Η λίστα ιστολογίων μου

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Η ψυχανάλυση στο έργο «Η αλεπού και ο κόκκινος χορός» της Χλόης Κουτσουμπέλη/ Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Η Χλόη Κουτσουμπέλη σε αυτή τη συλλογή της γίνεται αναπάντεχα αποκαλυπτική, φτάνοντας ως την αυταπάρνηση, καθώς εκμυστηρεύεται μύχιες σκέψεις της και πράγματα που είναι δύσκολο, ως απίθανο, να παραδεχτεί κάποιος για τον εαυτό του, και αυτό δείχνει μια ξεχωριστή γενναιότητα και δίνει έναν ιδιαίτερο τόνο στο έργο της.
Η ποιήτρια μοιάζει τρυφερά ανήλικη, αλλά με εντυπωσιακή συναίσθηση των όντων, με εφηβικές ερωτικές αντιδράσεις, που ενέχουν μια ένταση και τραγικότητα, μέσα από το απόλυτο «δόσιμο». Στα ποιήματά της ο άνθρωπος μοιάζει να διαχωρίζεται σε δυο υποστάσεις, στο «Φαίνεσθαι» και στο «Είναι», που αλλιώς μεταφράζονται στους ανταγωνιστικούς φροϋδικούς όρους, του «Εγώ», που πιέζεται από το «Αυτό» και το «Υπερεγώ». Έτσι υπό την επιρροή της ποιητικής μέθεξης και του συναισθηματισμού, αναδύονται υποσυνείδητοι φόβοι, θελήσεις και ερωτισμός (π. χ «Ο λύκος» σελ 12), ενώ κάνει και άμεση αναφορά στο Φρόιντ (σελ 36 «Άννα Ο»).
Το σκοτάδι ξεχύνεται σαν σύμβολο ενδόμυχων φόβων και υποσυνείδητων πόθων, ενώ συνήθως στην κατάληξη τού ποιήματος, και συχνά ενδιαμέσως, αναδύεται μια τραγικότητα, που συνήθως είναι σαρωτική ή φλερτάρει με το στοιχείο του θανάτου (π. χ. σελ.12, σελ.19), που συχνά φτάνει στην εξιλεωτική αυτοκαταστροφή και αυτοτυραννία (π. χ. σελ.27), αναμιγμένη κάποτε με ηδονιστικά στοιχεία.
Η γυναίκα παρασύρεται από τον έρωτα, που εκτός από συναισθηματικά σαρωτικός, γίνεται αναπόφευκτα ανεξέλεγκτος και καταστροφικός, συμφυής και αναπότρεπτος, και καθιστά τον άνθρωπο έρμαιό του. Συνήθως το στοιχείο τής αυτοκαταστροφής, παρουσιάζεται σε κορύφωση, κυρίως στο τέλος των ποιημάτων, ακολουθώντας μια γραμμικά «ανηφορική» συναισθηματική πορεία.
Ο κόσμος της συλλογής, είναι ένας κόσμος με λύκους, μάγισσες, πόθους, παράλογες εμμονές, κινήσεις, κάποτε σαν αυτιστικές, που κάνουν το έργο ατμοσφαιρικό. Οι εικόνες διαδέχονται η μια την άλλη, γρήγορα, συχνά ξαφνιάζοντάς μας, έχοντας συνήθως μια «μαγική», αισθησιακή ή «παραμυθική» χροιά, και από αυτές, κυρίως, πηγάζει η απόλαυση που γεννά η ποίησή της, ενώ μας κάνει να νιώθουμε και να ταυτιζόμαστε, με κάθε ενδόμυχη θέληση ή φόβο της, καθώς κατά βάθος, είναι και δικά μας, αλλά δεν έχουμε τη δύναμη να τα παραδεχτούμε άμεσα.
Με σουρεαλιστικά στοιχεία γραφής, προσπαθεί να προσδιορίσει συμπεριφορές, μεταφορικά ή αλληγορικά, έμμεσα και γενικά, συχνά ξεκινώντας από προσωπικά βιώματα και γενικεύοντας στη συνέχεια, ενώ άλλοτε αντλεί συναισθηματικές φορτίσεις από αρχέτυπα (π. χ «Θάνατος», «Μητέρα θεά», «Φόβος του σκοταδιού», «Φόβος για τα άγρια ζώα»), άλλοτε από μυθολογικές αντιστοιχίες (π. χ «Αντιγόνη») και λογοτεχνικές αναφορές (π. χ «Μαντάμ Μποβαρύ»), και έτσι η αίσθηση του ποιήματος είναι περισσότερο πηγαία, παρά άμεσα λογική.
«Η αλεπού και ο κόκκινος χορός» μοιάζει σαν συνέχεια των συλλογών της «Η αποχώρηση της λαίδης Κάπα» και του «Η λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια», καθώς τα μοτίβα επαναλαμβάνονται και ισχυροποιούνται.
Μέσα όμως στο πάθος και τον ερωτισμό της συλλογής, υποθάλπεται ένας εγκλωβισμός, μια απειλή -ίσως ο «άλλος εαυτός μας-, ένα συμφυές αποτύπωμα τής ανθρώπινης μοίρας, μια ακαταμάχητη θέληση, μια συναισθηματική απογοήτευση, μια πληγή, μια πικρία για την αγνότητα, την αθωότητα και την ανεμελιά την οποία ανεπιστρεπτί χάσαμε -πηγή επίσης μιας τραγικότητας-, από τα οποία πηγάζει η ποιητική έμπνευση και έκφραση.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Πάροδος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου