Η λίστα ιστολογίων μου

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΡΕΣΤΗ ΑΛΕΞΑΚΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΜΟΥ ΓΝΕΦΟΥΝ»/ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 2000

Η ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη είναι προσπάθεια εκφράσεως και προσεγγίσεως του ανείπωτου (1), συχνά με μεταφυσική χροιά, με έντονα εικονοπλαστικά και υπερρεαλιστικά στοιχεία (π.χ. «Σαν να ψάχνω κάποιο μονοπάτι/ Σαν ν’ αναγνωρίζω τα σημάδια/ Προχωρώ στ’ αδιάλυτα σκοτάδια/ Μ’ ανοιχτό το μέσα μόνο μάτι», NOTTURNO, σελ. 37, «Ν’ ακούς το ανάκουστο μου λέει/ Καθώς σωπαίνουν τα νερά/ Νεκρό παιδί να σιγοκλαίει/ Σαν άσπρη ντάλια που επιπλέει», Η ΜΑΓΙΣΣΑ, σελ. 40).
Έτσι κινείται μεταξύ ζωής και θανάτου, ανάμεσα στον πραγματικό και τον φανταστικό ή ονειρικό κόσμο και στην παραφθορά και την παραμόρφωση των όντων, κάποτε θολώνοντας το νόημα, μα αξιοποιώντας σε μεγάλο βαθμό τα στοιχεία ξαφνιάσματος, πρωτοτυπίας και ερεθίζοντας τη φαντασία. Μας «βομβαρδίζει» διαρκώς και καταιγιστικά με εικόνες και νοήματα, με οξύνοια, αξιοσημείωτη περιεκτικότητα, συντομία -σχεδόν επιγραμματική-, πυκνότητα και ευστοχία, αποβάλλοντας τα περιττά περιγραφικά ή αποσπαστικά στοιχεία.
Όλα σχηματίζονται και διαλύονται στα μάτια μας σαν ονειρικά θραύσματα (2).
Διακατέχεται από υπαρξιακή αγωνία, άγχος, ανασφάλεια και ήρεμη μελαγχολία. Χαρακτηριστική είναι η επίμονη και αγωνιώδης αναζήτηση στο ποίημα «Η ΕΠΩΔΟΣ» (σελ. 31), «Να σκάψετε... να σκάψετε βαθιά/ Κάθε στιγμή το σώμα μας γυμνώνει/ Κάθε στιγμή απομένομε πιο μόνοι/ Στο άγνωστο αυτό νησί με τα κλουβιά κ. τ. λ.». Εδώ φαίνεται καθαρά η εγκατάλειψη του ανθρώπου στον κόσμο, η υπαρξιακή ελευθερία, που μοιάζει βασανιστική και καταδικαστική, και η προτροπή για αυτογνωσία. Ο φόβος είναι ανεξέλεγκτος και γίνεται εμμονή και ο άνθρωπος μοιάζει υπερβολικά αδύναμος και σαστισμένος.
Η μνήμη του ανακατεύεται με τη φαντασία και την παραμορφώνει, ανασύροντας κομμάτια και εικόνες που υπάρχουν στιγμές που μοιάζουν αλλόκοτα, ενώ συχνά είναι τρομακτικά και απειλητικά, κάποτε σαστίζουν, αλλά σχεδόν πάντα μοιάζουν συγκεχυμένα.
Χαρακτηριστικό είναι ότι η λύπη, που είναι διάχυτη στα ποιήματά του, διατηρεί ένα μέτρο, σαν συστατικό χαρακτηριστικό της ψυχοσύνθεσής του, χωρίς υστερικές εντάσεις, και έτσι λειτουργεί περισσότερο υποβλητικά, παρά καταβλητικά, ενέργεια που ενισχύεται από τις αδρές, παράδοξες και πρωτότυπες μεταφορές και παρομοιώσεις, που χρησιμοποιούνται κατά κόρον, ενώ η ρίμα και γενικότερα ο ρυθμός «ελαφραίνουν» το κλίμα, κάνοντας τα ποιήματα πιο ευκολοδιάβαστα, σε αντιδιαστολή με το αν ήταν γραμμένα στη μοντέρνα μορφή, με το χαλαρό ρυθμό, μια και το περιεχόμενό τους καθόλου απλοϊκό δεν είναι. Παντρεύεται έτσι σε αυτά το σύγχρονο και το παραδοσιακό. Θεματολογικά όμως καμία σχέση δεν έχουν με την παραδοσιακή έμμετρη ποιητική γραμματολογία, κάτι αναπάντεχα και ευχάριστα πρωτότυπο.
Και φυσικά θα ήταν παράληψη να μην αναφέρω το ρόλο του «Εσύ» ως υποκειμένου στο οποίο απευθύνεται ο ποιητής και γενικά είναι απροσδιόριστο, ελεύθερο εκδοχών και αμφισημιών.
Ο θάνατος συνήθως είναι τρομώδης και ανατριχιαστικός, φτάνοντας σε μια αισθητική μορφή θρίλερ -αυτό ενισχύεται και από την εικονοπλαστική ικανότητα του ποιητή (π. χ. «Κάποιος που επιστρέφει στο κελί του/ Το ανθισμένο φέρετρο στα χόρτα/ Το παιδί που ανάβει το κερί του/ Του νεκρού το χτύπημα στην πόρτα», ΣΧΕΔΙΟ ΣΕΝΑΡΙΟΥ, σελ. 28). Το ποίημα φαίνεται να «μπαινοβγαίνει» μεταξύ θανάτου και ζωής και το όλο κλίμα συχνά συνδυάζεται με μια «εκ των έξω» ανεξέλεγκτη απειλή (π. χ. «Κανείς δεν ξέρει ποιος ζυγώνει/ Ποιος στη σκιά καραδοκεί/ Ποιος στο κορμί σου κατοικεί/ Ποιος επιστρέφει από τη σκόνη», «ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΑ», σελ. 15). Αλλά κάποτε έχει ένα τελείως διαφορετικό πρόσωπο. Στο ποίημα «ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ» (σελ. 30) παρουσιάζεται με ευδοκία και σκηνές ομορφιάς που εμπνέουν αισιοδοξία! Μοιάζει σαν μια προετοιμασία για έναν όμορφο κόσμο και δεν εμπνέει καθόλου θλίψη. Υποθετικά και υπαινικτικά θυμίζει τη μετά θάνατο αγαλλίαση του παραδείσου -με ακαθόριστο πιθανολογικό βλέμμα- και τη διάθεση για γνωριμία με το άγνωστο («Σαν ένα μαγικό ταξίδι/ Μοιάζει η πομπή που ξεκινάει»).
Ο Θεός φαίνεται να μην τον ικανοποιεί ως διέξοδος από την ανθρώπινη ανασφάλεια του θανάτου και γι’ αυτό παρατηρούμε και το έντονο υπαρξιακό άγχος και τον μεταφυσικό σκεπτικισμό, και ενώ κάποιες στιγμές φαίνεται να μην τον αρνείται, τουλάχιστον άμεσα, εντούτοις κάποτε λέει με ειρωνεία:

Ω Κύριε Κύριε ποιος βαφτίζει
Το σώμα μου στον ουρανό;
Είμ’ ένα πλάσμα ταπεινό
Που στο σκοτάδι ρουθουνίζει

Ω Κύριε Κύριε δεν αντέχω
Τέτοια μακάβρια τελετή
Σκύλος που τρέμει τη βροχή
Φορώ το δέρμα μου και τρέχω

Κύριε που ντύνεσαι το γκρίζο
Κι έχεις το λάκκο μου ανοιχτό
Δεν βρίσκω τρύπα να κρυφτώ
Γι’ αυτό θυμώνω και γαβγίζω

«Η ΤΕΛΕΤΗ» σελ. 42

Αλλού δε, υποσκάπτει το ρόλο του («Στον κόσμο που ’χει κουραστεί/ Κλεισμένος στον ημεροδείχτη/ Ρίχνει ο Θεός το αχνό του δίχτυ/ Κι έχουν τα πάντα σκεπαστεί», ΘΗΣΕΙΟ- ΘΩΝ, σελ. 23).
Χαρακτηριστικός είναι και ο σκεπτικισμός του για τη μεταθανάτια ζωή («Προβάλλουν κι άλλες μέσα μου εκδοχές/ Περί ζωής αλήθειας και θανάτου/ Γαλήνιος αντικρίζω το αχανές/ Μεσ’ απ’ τ’ ανίδεο βλέμμα τού προβάτου», ΕΠΕΚΕΙΝΑ, σελ. 20).
Η ακαθόριστη Σκλώπα, που ενίοτε η αναφορά της τραβά την προσοχή, έχει το ρόλο ενός εξωτερικού παρατηρητή, που μάλλον περιορίζει έμμεσα την ανεμελιά και, ίσως, την ελευθερία, ενώ συχνά παίζει το ρόλο του φόβητρου. Μας θυμίζει τελικά ότι σε καμία περίπτωση δεν είμαστε μόνοι, ακόμα και αν φαινομενικά αυτό συμβαίνει, γιατί, υποθέτω, ότι μάλλον οι πράξεις και οι επιλογές μας μας «βαραίνουν» και μας καθορίζουν σε σχέση με τους άλλους και τον εαυτό μας.
Βασικά μοτίβα έκφρασής του είναι το νερό, το χιόνι, το κρύο, το σκοτάδι και οι σκιές. Λειτουργούν συνήθως μέσω μεταφορών και παρομοιώσεων και διαμέσου των ιδιοτήτων τους (κρύο, λευκότητα, δροσιά κ. τ. λ.).
Το νερό δημιουργεί κάποτε την αίσθηση του βουλιάγματος στην αποτυχία («Τα παραμύθια γέμισαν νερό», ΕΞΑΡΧΕΙΑ, σελ. 11), άλλοτε θλίψης («Χρόνια τώρα στο σκοτάδι περιμένω/ Και τα μάτια μου γεμίσανε νερό», ΤΑΡΑΤΑΤΑΜ ή ΤΟ ΞΟΡΚΙ, σελ. 17), διάβρωσης («Στην τροτέζα που την έλιωσε η βροχή», ΤΑΡΑΤΑΤΑΜ ή ΤΟ ΞΟΡΚΙ, σελ. 17), υλικού μέσα στο οποίο καταβυθισμένα τα όντα προκαλείται η λήθη («Ρίχνω το βλέμμα μου στο χρόνο/ και τ’ όνομά μου στο νερό», ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, σελ. 21)• δημιουργεί ευδοκία και θετικά συναισθήματα («Τρέχει το κρύσταλλο νερό/ Σε χρυσοποίκιλτες μπανιέρες», ΘΗΣΕΙΟ-ΘΩΝ, σελ.23) και γενικά χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Κάποτε δε, έχει παράδοξες ιδιότητες («Πλαστικά νερά και φώτα νέον», ΕΝΣΩΜΑΤΟΣ, σελ. 22).
Το «σκοτάδι» και η «νύχτα» συνεισφέρουν στο τρομώδες κλίμα (π. χ. σελ. 33, 39). Προκαλούν αίσθημα ερημιάς, απομόνωσης και προσέγγισης στο θάνατο (π. χ. σελ. 32, 33, 38). Το «παιδί» φαίνεται να διεισδύει, άξαφνα και στιγμιαία, στην ψυχή τού ποιητή, αναμοχλεύοντας σύντομες μνήμες ή αποσπασματικές εικόνες (π. χ. «Το παιδί που ανάβει το κερί του», ΣΧΕΔΙΟ ΣΕΝΑΡΙΟΥ, σελ. 28, «Νύχτα και δε φάνηκε ακόμα/ Το παιδί που μπαίνει από το φεγγίτη», NOTTURNO, σελ. 37). Σε κάποιο σημείο, αξιοποιώντας την αντίθεση της μικρής ηλικίας και των δυνατοτήτων για ζωή, με το θάνατο, δημιουργεί ανατριχιαστική τραγικότητα, σχεδόν σαν εικόνα ταινίας θρίλερ («Μου γνέφουν δυο νεκρά παιδιά», Η ΕΡΗΜΟΣ, σελ. 39, «Νεκρό παιδί να σιγοκλαίει», Η ΜΑΓΙΣΣΑ, σελ. 40).
Βλέποντας σφαιρικά την ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη, συμπεραίνουμε ότι είναι η ποίηση της ανεκπλήρωτης γνώσης, της ελλειπτικής αλήθειας και των σύντομων εικόνων, διαποτισμένη με θλίψη, καθώς ο άνθρωπός παρουσιάζεται σαστισμένος, αδύναμος και ατελής, σε έναν ανεξιχνίαστο κόσμο, που τον φοβίζει και είναι πολυποίκιλος και «τεράστιος».

1) «μια ποιητική απεικόνιση της ουσίας που προβάλλει το ανείπωτο», όπως λέει η Νένα Κοκκινάκη (Ακροατής οριζόντων/ Γαβριηλίδης 2004/ σελ. 77).
2) «ένα παζλ ομοιογενών συγγενών, αλλά και απολύτως ετερογενών και άσχετων μεταξύ τους θραυσμάτων», όπως λέει ο ίδιος στο οπισθόφυλλο της συλλογής «Μου γνέφουν».

Πρώτη δημοσίευση: Περιδικό "Πάροδος" στα πλαίσια του αφιερώματος στον Ορέστη Αλεξάκη