την αδικία και την παράφορη αποικιοκρατική εκμετάλλευση των Αγγλογάλλων. Κατά τη διάρκεια της Νορβηγικής κατοχής δημοσίευσε περίπου δεκαπέντε άρθρα και μανιφέστα υποστήριξης του Ναζισμού, σε Γερμανικά και Νορβηγικά περιοδικά (3). Έφτασε μάλιστα να βγάλει επικήδειο λόγο στο Χίτλερ, κατονομάζοντάς τον «πολεμιστή του ανθρώπινου γένους και προφήτη της δικαιοσύνης για όλα τα έθνη» (4), παρ’ όλο που κατά τα χρόνια της κατοχής, τον είχε επισκεφτεί και του είχε ζητήσει, χωρίς αποτέλεσμα φυσικά, να σταματήσουν οι θηριωδίες του Ναζισμού στη Νορβηγία (5). Τελικά, μετά την ήττα των δυνάμεων του «Άξονα», δικάστηκε και, μετά από παρέμβαση του Ρώσου υπουργού των εξωτερικών Μολότοφ, γλύτωσε τη φυλακή και του καταβλήθηκε μόνο ένα τεράστιο και εξοντωτικό χρηματικό πρόστιμο, χρησιμοποιώντας ως κύριο ελαφρυντικό τη μεγάλη ηλικία και την κλονισμένη υγεία του. Ο Χάμσουν αντιμετώπισε μάλιστα και ψυχολογικά προβλήματα και νοσηλεύτηκε και σε νευρολογική κλινική.
Οι μελετητές αποδίδουν τη στάση του αυτή, στην ακαμψία της γεροντικής ηλικίας και την επιρροή τής κατά πολύ νεότερης του γυναίκας, που ήταν θερμή υποστηρίκτρια των Ναζί.
Όλη αυτή η αδικαιολόγητη συμπεριφορά του, που θα μπορούσε να δημιουργήσει ακόμα και απέχθεια για το έργο του, φαίνεται παράλογη σε σχέση με αυτά που εκφράζονται, στο πριν από την επαναχώρησή του στο ναζισμό έργο του, όπως ισχυρίζεται και η πλειονότητα των μελετητών, αλλά δεν είναι και δύσκολο να διακρίνει και ένας απλός αναγνώστης. Κάποιοι μάλιστα μελετητές διακρίνουν σπερματικά κάποιες ναζιστικές ιδέες. Ο Leo Lowenthal σε μια σημαντική μελέτη για τον Χάμσουν (6) λέει ότι η «Πείνα» περιγράφει μια «ιδεολογία υποταγής». Έτσι ο ήρωας της, μέσα από τις στερήσεις τροφής και τη σύγκρουση με το περιβάλλον, οδηγείται σε μια συμπεριφορά «δούλου». Η Zagar Monika, πιο αυστηρή, εντοπίζει μηνύματα ρατσισμού και σεξισμού και αρνείται να διαχωρίσει τις πολιτισμικές ιδέες του από τις πολιτικές του θέσεις (7).
Αν και δεν έχω διαβάσει τις δυο αυτές μελέτες, που ίσως να δικαιολογούν μια συγκαλυμμένη ναζιστική ιδεολογία, ειπωμένη εκ των υστέρων και αρκετά «τραβηγμένη» για να δικαιολογήσει τη μετέπειτα στάση του Χάμσουν, εντούτοις διακρίνω στο έργο του, ευαισθησία, κατανόηση, διαλλακτικότητα στην αντιμετώπιση των χαρακτήρων και υγιή διαμαρτυρία, που είναι ασυμβίβαστα με τις ναζιστικές ιδέες και ακόμα περισσότερο με τις πρακτικές τους. Έτσι φαίνεται παράλογο πώς θα μπορούσε αυτός ο άνθρωπος να στηρίξει το μίσος, τη μισαλλοδοξία και το φόνο. Το δε προ χιτλερικό έργο του και η γενικότερη συμπεριφορά του αντιφάσκουν με τα άρθρα του για το Ναζισμό.
Υπάρχει βέβαια μια απέχθεια προς το αστικό σύστημα, αλλά περισσότερο μας παραπέμπει προς μια επιστροφή στην αγροτική ζωή και στην απόλαυση της φύσης, παρά στον παραλογισμό του Εθνικοσοσιαλισμού. Παρουσιάζονται βέβαια νιτσεϊκές ιδέες (θα αναλυθούν περισσότερο παρακάτω), που η στρεβλή χρήση τους παρείχε ιδεολογικό υπόβαθρο στο Χίτλερ, αλλά η ειρωνεία, ο αυτοσαρκασμός των ηρώων του και η σχετικότητα με την οποία αντιμετωπίζονται, συχνά τις υποσκάπτει και τους δίνει ένα τελείως διαφορετικό περιεχόμενο και καθιστούν αβέβαιο αν τις πίστευε και ο ίδιος ο συγγραφέας. Τι οδήγησε όμως στον «τρελό» αυτό παραλογισμό τον Χάμσουν;
Κάτι όμως εντελώς ακατανόητο στη σημερινή εποχή, φαντάζει πιο «λογικό» στην εποχή της μαζικής φρενίτιδας και των τεράστιων προβλημάτων του μεσοπολέμου, χωρίς βέβαια να παρέχει σε κανέναν άλλοθι. Έτσι παρατηρούμε και άλλες πνευματικές και επιστημονικές προσωπικότητες να παρασύρονται στη ναζιστική ιδεολογία, όπως ο φιλόσοφος Χάιντεγκερ, ενώ ο Έρζα Πάουντ υποστήριξε φανερά τον Μουσολίνι.
Ας περάσουμε τώρα σε μια λογοτεχνική προσέγγιση.
Ο Κνουτ Χάμσουν είναι εκπρόσωπος του νεορομαντισμού και φαίνεται να αποκλίνει κατά ένα βαθμό από το νατουραλισμό (8). Σε διάλεξη του, ο ίδιος λέει, για τον τρόπο γραφής του Εμίλ Ζολά, ότι μοιάζει με «διευθυντή κυκλοφορίας» και ότι οι αναλύσεις του των διαθέσεων είναι πολύ πρωτόγονες (9). Πράγματι, παρατηρούμε ότι υπάρχει μια παραστατικότητα στις εικόνες και στην ροή της περιγραφής, αλλά δεν μπορούμε να πούμε ότι ταυτίζεται απόλυτα με το νατουραλισμό, γιατί αποφεύγεται η υπερβολική λεπτομέρεια και η συνέχεια της περιγραφής και των εικόνων διασπάται συχνά από ένα τύπο εσωτερικού μονόλογου και τις περιγραφές συναισθημάτων.
Χαρακτηριστικός και καθοριστικός είναι ο νεορομαντισμός του Χάμσουν. Ο υπερτονισμός των αισθημάτων του έρωτα, που γίνονται το επίκεντρο της υπόθεσης, η παρεμβολή φράσεων αγάπης και η ερωτική σαγήνη που επιδιώκεται, και γενικότερα η αξία που δίνεται στο θέμα, καλλιεργούν το ρομαντικό στοιχείο. Πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι η ερωτική νουβέλα «Βικτώρια». Χαρακτηριστικό μάλιστα είναι ότι θύμα τού έρωτα είναι ο άντρας και όχι η γυναίκα, που στο τέλος πάντα μένει έρημος και μόνος. Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος λέει ότι οι ήρωες του «παραφρονούν από έρωτα και με την ίδια ευκολία λησμονούν και πηδούν από αγάπη σε αγάπη» (10) Σημαντικό χαρακτηριστικό του είναι επίσης ότι στο έργο του παρατηρούμε έναν πρώιμο «εσωτερικό μονόλογο», που επηρέασε μετέπειτα συγγραφείς όπως ο Τζέιμς Τζόι, ο Φρανς Κάφκα και άλλοι. Έτσι ενέχει προδρομικά στοιχεία του μοντερνισμού.
Έχει επηρεαστεί από τον Ντοστογιέφσκι, τον Νίτσε, τον Σοπενάουερ και τον Εντουάρτ Βαν Χάρτμαν.
Τα στοιχεία επιρροής από τον Ντοστογιέφσκι επισημαίνονται στις αναλογίες που παρουσιάζονται τόσο στους χαρακτήρες των ηρώων τους, όσο και στην πλοκή των έργων και στον τρόπο γραφής. Έτσι για παράδειγμα στον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι ο Μίσκιν, όπως και ο Νάγκελ στα «Μυστήρια», αισθάνεται την ανάγκη να παίξει το ρόλο της πρόνοιας για τους συνανθρώπους τους και ταλαντεύεται μεταξύ δυο γυναικών που παίζουν μοιραίο ρόλο στη ζωή του. Επίσης η ηθική άποψη του Νάγκελ ταιριάζει με του Νικολάι Στραβρόγκιν των «Δαιμονισμένων» και τη διφορούμενη φύση που ταλαντεύεται μεταξύ ευγένειας και παρόρμησης τού ορμέμφυτου και τον οδηγεί στην αυτοκτονία (11).
Η επιρροή του από τον Εντουάρτ Βαν Χάρτμαν (1842-1906), αφορά τη σημασία και το ρόλο του ασυνείδητου στη ζωή και στις ενέργειες των ανθρώπων. Έτσι ο Χάμσουν ισχυρίστηκε ότι, για να κατανοήσει κανείς το σύγχρονο άνθρωπο, πρέπει να καταλάβει την περιπλάνηση των αισθημάτων του, τις συγκινήσεις, τα σημάδια της καρδιάς και του μυαλού, τις μυστικές ενέργειες των νεύρων, τον ψίθυρο του αίματος και όλη την ασυναίσθητη ζωή του εγκεφάλου (12). Επίσης κάποιοι διακρίνουν επιρροές ως προς την ανάλυση της ψυχολογίας σε βάθος και λεπτομέρειας από τον Ίψεν. Ισχυρίζονται ότι στο λογοτεχνικό χώρο του Χάμσουν υπάρχουν «εξωτερικά γεγονότα» και «εσωτερικά κίνητρα» (13).
Από τον Σοπενάουερ φαίνεται να επηρεάστηκε στην άποψη ότι ο έρωτας είναι πηγή πολύ πόνου και λίγης ευχαρίστησης, γεγονός που προβάλλεται στις ερωτικές περιπέτειες των ηρώων του (π. χ. στα «Μυστήρια» του Νάγκελ και στη «Βικτώρια» του Γιοχάνες). Έτσι συνήθως ο έρωτας των ηρώων του είναι ατελέσφορος, έχει δυστυχή κατάληξη και συχνά είναι μοιραίος. Αλλά η αγάπη του προς τη φύση και την απόλαυση που αυτή γεννά, αλλά και οι διασκεδάσεις και τα γλέντια που περιγράφονται, όσο και η ανέμελη φιγούρα του αλήτη, σαφώς αντιτίθενται στις ιδέες του Σοπενάουερ.
Νιτσεϊκές ιδέες παρουσιάζονται πάμπολλες. Όπως η απαξίωση της ελειμοσύνης (π. χ. στην «Πείνα»), η περηφάνια και το υψηλό αίσθημα των ηρώων του, η επιδίωξη της επιβολής και ο μισογυνισμός.
«Η γυναίκα όμως στάθηκε τέτοια, όπως μας την έχουν πει όλοι οι σοφοί: ανυπολόγιστη΄ μέτρια στις διανοητικές της ικανότητες, πλούσια όμως σε ανευθυνότητα, σε ματαιότητα και σ’ αλαφρομυαλιά. Έχει μεγάλη δόση από τις ιδιότητες του παιδιού, ούτε σταλιά όμως από την αθωότητά του.»
(«Ένας αλήτης παίζει με σουρντίνα», μετάφραση Β. Δασκαλάκη, σελ. 14, εκδόσεις «Δωρικός».)
Ένα ακόμα βασικό στοιχείο του έργου του, είναι η αγάπη του προς τη φύση, που αποτελεί τροφό και πηγή απόλαυσης για τους ήρωες του και περιγραφικής ενατένησης των αναγνωστών. Ο τρόπος ζωής που προτείνεται ως αυθεντικός και σύμφωνος με την ανθρώπινη φύση, μοιάζει να είναι ένα είδος αγροτικής και συχνά «μποέμ» διαβίωσης. Οι ήρωες του φαίνεται να βρίσκουν σε αυτή διέξοδο στις δύσκολες στιγμές τους. Φτάνει δε ως την άρνηση του πολιτισμού και παρουσιάζεται μια διαρκή φυσιολατρική περιπλάνηση με τα «προς το ζην» να καλύπτονται ευκαιριακά, χωρίς ιδιαίτερο σχεδιασμό και με περιθωριακή χαρόκοπη διάθεση (π. χ. στον «Παν»). Αντιτίθεται στην αστική υποκρισία, τις περιπλοκές, τις υποχρεώσεις και τις αλληλεξαρτήσεις της, αρνούμενος τα ήθη της βιομηχανικής κοινωνίας, ιδιαίτερα του αγγλικού οικονομικού πρότυπου, που ήταν και το πιο αντιπροσωπευτικό της, ενώ μοιάζει να προβάλλονται οι φεουδαρχικές σχέσεις, οικονομικά, κοινωνικά και ηθικά. Ένα συχνό μοτίβο αφήγησης είναι ότι ξεκινάει από μια περιγραφή της φύσης ή του περιβάλλοντος γενικότερα, που τον εμπνέει, και στη συνέχεια αναπτύσσει την αφήγησή του, ενώ άλλοτε η περιγραφή της φύσης χρησιμεύει σαν εκτόνωση της εντάσεως των αισθημάτων ή απλώς έκφρασης τους.
Οι ήρωες του είναι αντικομφορμιστές, ανυπότακτοι, παρορμητικοί, περιθωριακοί και ιδιόρρυθμοι σε μεγάλο βαθμό, έντονοι, και πορεύονται μόνοι τους χωρίς να δεσμεύονται, ενώ παρατηρούμαι ότι η αφήγηση περιπλέκεται και εστιάζεται στις περιπέτειες, στις σκέψεις και την «οπτική» ενός κεντρικού ήρωα, χωρίς παρεκκλίσεις. Χαρακτηριστική -αλλά όχι μοναδική- είναι η φιγούρα του στρατοκόπου στο «Ένας αλήτης παίζει με σουρντίνα», που εκκινείται από μια εντελώς προσωπική παρόρμηση και ψυχική διάθεση, αρνούμενος τα «βολέματα» και τους συμβιβασμούς, και όταν βαριέται προτιμά να διαφεύγει. Οι συμπεριφορές τους έτσι τείνουν να τους ικανοποιήσουν υπαρξιακά, χωρίς να παρουσιάζονται πτυχές κοινωνικής αντίδρασης ή συλλογικής διαμαρτυρίας, οργανωμένης ή αυθόρμητης, προς τρόπους ζωής ή θέσεις που σαφώς αποκηρύσσονται», ενώ προτείνεται μια «φυγή» από τα προβλήματα και τις απογοητεύσεις, παρά μια αντιμετώπισή τους.
Η εργασία όμως τονίζεται και εγκρίνεται, όχι μόνο ως αναγκαιότητα, αλλά και ως ψυχική ολοκλήρωση. Έτσι οι ήρωες του, όχι μόνο είναι εργατικοί, αλλά χαίρονται με αυτό που κάνουν, αν και συνήθως εργάζονται περιστασιακά, χωρίς δεσμεύσεις, διατηρώντας έτσι την περιθωριακότητά τους και δουλεύοντας μόνο όπου τους αρέσει.
Μεγάλη σημασία στην πλοκή και στη δράση έχουν οι ιδεολογικές και συναισθηματικές μεταπτώσεις των ηρώων του και τα ερωτικά τρίγωνα. Τα έργα του εμπλέκουν λυρικά «παιχνίδια» ζήλιας, απιστίας, διεκδικήσεων, πάθους, διασκέδασης, κυριαρχίας, με ψυχογραφική ανάλυση και λεπτότητα και αντιμετωπίζουν «μοντέρνα» και «ελεύθερα» το θέμα του έρωτα, κάτι που απείχε από την Ελληνική ιδιοσυγκρασία της εποχής εκείνης. Όπως λέει και η Αγγέλα Καστρινάκη «Το κοινωνικό βαραίνει στις ελληνικές συνειδήσεις περισσότερο από το υποκειμενικό, το ψυχολογικό» (14).
Τα έργα του έχουν πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, όπως πιστοποιούν οι μελετητές και οι βιογράφοι του. Για παράδειγμα η «Πείνα», αναφέρεται στις στερήσεις που γνώρισε ο συγγραφέας στα νεανικά του χρόνια.
Έντονη είναι και η ειρωνεία, που φτάνει και την αυτοειρωνεία των ηρώων του, και συχνά αυτοαναιρεί απόψεις οι οποίες εκφράζονται, ιδίως κάποιες νιτσεϊκές ιδέες (15), δίνοντάς τους μια σχετικότητα και διαλλακτικότητα και φτάνοντάς μας στο σημείο, να μην είμαστε βέβαιοι για την ακριβή άποψη του συγγραφέα.
Μιλώντας ειδικότερα για τα «Μυστήρια», παρατηρούμε έναν άντρα που φτάνει σε μια μικρή παραθαλάσσια πολιτεία και η παρουσία του δρα ως καταλύτης αποκαλύπτοντας τις κρυφές παρορμήσεις, τις απόκρυφες σκέψεις και τα σκοτεινότερα ένστικτα των κατοίκων της. Ο ίδιος κατανοώντας τις ανθρώπινες ψυχές, προβλέπει, αλλά δεν μπορεί να εμποδίσει τον προσωπικό του χαμό. Αυτό αποτελεί και μια πτυχή από την πολύπλευρη ειρωνεία του έργου. Τα «Μυστήρια» διαθέτουν στοιχεία όπως η παραστατικότητα, η πειστικότητα, η ψυχογραφία σε βάθος και σε πλάτος, η προσοχή στη λεπτομέρεια, κάποτε το περιπαικτικό ύφος και σαρκασμό. Χρησιμοποιούνται εγκιβωτισμένες ιστορίες και αφηγείται παράπλευρα στοιχεία ως σκέψεις των ηρώων του, παρουσιάζοντας συνάμα διάφορες απόψεις. Ο ήρωας του, ο Νάγκελ, είναι αδέσμευτος, ερωτόπαθος, φιλόστοργος, φιλοπαίγμων, χαροκόπος, δίκαιος -προσπαθεί δε να βοηθήσει και να αποκαταστήσει τον Μινούτο- και μετριόφρων.
Ένα από τα στοιχεία που προβάλλονται είναι η σεμνότητα και η μετριοφροσύνη ως αξίες, μια και ο Νάγκελ προσπαθεί να κρύψει τα ταλέντα και τα αγαθά έργα του. Ο ρόλος της φιλανθρωπίας εξετάζεται ως προς τον εξευτελισμό τού αποδέκτη και ως προς την «εξύψωση» του δότη και μπορούμε να πούμε ότι ενέχει στοιχεία νιτσεϊκής υπερηφάνειας και οπτικής. Το θέμα αυτό θίγεται αρκετά έντονα και στο έργο «Πείνα», καθώς ο ήρωας, μετά από την υπερβολική ανάγκη, υποκύπτει στον εξευτελισμό, παρ’ όλη την περήφανη συνειδησιακή του αντίδραση.
Στα «Μυστήρια» χρησιμοποιείται αρκετά συχνά ο διάλογος, που κάποτε παίρνει τη μορφή λεκτικής φιλονικίας ή αγώνα επιβολής, υπερίσχυσης και κυριαρχίας, ενώ άλλοτε ζωντανεύει μπροστά μας εικόνες γλεντιού και κεφιού. Ο έρωτας και το πάθος καταδυναστεύει τους ήρωες, τους οδηγεί ακόμα και σε εγκλήματα και αυτοχειρίες, ενώ δίνεται και ένας αστυνομικός τόνος στην έρευνα του Νάγκελ, που μας θυμίζει το «Έγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι. ( 17)
Όπως αναφέρθηκε και πριν, οι ήρωες του Χάμσουν παρουσιάζουν κοινά στοιχεία με αυτούς του Ντοστογιέφσκι. Οι ήρωες των «Μυστηρίων» δανείζονται χαρακτηριστικά από τον Μίσκιν από το έργο «Ηλίθιος» και τον Ιβάν των «Αδελφών Καραμαζώφ». (18)
Κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης παρατηρούμε ότι το ρομαντικό στοιχείο εξασθενεί και το ύφος πλησιάζει περισσότερο με αυτό του Ντοστογιέφσκι. Χαρακτηριστικές είναι επίσης οι επιρροές από το Νίτσε, όπως στο κεφάλαιο τέσσερα, ενώ άλλοτε οι συζητήσεις και οι συμπεριφορές των ηρώων μοιάζουν με αγώνα κυριαρχίας και δύναμης.
Η πλοκή όμως του έργου στηρίζεται περισσότερο στις ρομαντικές ιστορίες αγάπης. Ο αναγνώστης προεικάζει το θάνατο του Νάγκελ και παρακολουθεί με αγωνία την προσπάθεια να ελέγξει τη ζωή του. Έτσι σε ένα άλλο επίπεδο παρατηρούμε μια ψυχογραφική και ψυχολογική πλοκή. Ο Νάγκελ δε στο έργο υποδύεται μια σειρά ρόλων σε συνεχή ροή, όπως του ντεντέκτιβ, του εραστή, του σελέγκτη, του γελωτοποιού, του μουσικού, του φίλου, του διανοούμενου και του περιηγητή. Παρουσιάζεται δε ως ένα πρότυπο μεγαλόψυχου και περήφανου άντρα, που δε διστάζει να αναγνωρίσει τα ελαττώματα του, σε σημείο που αυτόκατηγορείται. Στο τέλος παρατηρούμε τη θαυματουργή επενέργεια της θάλασσας, ενώ το σκάφος που παρουσιάζεται, συμβολίζει την υπόσχεση διαφυγής. (19).
Το έργο είναι γραμμένο σε γ΄ πρόσωπο και ο αφηγητής είναι εξωδιηγηματικός με μερική εστίαση. Ξαφνιαζόμαστε όμως, καθώς πολλές φορές «ακούμε» απ’ ευθείας τις σκέψεις του Νάγκελ, φτιάχνοντας ο συγγραφέας ένα παράξενο κράμα αφήγησης.
Πρέπει να αναφερθεί ότι τα «Μυστήρια» παρωδήθηκαν από τον Γιάννη Σκαρίμπα, στο έργο του «Μαριαμπάς» (20) και άσκησαν μαζί με τα άλλα έργα του Χάμσουν σημαντική επιρροή στον ελλαδικό και τον παγκόσμιο λογοτεχνικό χώρο, δημιουργώντας μια καινούργια αισθητική θεώρηση.

1) Βλέπε και «Ο Χαμσουνικός πυρετός και οι υποτροπές του»/ Αγγέλα Καστρινάκη/ Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών σπουδών/ συνέδριο 2-3-4/6/2006.
2) «Knut Hamsun and Nazism», Alte Kittang, /Bergen university
3) όπως 2
4) «Ο αντιφατικός Κνουτ Χάμσουν»/ Αναστάση Βιτσωνίτη/ «Το Βήμα»/ Κυριακή 1 Μαρτίου 2009.
5) όπως 4
6) «Knut Hamsun Zur Vorgeschichte der autoritaren Idealogie», 1937 και επανέκδοση 1970/ Leo Lowenthal, όπως το 2.
7) «The dark side of literary brilliance»/ Zagar Monika/ University of Washington Press/ 2009
8) Η Μαρία Πολυχρονά μιλάει για έναν «αμφιλεγόμενο νατουραλισμό».
«Οι αλήτες του Κνουτ Χαμσουν και οι συνοδοιπόροι τους στην πεζογραφία του Μεσοπολέμου»/ Μαρία Πολυχρονά/ Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών σπουδών/ συνέδριο 2-3-4-6-2006.
9) Article title: «Representation of consciouwness in Pan: Knut Hamsun as modernist» / David V Mickelsen/ Symposium 1985, Vol 3, δημοσιευμένο στο internet (www.questia.com).
10) «Απόψεις του έργου του Χάμσουν», Τα πρόσωπα και τα κείμενα, Ελληνικά και ξένα, Αθήνα 1956, σελ. 226.
11) Από την εισαγωγή της Αγγλικής έκδοσης των «Μυστηρίων»/ Sverre Lyngstand/ Punguin Books 2001 (USA, England, Australia, Canda, New Zealand). Στο κείμενο αυτό αναφέρονται και μια σειρά άλλων ενδιαφερόντων αναλογιών.
12) όπως 11
13) όπως 9
14) όπως 1
15) Για παράδειγμα στο κεφάλαιο οκτώ των Μυστηρίων, φαίνεται ότι η έντονη ειρωνεία και το ερεθισμένο ύφος του Νάγκελ υποσκάπτουν τις ιδέες του. Ενώ στο κεφάλαιο τέσσερα ο ίδιος ονομάζει τις ιδέες του σαχλαμάρες και φλυαρίες, απευθυνόμενος στην κυρία που συζητά.
16) όπως 1
17) όπως 11
18) όπως 11
19) όπως 11
20) Eleni Papargyriou/ Princeton university/ «Intertextuality as a reading performance citation in Yannis Skarimbas’s Mariampas»/ εργασία δημοσιευμένη στο internet.
21) Αγγέλα Γαβρίλη/ κριτικό σημείωμα για την «Ευλογία της γης» στο www.diavasame.gr

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Πάροδος, τεύχος 42, στα πλαίσια του αφιερώματος στον Knut Hamsum.