Η λίστα ιστολογίων μου

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΑ ΠΕΖΟΓΑΡΦΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΕΣΚΟΥ Η καθημερινότητα μιας ολόκληρης εποχής μέσα από προσωπικά βιώματα.

    Τα πεζά του Μάρκου Μέσκου, διαμέσου της μνήμης και της ανάμνησης, βρίθουν από πραγματολογικά και γενικότερα στοιχεία της εποχής λίγο πριν την κατοχή, την κατοχή, τα εμφυλιακά και τα αμέσως μετέπειτα χρόνια. Τέσσερα είναι αυτά τα βιβλία: Παιχνίδια στον παράδεισο/ 1978/ ιδιωτική έκδοση, 1998/ Νεφέλη, Κομμένη γλώσσα/ 1979/ Έρασμος, Μουχαρέμ/ 1999/ Νεφέλη, Νερό καρκάγια/ 2005/ Ίκαρος. Στο πρώτο και στο τέταρτο υπάρχει ελάχιστη ή καθόλου πλοκή, κάτι που μας θυμίζει τεχνικά αρκετά τη γραφή του επίσης Θεσσαλονικιού Γιώργου Ιωάννου, ενώ θεματολογικά τη θυμίζουν και τα τέσσερα βιβλία, όσον αφορά την χρονική  περίοδο, την πόλη της Θεσσαλονίκης και την περιγραφή της καθημερινής ζωής. Μην ξεχνάμε ότι και εκείνος όριζε τα έργα του ως πεζογραφήματα, κάτι που κάνει και ο Μέσκος στο οπισθόφυλλο του Παιχνίδια στον παράδεισο (1998) και στο Νερό καρκάγια. Το Κομμένη γλώσσα το χαρακτηρίζει ονόματα και ιστορίες, ενώ στο Μουχαρέμ δεν δίνεται κανένας χαρακτηρισμός, ίσως γιατί σε αυτά τα δυο παρεκκλίνει έχοντας και διηγηματικά στοιχεία. Αυτή η άτυπη κατηγορία –ας την πούμε έτσι- μας απομακρύνει από τεχνικές όπως η υποχρεωτικά δομημένη υπόθεση, διλλήματα, χαρακτήρες, δράση, ίσως διαλόγους και τελική ανατροπή, οι οποίες συνήθως συναντιούνται στο διήγημα, ακόμα και αν κάποτε παραβιάζονται.
   Ας περάσουμε στα επί μέρους βιβλία:
Παιχνίδια στον παράδεισο
   Η παιδική ηλικία στην περίοδο 1935-1945, με το πλήθος των αυτοσχέδιων παιχνιδιών, που τους υποβάλλει το περιβάλλον και οι συνθήκες, την ανεμελιά, την παιδικότητα και την «απομάκρυνση» από τα απαίσια της εποχής. Απλά υλικά, πολλά για πέταμα, από τον κόσμο των μεγάλων, χρησιμοποιούνταν από τα παιδιά, φέρνοντάς μας στο νου αντιθετικά τη σημερινή επάρκεια με τα μεγάλα παιχνιδομάγαζα, τα συνεχή δώρα και τον βομβαρδισμό από τη διαφήμιση, που περιορίζουν τη δημιουργική φαντασία, μετασχηματίζοντάς την συχνά σε πιο αφηρημένη, εξωπραγματική και παθητική. Βέβαια τα εν λόγω δεν θίγονται, μια και ο συγγραφέας σαφώς δεν επιδιώκει να διδάξει, εντούτοις έρχονται αυθόρμητα και συνεκδοχικά στο νου μας.
  Άχρηστα πράγματα, κότσια, λάστιχα, μα και ζωντανά, περιστέρια και κατοικίδια, όλα χρησιμοποιούνται από τους μικρούς του χωριού της παιδικής ηλικίας του λογοτέχνη, κάπου στην Έδεσσα, μια και ο κόσμος είναι γι’ αυτά παιχνίδι, συχνά προπαρασκευαστικό για τον μετέπειτα ρόλο τους στον κόσμο, αλλά αθώο, ειλικρινές και διασκεδαστικό. Όπως μας πληροφορούν οι ψυχολόγοι τέτοια είναι οι κούκλες-μωρά και η φροντίδα τους για τα κορίτσια ή ίσως τα στρατιωτάκια και οι κατασκευές για τα αγόρια. Αλλά η πρόθεσή τους είναι καθαρά η διασκέδαση κάτω από τους κανόνες και τις συμβάσεις ενός παιχνιδιού και την άμιλλα, καθοριστικά στοιχεία στην κοινωνικοποίηση και στην ένταξή τους στην ομάδα και επίσης προπαρασκευαστικά για τη μετέπειτα συμβίωση. Έτσι υπάρχουν νικητής, ηττημένος, ποινή, απώλεια ιδιοκτησίας, χαρά, λύπη και ενθουσιασμός.
   Ο σκοπός του βιβλίου είναι και να διασώσει μια σειρά παιχνιδιών μιας εποχής, μαζί με την ορολογία και τη γλώσσα τους και βασικά να «αφηγηθεί ηδονικά». Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι συχνά οι περιγραφές του να γίνονται δαιδαλώδεις και αναλυτικές. Έτσι βλέπουμε στοιχεία για τα αυτοσχέδια παιχνίδια της συγκεκριμένης περιόδου και όχι μόνο. Το βιβλίο μοιάζει ως μια μελέτη γραμμένη σε ελεύθερη αφηγηματική τεχνική, με βιωματικά στοιχεία του συγγραφέα και με το ανάλαφρο ύφος της πεζογραφίας.
   Τα παιδιά μέσα στην εποχή τους μιμούνται στα παιχνίδια τους τους μεγάλους, όπως στις εκρήξεις του κατοχικού καρναμπίτ ή στα κράτη, που είναι αντίκτυπα του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Οι ψυχολόγοι μας πληροφορούν ότι αυτά δρουν έμμεσα ως εκτόνωση της συσσωρευμένης έντασης της πραγματικότητας[1]. Αλλά, «Μετά τις έξι alles kaput, όλοι στα σπίτια. Η νύχτα κινδυνεύει από πολύ σοβαρά παιχνίδια. Κι από το καρναμπίτ ακόμα» (σελ. 81).
   Αξιοσημείωτο είναι το ιδιαίτερο ιδιόλεκτο των παιχνιδιών της εποχής, με σαφείς τόσο τοπικές όσο και τούρκικες επιρροές. Ως γνωστόν, μετά τη μικρασιατική καταστροφή πολλές περιοχές της Μακεδονίας κατακλύστηκαν από πρόσφυγες που κουβαλούσαν την αντίστοιχη κουλτούρα και τη γλώσσα τους, που περιείχε και τούρκικες ή με τούρκικη ρίζα λέξεις. Αλλά και στην περιοχή πριν το 1922 κατοικούσαν αρκετοί Τούρκοι που άφησαν το στίγμα τους. Σταδιακά ο χρόνος διαμόρφωσε τη σημερινή καθομιλουμένη ομοιομορφία. Ο συγγραφέας διασώζει αρκετές ενδιαφέρουσες λέξεις της εποχή του βιβλίου.
   Τελικά η αναγνωστική περιέργεια εδρεύει στην γνωσιολογική περιέργεια και στον αφουγκρασμό της ιδιαιτερότητας και του κλίματος μιας άλλης εποχής και της ανεμελιάς, της αθωότητας και του τρόπου έκφρασης των παιδιών. Το βιβλίο είναι τοποθετημένο χρονικά, τοπικά, θεματολογικά και υφολογικά.



Κομμένη γλώσσα
   Ο πόλεμος ως βίωμα και τα συμπαρομαρτούντα του είναι τα βασικά θέματα του βιβλίου, ενώ στα υπόλοιπα πεζογραφήματά του μετατρέπονται περισσότερο ως φόντο και επηρεάζουν πιο έμμεσα.
   Οι άνθρωποι είναι μέσα στη δίνη των γεγονότων, συχνά έρμαιά τους. Συμμετέχουν, υποφέρουν, αλλά βρίσκουν και χαραμάδες ευτυχίας, μια και η ζωή ρέει, προχωρά, ζητά διεξόδους, ελπίδα και αγάπη.
   Γλυκόπικρη τοιχογραφία θα χαρακτήριζα το βιβλίο. Πικρή λόγω των συνθηκών του πολέμου και του εμφύλιου και γλυκιά εξαιτίας της ανθρώπινης θαλπωρής και συχνά της παιδικότητας των ψυχών. Ξενιτιά, γονική αγάπη και πόνος, θάνατοι, νοσταλγία, φιλία και όλα τα ανθρώπινα με ευθυτενή λυρικότητα χωρίς παραμορφωτικές εξάρσεις.
   Χαρακτηριστικό αυτού του ύφους είναι το απόσπασμα: « Η νύχτα που έγινε το μακελειό έφτασε, όπως τόσες άλλες. Μια κίνηση χάδι από τις καστανιές της άσπρης πέτρας προς την μαύρη απέναντι –αυτή και η πληροφορία: Από ’δω θα περνούσαν οι Πράσινοι, προς τα ’κει θα πήγαιναν» (σελ.40).
   Στο βιβλίο δεσπόζουν η πολύ καλή απόδοση με καθημερινούς όρους της ζωής στην κατοχική και εμφυλιακή επαρχία, ο σχηματισμός του αντάρτικου και η ψυχολογία του πολέμου.     
Μουχαρέμ
   Το Μουχαρέμ έχει έναν αέρα Ανατολής στο χώρο της Θεσσαλονίκης που αναμιγνύεται με τις συνθήκες της πόλεως, την αδυσώπητη μοναξιά και αλλοτρίωση.
   Ο τρόπος που είναι γραμμένα τα πεζά του είναι ο εξής: Διαλέγει ένα θέμα. Περιγράφει μια σειρά προσώπων και ενεργειών ή του περιβάλλοντος χώρου. Η περιγραφή είναι λιτή και περιεκτική[2], με πολύ συγκεκριμένη ρεαλιστική γραφή και οι μεταφορές του ακόμα είναι σαφέστατες, χωρίς περιθώρια, ενώ συχνά τα τμήματά της συνδέονται χαλαρά ή σχεδόν καθόλου μεταξύ τους, αλλά διατηρείται έστω και έμμεσα εντός θέματος. Εκεί ως φυσιολογική απόρροια παρεμβάλλονται και μια σειρά στοιχείων της εποχής, όπως η μετανάστευση, ο εμφύλιος, ο ερχομός των Μικρασιατών στη Θεσσαλονίκη, η αποξένωση, οι πολιτικές διώξεις και άλλα. Τελικά αφού ολοκληρώσει τη «σφαίρα» του θέματος καταλήγει σε ένα συμπέρασμα που δίνεται συνήθως στην τελευταία παράγραφο και κάποτε παίρνει αποφθεγματική μορφή. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι τα αφηγήματα είναι σαφώς σχηματοποιημένα και δομημένα παρόλη τη θεματική και νοηματική τους χαλαρότητα. 
   Οι άνθρωποι διασχίζουν τις εποχές, αλλά και οι εποχές διασχίζουν και διακατέχουν τους ανθρώπους, καθορίζοντας τις ζωές τους, μια και είναι συνυφασμένοι με αυτές. Παλεύουν να ζήσουν, να διατηρηθούν και να ευτυχήσουν ανάμεσα στα γεγονότα, που συχνά είναι θυελλώδη και συνταρακτικά. Το βιβλίο μοιάζει ως εξιστόρηση της ζωής των κοινών ανθρώπων μέσα στην εποχή τους. Απλή καθημερινή διαβίωση, ολιγαρκής και μινιμαλιστική. Ειδικά στο ομώνυμο διήγημα «Μουχαρέμ», που η αφήγηση είναι εκτεταμένη και ξεκινά από το 19ο αιώνα και φτάνει ως τα μέσα του 20ου, η τακτική αυτή είναι εμφανής.
   Τα κείμενα του βιβλίου αυτού προσομοιάζουν περισσότερο από το Νερό καρκάγια και τα Παιχνίδια στον παράδεισο με διηγήματα γιατί παρουσιάζουν στοιχεία όπως: Τα διλλήματα (π.χ. στο «Φανάρι» η σύγκρουση  της πίστης στον Αλλάχ και της ομορφιάς της θάλασσας, που προκαλούσε την Τουρκάλα να κολυμπήσει παρακάμπτοντας τις σεμνοτυφίες), της αγωνίας και του σταδιακού ξετυλίγματος της ιστορίας και τις γνώσεις της αλήθειας, όπως συμβαίνει στον «Κόκορα» σε σχέση με τον παράξενο γείτονα και το ξυπνητήρι του, ενώ αλλού στο «Επισκέψεις» έχουμε το σταδιακό σχηματισμό του έμμεσου συμπεράσματος. Το αποτέλεσμα είναι να διαβάζονται ευχάριστα. 
Νερό καρκάγια
   Αν μπορούσαμε απλουστευτικά και αρκετά αυθαίρετα να χωρίσουμε την πεζογραφία σε αυτή που γράφεται λαμβάνοντας υπ’ όψη τον αναγνώστη και σε εκείνη που είναι έκφραση του συγγραφέα, χωρίς φυσικά να αγνοήσουμε και τις ενδιάμεσες καταστάσεις, το βιβλίο αυτό, περισσότερο από τα άλλα πεζά του Μέσκου, θα έκλινε προς τη δεύτερη περίπτωση. Αυτό καταφανώς συμβαίνει γιατί υπάρχει άμεση επιρροή από την ποιητική ιδιότητά του, μια και η ποίηση είναι η συναισθηματική έκφραση του εγώ. Το γεγονός αυτό φυσικά δεν αποκλείει και την αναγνωστική απόλαυση, απλώς φανερώνει μια πρόθεση που έχει άμεσα και απτά αποτελέσματα στη μορφή και στο περιεχόμενο. Έτσι παρατηρούμε χαλαρότητα πλοκής, παράθεση πολλών ονομάτων, αφήγηση πλήθους συμπεριφορών προσώπων ακόμα και ετερόκλιτων ή χωρίς επαρκείς εξηγήσεις -αν και με σαφήνεια- και στον αντίποδα μια ηδονική ενατένηση των όντων και μια ροπή στην ποιητική λιτότητα εξιστόρησης και περιγραφής, ενώ παρά ταύτα ο μεταφορικός λόγος είναι συγκρατημένος και δε φτάνει σε υπερβολές και τα αφηγήματα είναι «δεμένα» στον ρεαλισμό.
   Ο Μάρκος Μέσκος γράφει για να θυμηθεί και ίσως να μην ξεχάσει. Το βιβλίο του βρίθει από ονόματα και τοπωνύμια, που θα έλεγε κανείς ότι προσφέρουν ελάχιστα στην αναγνωστική απόλαυση, ειδικά όταν παίρνουν μορφή λίστας (π.χ. σελ. 30, σελ. 33) και γράφονται καθαρά με άξονα τον συγγραφέα, όπως δηλαδή συμβαίνει σχεδόν πάντα στην ποίηση. Αυτό που προσφέρουν στο κείμενο, όταν δεν φτάνουν στα όρια υπερβολής, είναι έναν αέρα οικειότητας και καθημερινής ζεστασιάς και κατά αυτή την έννοια έχουν σαφή ρόλο ύπαρξης.
   Είναι όμως και γεμάτο συμβάντα, που συχνά μικρά-μικρά σαν ψηφίδες στοιχειοθετούν το αφήγημα (π.χ. «Ο σταθμός» σελ. 33), ενώ άλλοτε περιφέρονται γύρω από ένα κεντρικό θέμα (π.χ. «Στον μπαξέ του Αλιώτη», «Ο σκύλος τροχονόμος»).
   Τα συνταρακτικά γεγονότα της εποχής στην οποία εκτυλίσσονται αποτελούν παράπλευρα στοιχεία, επιγραμματικά αναφερόμενα, καθώς οι εστιάσεις είναι στην καθημερινή ζωή και στα μικροσυμβάντα της. Έτσι είναι έμμεσα καθοριστικά. Οι άνθρωποι περισσότερο μοιάζουν αδύναμοι μπρος σε αυτές τις καταστάσεις και περιστάσεις.
   Τα κείμενα διασχίζουν ζωές με εκπληκτική ταχύτητα, σχεδόν επιγραμματικά θα λέγαμε, και το αποτέλεσμα προκύπτει από τη συνολική εικόνα των σκιαγραφούμενων ανθρώπων μέσα στο χρόνο. Συνήθως ο χρόνος τρέχει και τα γεγονότα είναι σε fast motion. Μοιάζουν με γραμμές σκίτσων ιστοριών που ολοκληρωμένα έχουν καλλιτεχνική όψη. Η συνειρμική επαναφορά στη μνήμη είναι ο μίτος που οδηγεί την αφήγηση. 
Επίλογος
   Δυο κυρίως στοιχεία αναμιγνύονται στις αφηγήσεις του Μάρκου Μέσκου. Το προσωπικό ή βιωματικό, που υπερισχύει σαφώς και είναι ο κεντρικός άξονας, και το επικαιρικό που βρίσκεται πανταχού παρόν ως φόντο. Τα άτομα που περιγράφονται είναι οι αφανείς ήρωες της καθημερινής ζωής, απλοί και αποτραβηγμένοι ή απλώς αποφορτισμένοι –μέσα στην αφήγηση- από ιδεολογίες και ηρωικά στοιχεία, μικρού ή μεγάλου βεληνεκούς. Υπάρχουν, περιγράφονται και η δράση τους περιορίζεται στα «μικρά» και «καθημερινά». Χαρακτηριστική εξαίρεση αποτελεί ο «Πρακτικός γιατρός» στο Νερό καρκάγια που περιθάλπει αντάρτες εκκινούμενος από τη συμπόνια. Ένα πεζό για το πώς η ανθρωπιά υπερισχύει στις σκοπιμότητες και στο περιβάλλον.
   Λέει πολλά, με μεγάλη ταχύτητα και αναφέρει εξίσου πολλά πρόσωπα και τοπωνύμια μεταφέροντας την αύρα της εποχής, αφήνοντας σε μας τις γενικεύσεις που σαφώς ενυπάρχουν.
   Παντού είναι παρούσα η Μακεδονική επαρχία και η Θεσσαλονίκη και τα βιβλία μπορούν να χαρακτηριστούν ως ντοκιμαντέρ της ζωής μιας ολόκληρης εποχής, τόσο περιγραφικά όσο και βιωματικά. Αυτό είναι και το κεντρικό ακούσιο ή εκούσιο εγχείρημά του.

                                                              Γρηγόρης Τεχλεμετζής



Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Εμβόλιμον", τεύχος 67-68, Χειμώνας 2012- Άνοιξη 2013, στα πλαίσια του αφιερώματος στον Μάρκο Μέσκο.


[1] Χαρακτηριστικά αναφέρει ο Daniel Coleman στη Συναισθηματική νοημοσύνη (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα) για το παιχνίδι που παρατηρήθηκε σε σχολείο της Αμερικής, που τα παιδιά που ήταν αυτόπτες μάρτυρες, αναπαριστούσαν την εισβολή και το μακελειό του παρανοϊκού που σκότωσε πλήθος κόσμου στο σχολείο τους και το πώς δρούσε αυτό καθησυχαστικά!
[2] Μπορούμε να πούμε ότι η «δωρική λιτότητα» που παρατήρησε και η κυρία Λαδογιάννη στην ποίησή του διατηρείται και εδώ (περιοδικό Πάροδος τεύχος 28). 

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Η ΕΡΗΜΟΣ ΚΑΙ Η ΖΟΥΓΚΛΑ/ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΑΜΜΗΣ/ ΑΩ ΕΚΔΟΣΕΙΣ 2011



   Φυλές αντιμάχονται στη ζούγκλα και έμποροι όπλων, τυχοδιώκτες και καιροσκόποι, με την έρημο στην ψυχή τους, πλουτίζουν και τους εκμεταλλεύονται. Κόσμος σκοτεινός, μύχιος, εξωτικός, με έλη, ιαγουάρους, ιθαγενείς, ποτάμια και πιράνχας, που εναρμονίζεται και αντανακλά την ψυχική κατάσταση των ηρώων. Αρχέγονη περιπλάνηση που δεν διστάζει να γίνει ωμή, ακραία και αηδιαστική, απαλλαγμένη από προκαλύψεις και ωραιοποιήσεις.
   Αντιπολεμικό και ενάντιο σε κάθε εκμετάλλευση και με σαφή συμπεράσματα είναι το βιβλίο του Παναγιώτη Ράμμη. Περιγράφοντας έναν κόσμο που βασιλεύουν «ο νόμος του κέρδους», «η επιδίωξη της ηδονής και πάσης φύσεως ευχαρίστηση», «η επιβολή του ισχυρού» και γενικότερα ο αμοραλισμός. Καμία φιλία ή αγάπη δεν είναι σταθερή παρά μόνο το κυνήγι του πλούτου και της απόλαυσης. Μόνο τα ένστικτα, τα πάθη και οι αρχέγονες και συμβολικές εκφράσεις τους μέσα από τα άγρια έθιμα, σμιλεμένα στο «συλλογικό ασυνείδητο», παραμένουν σταθερές εκφράσεις στο χρόνο και είναι πρωταγωνιστές, τόσο στους πρωτόγονους ιθαγενείς όσο και στους εν είδη πολιτισμένους.
   Μέσα από τον πρωτογονισμό των φυλών που περιγράφονται προβάλλεται μια χθόνια πτυχή της ανθρώπινης φύσης και των ακατέργαστων ενστίκτων, άλλωστε μην ξεχνάμε τις μελέτες του Φρόυντ και τον τρόπο που κατέληγαν σε συμπεράσματα. Από την άλλη ο τυχοδιωκτισμός των «πολιτισμένων» έρχεται πότε σε αρμονία και πότε σε δυσαρμονία με αυτόν κάνοντας σαφές ότι η εξέλιξη καθόλου δεν συνεπέφερε στην ηθική και αντιθέτως καλλιέργησε την απληστία και τη διαφθορά. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που γράφει στη σελίδα 49:
« Τελικά αυτό που κατάφερε ο πολιτισμός τόσους αιώνες τώρα, είναι να βοηθήσει τους λαούς να εξοντώνονται με όλο και πιο εξεζητημένους τρόπους. Η ιστορία τελικά δεν τους δίδαξε τίποτα από την φρικαλεότητά της. Όσο οι επιστήμες εξελίσσονται, τόσο οι άνθρωποι βυθίζονται στα ζωώδη ένστικτά τους. Αυτοί οι ημιάγριοι εδώ, που είναι έτη φωτός μακριά από το δυτικό τρόπο ζωής, παραμένουν ίδιοι, αναλλοίωτοι και ειλικρινείς με τη φύση τους.»   Όπως φαίνεται και από αυτό το απόσπασμα ο συγγραφέας συχνά περνά σε άμεσες κρίσεις δοκιμιακού τύπου που παρεμβάλλονται στην κυρίως αφήγηση. Ο τρόπος αυτός δεν ξενίζει γιατί διατηρείται στα πλαίσια του μέτρου και της άμεσης συνάφειας και αποτελεί αβίαστο επακόλουθο της γραφής του.     Το σήμα κατατεθέν της γραφής τού επίσης και ποιητή Παναγιώτη Ράμμη είναι η απογείωση της φαντασίας, εικονοπλαστικής αλλά και νοηματικής, με σύμφυτα ηθικά ερωτήματα. Τραβά την προσοχή και το ενδιαφέρον φτάνοντας συνειδητά στην υπερβολή και την κάποτε στυλιζαρισμένη φαντασμαγορία, κατασκευάζοντας ένα συναρπαστικό και ευχάριστο μύθευμα που είναι άριστα προσαρμοσμένο και αποδιδόμενο εντός της στόχευσής του. Δεν ανήκει στα άνευρα φέρετρα της τελειότητας που συχνά προωθούνται από την κριτική.
   Έχει τα χαρακτηριστικά μιας κινηματογραφικής περιπέτειας, με εκρήξεις φαντασίας άλλα και σαφείς ποιοτικούς όρους. Η σκληρότητα εκφράζεται διαρκώς και απροκάλυπτα, αποδίδει τις θελήσεις και φτάνει συχνά να μας ανατριχιάζει, άλλα τασσόμαστε με το μέρος του ήρωα παρόλα τα σαφή αμοραλιστικά του στοιχεία, κατά έναν  τρόπο που η τέχνη μπορεί να πετύχει, και τον δεχόμαστε έτσι όπως είναι χωρίς να τον εγκρίνουμε.
   Υπάρχουν κεφάλαια που η περιγραφική αφήγηση  εθίμων, εικόνων και συμπεριφορών των ιθαγενών, με τα ξεγυμνωμένα πάθη τους, που αφουγκράζονται τις ενδόμυχες θελήσεις τους και τα ένστικτά τους, διαβάζονται με λαίμαργη λαγνεία ή συγκαλυμμένο αποτρόπαιο πάθος και σίγουρα με περιέργεια.
   Οι τίτλοι των κεφαλαίων του είναι ποιητικοί και φανερώνουν τις γενικότερες προθέσεις του (π.χ. «Ο σπασμένος καθρέφτης και η ευθανασία των ακριδών», «οι ουλές του προφήτη»).
   Η γλώσσα του είναι πολύ προσεγμένη και ουσιώδης. Απέχει επιτυχώς από τον πρόχειρο δημοσιογραφικό λόγο και συχνά μοιάζει η δυναμική της να επιβάλλεται μέσω της πένας του, ακόμα και στην πλοκή και την περιγραφή καθορίζοντάς την.
   Το κεφάλαιο «Μεταμόρφωση» είναι αντισταθμιστικό του κλίματος περιγράφοντας με εκπληκτική αντίθεση μια φτωχή ιδανική κοινωνία, με αγνή ομορφιά. Με την συνεπικουρία του έρωτα φτάνει στην συναισθηματική και ιδεολογική ανατροπή του ήρωα ολοκληρώνοντας το νόημα.       Στο τέλος του βιβλίου οι εικόνες αλλάζουν εντελώς και μετακινούμαστε σε μια μεγαλούπολη στα γραφεία μιας πολυεθνικής-βρικόλακα, με καριερίστες υπαλλήλους στο βωμό του πλούτου. Γίνεται γλαφυρός, δηκτικός, αλλά και αποκαλυπτικός σε σχέση με τις επαγγελματικές σχέσεις του σύγχρονου κόσμου.
   Παρόλη όμως τη γενικότερη μεταστροφή οι συνέπιες των πράξεών του τον ακολουθούν και το τελικό συμπέρασμα είναι άκρως διδακτικό.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικο diastixo (www.diastixo.gr) 

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

ΟΙ ΝΑΥΑΓΟΙ ΤΗΣ ΠΑΣΙΦΑΗΣ/ ΦΑΙΔΩΝ ΤΑΜΒΑΚΑΚΗΣ/ ΕΣΤΙΑ 1997

Περιπετειώδης φαντασία με ποιότητα γραφής

Τι θα συμβεί αν τρεις άνθρωποι ναυαγήσουν σε ένα νησί του Ειρηνικού, μακριά από τον πολιτισμό; Τι θα κρατήσουν από τις συνήθειές, τις δεξιότητες και πόσο θα τους βοηθήσουν οι γνώσεις τους; Πώς θα λειτουργήσει η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια; Τι θα γίνει αν παρεισφρήσουν σε ένα πρωτόγονο και πρωτόγνωρο πολιτισμό ιθαγενών;
   Ένα βιβλίο για τρεις Ροβισόνες Κρούσους, με εξωτικό ενδιαφέρον, αφηγηματική πλοκή και "ήρεμη αγωνία", καθώς βυθιζόμαστε στις άριστες περιγραφές του.
   Μας προϊδεάζει στην αρχή του κάθε κεφαλαίου με μια επιγραμματική περίληψη, η οποία μια και είναι ελλειπτική κινεί το ενδιαφέρον και τη φαντασία, αλλά οι πληροφορίες που δίνει κάποτε λειτουργούν προς την αντίθετη κατεύθυνση.
   Η γραφή του είναι ρεαλιστική, με στοιχεία φανταστικού, ιστορικού, κοινωνικού και λίγα ηθογραφικού μυθιστορήματος, ενώ η πλοκή είναι περιπετειώδης. Εμφανώς ο συγγραφέας έχει στόφα παραμυθά. Πειρατές, φυλές ιθαγενών με ηδονόχαρες γυναίκες, ξεχασμένοι απόγονοι Άγγλων θαλασσοπόρων και τόσα άλλα, στοιχειοθετούν την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα.
   Μέσα από την πρωτοπρόσωπη άμεση αφήγηση του Μιχάλη, ενός από τους τρεις ναυαγούς, η ιστορία συχνά αποκτά ξέφρενο ρυθμό, με εντυπωσιακούς αδρούς χαρακτήρες, μέχρι και γραφικούς, με σαφή κατεύθυνση να ερεθίσει το αισθητήριό μας, με ασυνήθιστη πρωτοτυπία, και να μας βυθίσει σ' αυτή. Η πρόθεση είναι εμφανής από την επιλογή του θέματος, τόσο την ιστορία της φυλής Αριόι, όσο και από το ναυάγιο και τις ναυτικές εγκιβωτισμένες αφηγήσεις, από την χρήση πρωτότυπων ονομάτων (Πασιφάη, Πόρα-πόρα, Γαβρήλος κτλ) και γενικότερα από τον τρόπο γραφής.
   Η οπτική του μας οδηγεί να επικεντρωνόμαστε στα απλά και καθημερινά, αυτά που θεωρούνται δεδομένα στη ζωή ενός "πολιτισμένου" και επανεξετάζονται στην περίπτωση απώλειας ή αμφισβήτησης, που συνεπάγεται ένα ναυάγιο σε ένα έρημο νησί. Έτσι υποβόσκει μια κοινωνική εξέταση μέσα από μια αποδόμηση.
   Όλα αυτά μέχρι τη δεύτερη ενότητα, που κάνουν εμφάνιση οι Αριόι, οι ιθαγενείς κάτοικοι, που από την αρχή προαναγγέλλονται αλλά εντελώς αναπάντεχα προβάλλονται ως απόγονοι περιφερόμενων θεατρίνων μιας ξεχασμένης παράδοσης!
   Υπάρχει μια σειρά ψυχολογικών σταδίων και μεταπτώσεων, με την αντίστοιχη συχνά άμεση περιγραφή συναισθημάτων, που ακολουθεί παράλληλα την πλοκή, σε μια παρεμφερή διάσταση. Αυτή συνοψίζεται στους συμβολικούς τίτλους των ενοτήτων -"Σελήνη", "Ερμής", "Αφροδίτη" κτλ-, μια και οι θεότητες αυτές είχαν συγκεκριμένη σημασία και επενέργεια. Έτσι έχει και τη μορφή ενός έντεχνου και σαφούς ψυχογραφήματος, με ηθικά ερωτήματα, κάποτε ερωτικά τρίγωνα, μεταπτώσεις και μύχιες θελήσεις, που είναι φυσικό να απελευθερώνονται μακριά από την "πολιτισμένη κοινωνία" με τους φραγμούς της. Χαρακτηριστική είναι η αντιπαράθεση και η αναπόφευκτη σύγκριση με τη φυσική αγνότητα των Αριόι, οι οποίοι ζουν με την πλησμονή και τη επάρκεια ενός μακαρίου -όπως περιγράφεται- νησιού του Ειρηνικού ωκεανού. Όλο αυτό το σκηνικό μας θυμίζει μέρος του ιστορικού μυθιστορήματος  Μαγγελάνος του Στέφαν Τζβάιχ, στο οποίο δεσπόζει το δίλημμα της αποχώρησης ή της παραμονής στα νησιά των Μακαρίων του Ειρηνικού.
 Ίσως ένα ελάχιστο ψεγάδι του βιβλίου είναι ότι κάποιες στιγμές νιώθεις ότι κάνεις "τροχάδην", παραμένοντας στο ίδιο σημείο, κάτι όμως που υπερκαλύπτει η δημιουργική φαντασία και πετυχαίνεται συνάμα το επίμονο αίτημα πολλών κριτικών για επαρκή ανάπτυξη του θέματος, κάτι που εγώ ελάχιστα συμμερίζομαι και πάντα το συναρτώ με την τεχνική της κατανοητής ελλειπτικότητας. Αλλά μη βγαίνω εκτός θέματος.
   Χαρακτηριστική είναι η ιχνηλασία των αρχαίων Πολυνησιακών μύθων, δοξασιών, τελετών, θρησκειών και προλήψεων, με βάση τους Αριόι και τον πειστικό αφηγητή Μιχάλη. Χρησιμοποιώντας το τέχνασμα της μακροζωίας που δημιουργείται στο νησί, αναμιγνύει γεγονότα και πρόσωπα από παλαιότερες εποχές με το σήμερα και κατασκευάζει ένα «παροντικό» ταξίδι στο παρελθόν.
   Φωτίζει διαρκώς πτυχές συμπεριφοράς και σκέψεις των ηρώων, καθώς η αφήγηση ρέει μέσα σε περιπέτειες, ναυάγια, ιθαγενείς, εξωτικά νησιά, πειρατές, ναυτικούς αντρίκιους έρωτες, μεταφυσικά ελιξίρια νεότητας και τόσα άλλα. Έτσι ούτε στατικότατα υπάρχει, μα ούτε η προχειρότητα και η λιτότητα μιας κινηματογραφικής καταγραφής. Τα συναισθήματα κινούνται από θετικά σε αρνητικά, από τη μαγεία της Σελήνης στις εφευρέσεις του Προμηθέα, στους έρωτες της Αφροδίτης, στον Άρη κτλ. Μετά τη μέση του βιβλίου η πλοκή γίνεται ξέφρενη, προσπαθώντας επιτυχώς να διατηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, μια και οι σελίδες του βιβλίου είναι πολλές (503 σελίδες). Το μυθιστόρημα πλέον αγγίζει την επιστημονική φαντασία και το είδος γραφής τροποποιείται αποδίδοντας υψηλή και καλοστημένη αφηγηματική δράση. Περίτεχνα ευφάνταστο ταξίδι, με διαρκή συμβάντα, που δεν αφήνουν σε καμία περίπτωση να ησυχάσει η περιέργεια του αναγνώστη και μόλις πάνε να παρακμάσουν ανατροφοδοτούνται με διαφορετικά θέματα, που δένουν ως συνέχεια. 
   Είναι προτιμότερη μια αποχαυνωμένη αιώνια και στατική ευτυχία -όπως αυτή των Αριόι-, ή μια δημιουργική, αγχώδης, γεμάτη προβλήματα ζωή, όπως αυτή του υπόλοιπου κόσμου; Να φύγουν ή να μείνουν οι ήρωες μας σε ένα τέτοιο κόσμο; Αμφίρροπα διλήμματα που προκύπτουν και δομούν την πλοκή του βιβλίου μαζί με τη διονυσιακή φυλή των θεατρίνων.
   Η γραφή του είναι ιδιαίτερα προσεγμένη και διακρίνεται από εύστοχο λεξιλόγιο, που δεν γίνεται δυσνόητο, και από την έντονη επεξεργασία γλωσσολογική, δομική και θεματική, χωρίς να χάνει τον αυθορμητισμό, τη πηγαιότητα και την ευκολοδιάβαστη ροή, κάτι δύσκολο σε τόσο προσεκτική δουλειά. Γι' αυτό, ίσως, διακρίνεται από τα σχετικά λίγα μυθιστορήματα του.
   Χαρακτηριστική είναι και η ενδελεχής πληρότητα κάθε έννοιας και σκέψης, που στο εστιασμένο σημείο της συγγραφής, εξετάζεται σε όλες της πτυχές της. "Θα μου άρεσε να ξέρω τουλάχιστον κάτω από ποιόν αστερισμό θα γεννιόταν το παιδί μου, καλλιτεχνικά ταλέντα ή κλίση στις πολεμικές τέχνες, ικανότητα με τους αριθμούς ή ευαισθησία με τα γράμματα" (σελ. 426).
   Συνοψίζοντας, η περιπετειώδης υπόθεση, με φανταστικά στοιχεία και την αίσθηση του λογοτεχνικού πλούτου, τόσο νοηματική όσο και μορφολογική, είναι το στίγμα του βιβλίου του Φαίδωνα Ταμβακάκη.