Η λίστα ιστολογίων μου

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

ΚΝΟΥΤ ΧΑΜΣΟΥΝ: ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. ΠΑΡΑΠΕΡΑ ΕΣΤΙΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ «ΜΥΣΤΗΡΙΑ»

Ο Κνουτ Χάμσουν είναι μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες στο λογοτεχνικό χώρο. Διέγραψε μια λαμπρή πορεία, που άσκησε μεγάλη επιρροή και στη χώρα μας, περισσότερο πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1). Κέρδισε επάξια το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (1920) και στη συνέχεια η φήμη του αμαυρώθηκε από την επαναχώρησή του στο Ναζισμό και η ποιότητα της λογοτεχνικής του παραγωγής και η αναγνώριση του ακολούθησαν μια δυσμική πορεία.
Αν και ποτέ δε γράφτηκε ποτέ μέλος του Ναζιστικού κόμματος και δε μαρτυρείται συμμετοχή του στις θηριωδίες του Φασισμού (2), εντούτοις με άρθρα του υποστήριξε θερμά το τότε νέο αυτό κίνημα, που θεωρούσε ότι θα λυτρώσει την κοινωνία από το σαπισμένο καπεταλισμό, την αδικία και την παράφορη αποικιοκρατική εκμετάλλευση των Αγγλογάλλων. Κατά τη διάρκεια της Νορβηγικής κατοχής δημοσίευσε περίπου δεκαπέντε άρθρα και μανιφέστα υποστήριξης του Ναζισμού, σε Γερμανικά και Νορβηγικά περιοδικά (3). Έφτασε μάλιστα να βγάλει επικήδειο λόγο στο Χίτλερ, κατονομάζοντάς τον «πολεμιστή του ανθρώπινου γένους και προφήτη της δικαιοσύνης για όλα τα έθνη» (4), παρ’ όλο που κατά τα χρόνια της κατοχής, τον είχε επισκεφτεί και του είχε ζητήσει, χωρίς αποτέλεσμα φυσικά, να σταματήσουν οι θηριωδίες του Ναζισμού στη Νορβηγία (5). Τελικά, μετά την ήττα των δυνάμεων του «Άξονα», δικάστηκε και, μετά από παρέμβαση του Ρώσου υπουργού των εξωτερικών Μολότοφ, γλύτωσε τη φυλακή και του καταβλήθηκε μόνο ένα τεράστιο και εξοντωτικό χρηματικό πρόστιμο, χρησιμοποιώντας ως κύριο ελαφρυντικό τη μεγάλη ηλικία και την κλονισμένη υγεία του. Ο Χάμσουν αντιμετώπισε μάλιστα και ψυχολογικά προβλήματα και νοσηλεύτηκε και σε νευρολογική κλινική.
Οι μελετητές αποδίδουν τη στάση του αυτή, στην ακαμψία της γεροντικής ηλικίας και την επιρροή τής κατά πολύ νεότερης του γυναίκας, που ήταν θερμή υποστηρίκτρια των Ναζί.
Όλη αυτή η αδικαιολόγητη συμπεριφορά του, που θα μπορούσε να δημιουργήσει ακόμα και απέχθεια για το έργο του, φαίνεται παράλογη σε σχέση με αυτά που εκφράζονται, στο πριν από την επαναχώρησή του στο ναζισμό έργο του, όπως ισχυρίζεται και η πλειονότητα των μελετητών, αλλά δεν είναι και δύσκολο να διακρίνει και ένας απλός αναγνώστης. Κάποιοι μάλιστα μελετητές διακρίνουν σπερματικά κάποιες ναζιστικές ιδέες. Ο Leo Lowenthal σε μια σημαντική μελέτη για τον Χάμσουν (6) λέει ότι η «Πείνα» περιγράφει μια «ιδεολογία υποταγής». Έτσι ο ήρωας της, μέσα από τις στερήσεις τροφής και τη σύγκρουση με το περιβάλλον, οδηγείται σε μια συμπεριφορά «δούλου». Η Zagar Monika, πιο αυστηρή, εντοπίζει μηνύματα ρατσισμού και σεξισμού και αρνείται να διαχωρίσει τις πολιτισμικές ιδέες του από τις πολιτικές του θέσεις (7).
Αν και δεν έχω διαβάσει τις δυο αυτές μελέτες, που ίσως να δικαιολογούν μια συγκαλυμμένη ναζιστική ιδεολογία, ειπωμένη εκ των υστέρων και αρκετά «τραβηγμένη» για να δικαιολογήσει τη μετέπειτα στάση του Χάμσουν, εντούτοις διακρίνω στο έργο του, ευαισθησία, κατανόηση, διαλλακτικότητα στην αντιμετώπιση των χαρακτήρων και υγιή διαμαρτυρία, που είναι ασυμβίβαστα με τις ναζιστικές ιδέες και ακόμα περισσότερο με τις πρακτικές τους. Έτσι φαίνεται παράλογο πώς θα μπορούσε αυτός ο άνθρωπος να στηρίξει το μίσος, τη μισαλλοδοξία και το φόνο. Το δε προ χιτλερικό έργο του και η γενικότερη συμπεριφορά του αντιφάσκουν με τα άρθρα του για το Ναζισμό.
Υπάρχει βέβαια μια απέχθεια προς το αστικό σύστημα, αλλά περισσότερο μας παραπέμπει προς μια επιστροφή στην αγροτική ζωή και στην απόλαυση της φύσης, παρά στον παραλογισμό του Εθνικοσοσιαλισμού. Παρουσιάζονται βέβαια νιτσεϊκές ιδέες (θα αναλυθούν περισσότερο παρακάτω), που η στρεβλή χρήση τους παρείχε ιδεολογικό υπόβαθρο στο Χίτλερ, αλλά η ειρωνεία, ο αυτοσαρκασμός των ηρώων του και η σχετικότητα με την οποία αντιμετωπίζονται, συχνά τις υποσκάπτει και τους δίνει ένα τελείως διαφορετικό περιεχόμενο και καθιστούν αβέβαιο αν τις πίστευε και ο ίδιος ο συγγραφέας. Τι οδήγησε όμως στον «τρελό» αυτό παραλογισμό τον Χάμσουν;
Κάτι όμως εντελώς ακατανόητο στη σημερινή εποχή, φαντάζει πιο «λογικό» στην εποχή της μαζικής φρενίτιδας και των τεράστιων προβλημάτων του μεσοπολέμου, χωρίς βέβαια να παρέχει σε κανέναν άλλοθι. Έτσι παρατηρούμε και άλλες πνευματικές και επιστημονικές προσωπικότητες να παρασύρονται στη ναζιστική ιδεολογία, όπως ο φιλόσοφος Χάιντεγκερ, ενώ ο Έρζα Πάουντ υποστήριξε φανερά τον Μουσολίνι.
Ας περάσουμε τώρα σε μια λογοτεχνική προσέγγιση.
Ο Κνουτ Χάμσουν είναι εκπρόσωπος του νεορομαντισμού και φαίνεται να αποκλίνει κατά ένα βαθμό από το νατουραλισμό (8). Σε διάλεξη του, ο ίδιος λέει, για τον τρόπο γραφής του Εμίλ Ζολά, ότι μοιάζει με «διευθυντή κυκλοφορίας» και ότι οι αναλύσεις του των διαθέσεων είναι πολύ πρωτόγονες (9). Πράγματι, παρατηρούμε ότι υπάρχει μια παραστατικότητα στις εικόνες και στην ροή της περιγραφής, αλλά δεν μπορούμε να πούμε ότι ταυτίζεται απόλυτα με το νατουραλισμό, γιατί αποφεύγεται η υπερβολική λεπτομέρεια και η συνέχεια της περιγραφής και των εικόνων διασπάται συχνά από ένα τύπο εσωτερικού μονόλογου και τις περιγραφές συναισθημάτων.
Χαρακτηριστικός και καθοριστικός είναι ο νεορομαντισμός του Χάμσουν. Ο υπερτονισμός των αισθημάτων του έρωτα, που γίνονται το επίκεντρο της υπόθεσης, η παρεμβολή φράσεων αγάπης και η ερωτική σαγήνη που επιδιώκεται, και γενικότερα η αξία που δίνεται στο θέμα, καλλιεργούν το ρομαντικό στοιχείο. Πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι η ερωτική νουβέλα «Βικτώρια». Χαρακτηριστικό μάλιστα είναι ότι θύμα τού έρωτα είναι ο άντρας και όχι η γυναίκα, που στο τέλος πάντα μένει έρημος και μόνος. Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος λέει ότι οι ήρωες του «παραφρονούν από έρωτα και με την ίδια ευκολία λησμονούν και πηδούν από αγάπη σε αγάπη» (10) Σημαντικό χαρακτηριστικό του είναι επίσης ότι στο έργο του παρατηρούμε έναν πρώιμο «εσωτερικό μονόλογο», που επηρέασε μετέπειτα συγγραφείς όπως ο Τζέιμς Τζόι, ο Φρανς Κάφκα και άλλοι. Έτσι ενέχει προδρομικά στοιχεία του μοντερνισμού.
Έχει επηρεαστεί από τον Ντοστογιέφσκι, τον Νίτσε, τον Σοπενάουερ και τον Εντουάρτ Βαν Χάρτμαν.
Τα στοιχεία επιρροής από τον Ντοστογιέφσκι επισημαίνονται στις αναλογίες που παρουσιάζονται τόσο στους χαρακτήρες των ηρώων τους, όσο και στην πλοκή των έργων και στον τρόπο γραφής. Έτσι για παράδειγμα στον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι ο Μίσκιν, όπως και ο Νάγκελ στα «Μυστήρια», αισθάνεται την ανάγκη να παίξει το ρόλο της πρόνοιας για τους συνανθρώπους τους και ταλαντεύεται μεταξύ δυο γυναικών που παίζουν μοιραίο ρόλο στη ζωή του. Επίσης η ηθική άποψη του Νάγκελ ταιριάζει με του Νικολάι Στραβρόγκιν των «Δαιμονισμένων» και τη διφορούμενη φύση που ταλαντεύεται μεταξύ ευγένειας και παρόρμησης τού ορμέμφυτου και τον οδηγεί στην αυτοκτονία (11).
Η επιρροή του από τον Εντουάρτ Βαν Χάρτμαν (1842-1906), αφορά τη σημασία και το ρόλο του ασυνείδητου στη ζωή και στις ενέργειες των ανθρώπων. Έτσι ο Χάμσουν ισχυρίστηκε ότι, για να κατανοήσει κανείς το σύγχρονο άνθρωπο, πρέπει να καταλάβει την περιπλάνηση των αισθημάτων του, τις συγκινήσεις, τα σημάδια της καρδιάς και του μυαλού, τις μυστικές ενέργειες των νεύρων, τον ψίθυρο του αίματος και όλη την ασυναίσθητη ζωή του εγκεφάλου (12). Επίσης κάποιοι διακρίνουν επιρροές ως προς την ανάλυση της ψυχολογίας σε βάθος και λεπτομέρειας από τον Ίψεν. Ισχυρίζονται ότι στο λογοτεχνικό χώρο του Χάμσουν υπάρχουν «εξωτερικά γεγονότα» και «εσωτερικά κίνητρα» (13).
Από τον Σοπενάουερ φαίνεται να επηρεάστηκε στην άποψη ότι ο έρωτας είναι πηγή πολύ πόνου και λίγης ευχαρίστησης, γεγονός που προβάλλεται στις ερωτικές περιπέτειες των ηρώων του (π. χ. στα «Μυστήρια» του Νάγκελ και στη «Βικτώρια» του Γιοχάνες). Έτσι συνήθως ο έρωτας των ηρώων του είναι ατελέσφορος, έχει δυστυχή κατάληξη και συχνά είναι μοιραίος. Αλλά η αγάπη του προς τη φύση και την απόλαυση που αυτή γεννά, αλλά και οι διασκεδάσεις και τα γλέντια που περιγράφονται, όσο και η ανέμελη φιγούρα του αλήτη, σαφώς αντιτίθενται στις ιδέες του Σοπενάουερ.
Νιτσεϊκές ιδέες παρουσιάζονται πάμπολλες. Όπως η απαξίωση της ελειμοσύνης (π. χ. στην «Πείνα»), η περηφάνια και το υψηλό αίσθημα των ηρώων του, η επιδίωξη της επιβολής και ο μισογυνισμός.
«Η γυναίκα όμως στάθηκε τέτοια, όπως μας την έχουν πει όλοι οι σοφοί: ανυπολόγιστη΄ μέτρια στις διανοητικές της ικανότητες, πλούσια όμως σε ανευθυνότητα, σε ματαιότητα και σ’ αλαφρομυαλιά. Έχει μεγάλη δόση από τις ιδιότητες του παιδιού, ούτε σταλιά όμως από την αθωότητά του.»
(«Ένας αλήτης παίζει με σουρντίνα», μετάφραση Β. Δασκαλάκη, σελ. 14, εκδόσεις «Δωρικός».)
Ένα ακόμα βασικό στοιχείο του έργου του, είναι η αγάπη του προς τη φύση, που αποτελεί τροφό και πηγή απόλαυσης για τους ήρωες του και περιγραφικής ενατένησης των αναγνωστών. Ο τρόπος ζωής που προτείνεται ως αυθεντικός και σύμφωνος με την ανθρώπινη φύση, μοιάζει να είναι ένα είδος αγροτικής και συχνά «μποέμ» διαβίωσης. Οι ήρωες του φαίνεται να βρίσκουν σε αυτή διέξοδο στις δύσκολες στιγμές τους. Φτάνει δε ως την άρνηση του πολιτισμού και παρουσιάζεται μια διαρκή φυσιολατρική περιπλάνηση με τα «προς το ζην» να καλύπτονται ευκαιριακά, χωρίς ιδιαίτερο σχεδιασμό και με περιθωριακή χαρόκοπη διάθεση (π. χ. στον «Παν»). Αντιτίθεται στην αστική υποκρισία, τις περιπλοκές, τις υποχρεώσεις και τις αλληλεξαρτήσεις της, αρνούμενος τα ήθη της βιομηχανικής κοινωνίας, ιδιαίτερα του αγγλικού οικονομικού πρότυπου, που ήταν και το πιο αντιπροσωπευτικό της, ενώ μοιάζει να προβάλλονται οι φεουδαρχικές σχέσεις, οικονομικά, κοινωνικά και ηθικά. Ένα συχνό μοτίβο αφήγησης είναι ότι ξεκινάει από μια περιγραφή της φύσης ή του περιβάλλοντος γενικότερα, που τον εμπνέει, και στη συνέχεια αναπτύσσει την αφήγησή του, ενώ άλλοτε η περιγραφή της φύσης χρησιμεύει σαν εκτόνωση της εντάσεως των αισθημάτων ή απλώς έκφρασης τους.
Οι ήρωες του είναι αντικομφορμιστές, ανυπότακτοι, παρορμητικοί, περιθωριακοί και ιδιόρρυθμοι σε μεγάλο βαθμό, έντονοι, και πορεύονται μόνοι τους χωρίς να δεσμεύονται, ενώ παρατηρούμαι ότι η αφήγηση περιπλέκεται και εστιάζεται στις περιπέτειες, στις σκέψεις και την «οπτική» ενός κεντρικού ήρωα, χωρίς παρεκκλίσεις. Χαρακτηριστική -αλλά όχι μοναδική- είναι η φιγούρα του στρατοκόπου στο «Ένας αλήτης παίζει με σουρντίνα», που εκκινείται από μια εντελώς προσωπική παρόρμηση και ψυχική διάθεση, αρνούμενος τα «βολέματα» και τους συμβιβασμούς, και όταν βαριέται προτιμά να διαφεύγει. Οι συμπεριφορές τους έτσι τείνουν να τους ικανοποιήσουν υπαρξιακά, χωρίς να παρουσιάζονται πτυχές κοινωνικής αντίδρασης ή συλλογικής διαμαρτυρίας, οργανωμένης ή αυθόρμητης, προς τρόπους ζωής ή θέσεις που σαφώς αποκηρύσσονται», ενώ προτείνεται μια «φυγή» από τα προβλήματα και τις απογοητεύσεις, παρά μια αντιμετώπισή τους.
Η εργασία όμως τονίζεται και εγκρίνεται, όχι μόνο ως αναγκαιότητα, αλλά και ως ψυχική ολοκλήρωση. Έτσι οι ήρωες του, όχι μόνο είναι εργατικοί, αλλά χαίρονται με αυτό που κάνουν, αν και συνήθως εργάζονται περιστασιακά, χωρίς δεσμεύσεις, διατηρώντας έτσι την περιθωριακότητά τους και δουλεύοντας μόνο όπου τους αρέσει.
Μεγάλη σημασία στην πλοκή και στη δράση έχουν οι ιδεολογικές και συναισθηματικές μεταπτώσεις των ηρώων του και τα ερωτικά τρίγωνα. Τα έργα του εμπλέκουν λυρικά «παιχνίδια» ζήλιας, απιστίας, διεκδικήσεων, πάθους, διασκέδασης, κυριαρχίας, με ψυχογραφική ανάλυση και λεπτότητα και αντιμετωπίζουν «μοντέρνα» και «ελεύθερα» το θέμα του έρωτα, κάτι που απείχε από την Ελληνική ιδιοσυγκρασία της εποχής εκείνης. Όπως λέει και η Αγγέλα Καστρινάκη «Το κοινωνικό βαραίνει στις ελληνικές συνειδήσεις περισσότερο από το υποκειμενικό, το ψυχολογικό» (14).
Τα έργα του έχουν πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, όπως πιστοποιούν οι μελετητές και οι βιογράφοι του. Για παράδειγμα η «Πείνα», αναφέρεται στις στερήσεις που γνώρισε ο συγγραφέας στα νεανικά του χρόνια.
Έντονη είναι και η ειρωνεία, που φτάνει και την αυτοειρωνεία των ηρώων του, και συχνά αυτοαναιρεί απόψεις οι οποίες εκφράζονται, ιδίως κάποιες νιτσεϊκές ιδέες (15), δίνοντάς τους μια σχετικότητα και διαλλακτικότητα και φτάνοντάς μας στο σημείο, να μην είμαστε βέβαιοι για την ακριβή άποψη του συγγραφέα.
Μιλώντας ειδικότερα για τα «Μυστήρια», παρατηρούμε έναν άντρα που φτάνει σε μια μικρή παραθαλάσσια πολιτεία και η παρουσία του δρα ως καταλύτης αποκαλύπτοντας τις κρυφές παρορμήσεις, τις απόκρυφες σκέψεις και τα σκοτεινότερα ένστικτα των κατοίκων της. Ο ίδιος κατανοώντας τις ανθρώπινες ψυχές, προβλέπει, αλλά δεν μπορεί να εμποδίσει τον προσωπικό του χαμό. Αυτό αποτελεί και μια πτυχή από την πολύπλευρη ειρωνεία του έργου. Τα «Μυστήρια» διαθέτουν στοιχεία όπως η παραστατικότητα, η πειστικότητα, η ψυχογραφία σε βάθος και σε πλάτος, η προσοχή στη λεπτομέρεια, κάποτε το περιπαικτικό ύφος και σαρκασμό. Χρησιμοποιούνται εγκιβωτισμένες ιστορίες και αφηγείται παράπλευρα στοιχεία ως σκέψεις των ηρώων του, παρουσιάζοντας συνάμα διάφορες απόψεις. Ο ήρωας του, ο Νάγκελ, είναι αδέσμευτος, ερωτόπαθος, φιλόστοργος, φιλοπαίγμων, χαροκόπος, δίκαιος -προσπαθεί δε να βοηθήσει και να αποκαταστήσει τον Μινούτο- και μετριόφρων.
Ένα από τα στοιχεία που προβάλλονται είναι η σεμνότητα και η μετριοφροσύνη ως αξίες, μια και ο Νάγκελ προσπαθεί να κρύψει τα ταλέντα και τα αγαθά έργα του. Ο ρόλος της φιλανθρωπίας εξετάζεται ως προς τον εξευτελισμό τού αποδέκτη και ως προς την «εξύψωση» του δότη και μπορούμε να πούμε ότι ενέχει στοιχεία νιτσεϊκής υπερηφάνειας και οπτικής. Το θέμα αυτό θίγεται αρκετά έντονα και στο έργο «Πείνα», καθώς ο ήρωας, μετά από την υπερβολική ανάγκη, υποκύπτει στον εξευτελισμό, παρ’ όλη την περήφανη συνειδησιακή του αντίδραση.
Στα «Μυστήρια» χρησιμοποιείται αρκετά συχνά ο διάλογος, που κάποτε παίρνει τη μορφή λεκτικής φιλονικίας ή αγώνα επιβολής, υπερίσχυσης και κυριαρχίας, ενώ άλλοτε ζωντανεύει μπροστά μας εικόνες γλεντιού και κεφιού. Ο έρωτας και το πάθος καταδυναστεύει τους ήρωες, τους οδηγεί ακόμα και σε εγκλήματα και αυτοχειρίες, ενώ δίνεται και ένας αστυνομικός τόνος στην έρευνα του Νάγκελ, που μας θυμίζει το «Έγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι. ( 17)
Όπως αναφέρθηκε και πριν, οι ήρωες του Χάμσουν παρουσιάζουν κοινά στοιχεία με αυτούς του Ντοστογιέφσκι. Οι ήρωες των «Μυστηρίων» δανείζονται χαρακτηριστικά από τον Μίσκιν από το έργο «Ηλίθιος» και τον Ιβάν των «Αδελφών Καραμαζώφ». (18)
Κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης παρατηρούμε ότι το ρομαντικό στοιχείο εξασθενεί και το ύφος πλησιάζει περισσότερο με αυτό του Ντοστογιέφσκι. Χαρακτηριστικές είναι επίσης οι επιρροές από το Νίτσε, όπως στο κεφάλαιο τέσσερα, ενώ άλλοτε οι συζητήσεις και οι συμπεριφορές των ηρώων μοιάζουν με αγώνα κυριαρχίας και δύναμης.
Η πλοκή όμως του έργου στηρίζεται περισσότερο στις ρομαντικές ιστορίες αγάπης. Ο αναγνώστης προεικάζει το θάνατο του Νάγκελ και παρακολουθεί με αγωνία την προσπάθεια να ελέγξει τη ζωή του. Έτσι σε ένα άλλο επίπεδο παρατηρούμε μια ψυχογραφική και ψυχολογική πλοκή. Ο Νάγκελ δε στο έργο υποδύεται μια σειρά ρόλων σε συνεχή ροή, όπως του ντεντέκτιβ, του εραστή, του σελέγκτη, του γελωτοποιού, του μουσικού, του φίλου, του διανοούμενου και του περιηγητή. Παρουσιάζεται δε ως ένα πρότυπο μεγαλόψυχου και περήφανου άντρα, που δε διστάζει να αναγνωρίσει τα ελαττώματα του, σε σημείο που αυτόκατηγορείται. Στο τέλος παρατηρούμε τη θαυματουργή επενέργεια της θάλασσας, ενώ το σκάφος που παρουσιάζεται, συμβολίζει την υπόσχεση διαφυγής. (19).
Το έργο είναι γραμμένο σε γ΄ πρόσωπο και ο αφηγητής είναι εξωδιηγηματικός με μερική εστίαση. Ξαφνιαζόμαστε όμως, καθώς πολλές φορές «ακούμε» απ’ ευθείας τις σκέψεις του Νάγκελ, φτιάχνοντας ο συγγραφέας ένα παράξενο κράμα αφήγησης.
Πρέπει να αναφερθεί ότι τα «Μυστήρια» παρωδήθηκαν από τον Γιάννη Σκαρίμπα, στο έργο του «Μαριαμπάς» (20) και άσκησαν μαζί με τα άλλα έργα του Χάμσουν σημαντική επιρροή στον ελλαδικό και τον παγκόσμιο λογοτεχνικό χώρο, δημιουργώντας μια καινούργια αισθητική θεώρηση.

1) Βλέπε και «Ο Χαμσουνικός πυρετός και οι υποτροπές του»/ Αγγέλα Καστρινάκη/ Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών σπουδών/ συνέδριο 2-3-4/6/2006.
2) «Knut Hamsun and Nazism», Alte Kittang, /Bergen university
3) όπως 2
4) «Ο αντιφατικός Κνουτ Χάμσουν»/ Αναστάση Βιτσωνίτη/ «Το Βήμα»/ Κυριακή 1 Μαρτίου 2009.
5) όπως 4
6) «Knut Hamsun Zur Vorgeschichte der autoritaren Idealogie», 1937 και επανέκδοση 1970/ Leo Lowenthal, όπως το 2.
7) «The dark side of literary brilliance»/ Zagar Monika/ University of Washington Press/ 2009
8) Η Μαρία Πολυχρονά μιλάει για έναν «αμφιλεγόμενο νατουραλισμό».
«Οι αλήτες του Κνουτ Χαμσουν και οι συνοδοιπόροι τους στην πεζογραφία του Μεσοπολέμου»/ Μαρία Πολυχρονά/ Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών σπουδών/ συνέδριο 2-3-4-6-2006.
9) Article title: «Representation of consciouwness in Pan: Knut Hamsun as modernist» / David V Mickelsen/ Symposium 1985, Vol 3, δημοσιευμένο στο internet (www.questia.com).
10) «Απόψεις του έργου του Χάμσουν», Τα πρόσωπα και τα κείμενα, Ελληνικά και ξένα, Αθήνα 1956, σελ. 226.
11) Από την εισαγωγή της Αγγλικής έκδοσης των «Μυστηρίων»/ Sverre Lyngstand/ Punguin Books 2001 (USA, England, Australia, Canda, New Zealand). Στο κείμενο αυτό αναφέρονται και μια σειρά άλλων ενδιαφερόντων αναλογιών.
12) όπως 11
13) όπως 9
14) όπως 1
15) Για παράδειγμα στο κεφάλαιο οκτώ των Μυστηρίων, φαίνεται ότι η έντονη ειρωνεία και το ερεθισμένο ύφος του Νάγκελ υποσκάπτουν τις ιδέες του. Ενώ στο κεφάλαιο τέσσερα ο ίδιος ονομάζει τις ιδέες του σαχλαμάρες και φλυαρίες, απευθυνόμενος στην κυρία που συζητά.
16) όπως 1
17) όπως 11
18) όπως 11
19) όπως 11
20) Eleni Papargyriou/ Princeton university/ «Intertextuality as a reading performance citation in Yannis Skarimbas’s Mariampas»/ εργασία δημοσιευμένη στο internet.
21) Αγγέλα Γαβρίλη/ κριτικό σημείωμα για την «Ευλογία της γης» στο www.diavasame.gr

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Πάροδος, τεύχος 42, στα πλαίσια του αφιερώματος στον Knut Hamsum.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου