Η λίστα ιστολογίων μου

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Η κοινωνική ποίηση των Κλειδαρίθμων του Κλείτου Κύρου μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι.

   Ο Κλείτος Κύρου ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, που έχει βιώσει τον εμφύλιο και την ήττα, με την κατάρρευση των ελπίδων, τουλάχιστον όσων αφορούν το άμεσο μέλλον. Αυτή η πίκρα και η απογοήτευση, μαζί με το αλλοτριωτικό κατρακύλισμα της κοινωνίας και των ανθρώπων, επαναστατών και μη, διαποτίζει το έργο του.
Κιβωτός του Νώε

Ήταν και η επανάσταση
Πέρα από κάθε κίνητρο
Μια ιδεώδης διέξοδος

Τόσες ζητωκραυγές
Τόσα όνειρα
Τόσες αστραπές
Πού να χωρέσουν

Ύστερα από την καταστολή
Οι θλιβεροί επιζώντες
Είκοσι χρόνια περιφέρουν
Τα λείψανα της πυρκαγιάς...
   Οι "ανιδιοτελείς επαναστάτες" ("Κιβωτός του Νώε"), μετατρέπονται σε "κουρασμένους επαναστάτες" ("Αναβάπτιση"), "σχέδια καταρρέουν" ("Αναβάπτιση"), καταλήγουν "αφηγήσεις ονείρων" και "επιχειρήματα ηττοπαθών" ("Τελευταίο οχυρό"), με ανθρώπους "περιχαρακωμένους" "εκ του ασφαλούς" ("Τελευταίο οχυρό"). Και οι επίγονοι αναλώνονται σε "επενδύσεις κατεξοχήν επωφελείς" -εννοείται γι’ αυτούς-, "σε μετοχικά κεφάλαια" και "τουριστικές επιχειρήσεις" ("Η καμπή"). Οι άνθρωποι δίχως όνειρα ("Φενάκη"), ανικανοποίητοι και ανούσιοι, "ξεχασμένοι από τον ήλιο", κάθε μέρα είναι σαν να πεθαίνουν, κρεμασμένοι σε "νεόκτιστες οικοδομές" -εδώ υπαινίσσεται τον οικοδομικό μετεμφυλιακό οργασμό-, δίνοντας τον εαυτό τους για "αντιπαροχή", γιατί ταυτίζονται με τις ίδιες τις συμπεριφορές τους, που τους καθορίζουν.
    Η ιστορική αυτή κατάληξη-κατάντια, όπως γλαφυρά περιγράφεται, είναι μια πορεία υλιστικής ευμάρειας, αλλά και ιδεολογικής και πνευματικής παρακμής.
   Η εικόνα της σύγχρονής του πραγματικότητας, που άπτεται και έχει πολλές ομοιότητες με τη δική μας, τον πληγώνει. Τα συναισθήματα που του προκαλεί είναι σιωπηρή θλίψη και αίσθηση αδιεξόδου, καθώς αφουγκράζεται τα "σχέδια για ένα ταξίδι που δεν θα κάνουμε" ("Αντιμετάθεση"). Ενδόμυχοι φόβοι, προσωπικές καταρρεύσεις, απογοητεύσεις, προσωπεία, αντιδικίες, περιοριστικά τείχη, όλα σε μια ποίηση κατά βάση ψυχότροπη, καταγραφή της ιστορικής περιπέτειας μέσα στον προσωπικό κόσμο των ανθρώπων και τις αδυσώπητες επιρροές των συνθηκών και του περιβάλλοντος. Τελικά, το ποίημα "Το δίλημμα", μας θέτει ειρωνικά το ερώτημα αν είναι καλύτερο ένα τοπίο που βράζει, καταστρέφει, χωρίζει άλλοτε συντρόφους, αλλά ξεβράζει "ονειροκατασκευές", ανάμεσα σε συντρίμμια και ακρωτηριάζει δέντρα, παρασύροντάς τα, μαζί με "σκοτωμένα αστέρια" και αποχαιρετιστήριες φωνές -ίσως των ξενιτεμένων∙ παρά η αλλότρια εποχή, με την εκβιομηχάνιση, τις συναλλαγματικές, την ανθρώπινη ομοιομορφία ιδεών και ζωών, που φτάνουν να εύχονται να "ξαναβρέξει", μπας και ξεκολλήσουν από το βάλτο. Το ποίημα μάς παραπέμπει σαφώς στην ιστορική πορεία της μεταπολεμικής Ελλάδος, με τον εμφύλιο, τα αποτελέσματά του, διχασμούς, όνειρα, απογοητεύσεις, αποτυχίες, καταστροφές, υποχρεωτικούς ξενιτεμούς στις Ανατολικές χώρες ή αλλού και τελικά στην ισοπεδωτική κατάληξη της αλλοπρόσαλλα αναπτυσσόμενης χώρας. Είναι μια συναισθηματική αντιμετώπιση, και όχι μόνο, των ευαίσθητων ανθρώπων της εποχής, που βίωσαν τόσες δύσκολες καταστάσεις.
   Ο ίδιος μας ο εαυτός ενίοτε μας μεταμορφώνει, μας κάνει να βλέπουμε τα πράγματα όπως εμείς επιθυμούμε και όχι όπως είναι ( "Φίλτρο"). Τελικά δεν μας αγγίζουν με τη ρεαλιστική τους δύναμη, γιατί δεν είμαστε ούτε εμείς όπως πριν, μας έχει αλλάξει η ίδια η στάση μας. Θα έλεγα ότι το συγκεκριμένο ποίημα δίνει μια μικρή αισιόδοξη νότα στο θλιμμένο ύφος της συλλογής.
   Ο συνολικός τίτλος "Κλειδάριθμοι", μας προϊδεάζει ως προς την κρυπτικότητα του λόγου, που δεν φτάνει όμως σε υπερβολή. Είναι οι κωδικοί που μας απελευθερώνουν εικόνες, ανθρώπινες συμπεριφορές και κοινωνικές καταστάσεις, με έναν τρόπο λογικά ψυχολογικό. Είναι αριθμοί αδυσώπητοι, σαν την πικρή πραγματικότητα, που αγγίζουν όνειρα και παράγουν θλίψεις -και αυτό είναι πολύ επώδυνο. Κατά αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι ο Κλείτος Κύρου είναι σαφώς κοινωνικός ποιητής.
   Όμως υπάρχουν και νησίδες θεματικής αποστασιοποίησης εντός της συλλογής. Η "διολίσθηση", η "Έλξη" και εν μέρει "Το χάσμα" -εδώ υπάρχει και άμεση σύνδεση με το κυρίως θέμα της συλλογής-, φαίνεται να αναφέρονται στη συμπεριφορά των ποιητών. "Τότε η Ποίηση/ Διολισθαίνει απ' το ιερατείο/ Κι ακροποδίζοντας έρχεται/ Δίπλα σου να σταθεί" ("Διολίσθηση").
  Η "Έλξη" είναι αυτή προς την "υψηλή" νοητική έκφραση και τη σαγηνευτική "μαγεία" της ποιήσεως, ενώ μάλλον υπαινίσσεται και την φιλοδοξία των καλλιτεχνών, ως προς την αθανασία του ονόματός τους, "Βιάζονται όλοι να φτάσουν τον ουρανό/ Πριν μετουσιωθούν σε λίθους πολύτιμους/ Απολιθώματα και ορυκτά" ("Έλξη"), οι οποίοι συνωστισμένοι -εδώ αναφέρεται στην πληθώρα ποιητών- βιάζονται με αγωνία να φτάσουν στον ουρανό. Εδώ πρέπει να συμπληρώσουν μόνοι τους το νόημα του ουρανού τους.
   Υπάρχει επίσης αναφορά του έρωτα στα ποιήματα "Παραινέσεις", "Αφθαρσία", "Οι Ερινύες ή το τέλος των άγιων ημερών" και στο "Dream factory", αλλά κάλλιστα θα μπορούσαν να διαβαστούν και ως μια μεταφορά που αφορά την ελκυστική ανάμνηση και νοσταλγία παλιότερων εποχών και ανθρώπων που είναι συνυφασμένοι με αυτές, χωρίς να αποκλείω και την έτερη ανάγνωση. Αυτά φαίνονται σαφέστατα στα δυο τελευταία ποιήματα που αναφέρω, ενώ στην "Αφθαρσία" ίσως να κυριολεκτεί, εκτρέποντας και αναμιγνύοντας όμως το τελικό νόημα, ως προϊόν αποτρόπαιων συνθηκών. Οι "Παραινέσεις" θα μπορούσαν να διαβαστούν και με έκδηλο ερωτικό στοιχείο ή ακόμα και καθαρά ερωτικά. Εδώ νομίζω ότι "παίζει" με την αμφισημία της ποιήσεως, μια και μιλάει για "αφιερώσεις αιώνιας φιλίας ή αγάπης".
   Αλλά πιστεύω ότι υπάρχουν φορές που δεν είναι σωστό να προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε κατά γράμμα την ποίηση, και με αυτήν τη φράση θέλω να τελειώσω το κείμενό μου.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Κοράλλι/ τεύχος 6/ Απρίλιος-Σεπτέμβριος 2015

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Κοιτώντας μέσα από το πρίσμα των "πιστεύω" Πεζά κείμενα/ Νίκος Καρούζος/ Ίκαρος 1998, 2010


  Ο Νίκος Καρούζος γράφει με γνώμονα το "υψηλό", μιας μορφής ιδεαλιστικό πρότυπο, μια υπέρβαση προς μια ανώτερη φύση, θεία ή ανθρώπινα θεία. Ο λόγος του είναι συμπυκνωμένος και όχι επεξηγηματικός, κάποτε μην αγγίζοντας το συγκεκριμένο, επηρεασμένος σαφώς από την ποιητική του ιδιότητα και από το γεγονός ότι συχνά αναφέρεται στο άφατο, μια και τα επιστημονικά τεκμήρια είναι εκεί ανίσχυρα και οι δογματικές παραδοχές και μερικές φορές το μυστηριακό στοιχείο κάνουν αισθητή την παρουσία τους.
   Παρουσιάζει ιδεολογικό πάθος γραφής, μαχητικό πνεύμα και κάποτε δηκτικό ύφος, χωρίς φανατισμό, αλλά άλλοτε με ανατρεπτική, άλλοτε με υποστηρικτική οπτική. Διαθέτει νεύρο, ενδεικτικό ότι ζει παθιασμένα τη ζωή και τις θέσεις του. Ακόμα και ο τρόπος που έζησε φανερώνει μια ανυποχώρητη στάση, αντικομφορμισμό, προσήλωση στην πνευματική ανάπτυξη και πίστη στην ιδεολογία του. Κρατήθηκε μακριά από κάθε είδος ιδιοκτησίας και μέχρι τον θάνατό του έμεινε σε ένα μικρό νοικιασμένο διαμέρισμα με λίγα χρήματα, εναρμονίζοντας ιδεολογία και ζωή.
   Είναι σαφές ότι το πάθος των θέσεών του εκκινείται από μια ειλικρινή τιμιότητα απέναντι στις ιδέες του, που τις υπερασπίζεται επιχειρηματολογώντας. Άλλωστε αρκετά από τα κείμενά του έχουν δημοσιευτεί  σε εφημερίδες, κάποτε με δοκιμιακό ύφος, που εξυπηρετούν μια τέτοια γλαφυρή και συχνά μαχητική αντιμετώπιση των θεμάτων του, καθώς συχνά καταπιάνεται με φλέγοντα ζητήματα της εποχής μας ή και γενικότερα.
(..."δεν επιβάλλεται", το λέει ο γιατρός η Κτητικότατα, φτάνει να 'χουμε κάποιαν ιδεολογία, να κρατούμε στα χέρια μας κάποιο μπουκέτο "κοινωνικών ιδανικών", έρημοι χωριστά σαν άνθρωποι όσο και στη χώνεψη, φτάνει να 'χουμε το "μαζί" μιας άψυχη δημοκρατίας κι ακόμη περισσότερο μιας απνευμάτιστης "λαοκρατίας", το "μαζί" των πόλεμων και των συρράξεων κάθε μορφής και θηριωδίας.../ σελ.150)
   Η θρησκεία τον διαποτίζει, αλλά όχι με παγιωμένη μορφή. Αποτελεί υπόστρωμα εξερεύνησης, κριτικής και προβληματισμού. Φυσικά, όπως και κάθε θρησκευόμενος, δεν έμεινε μακριά από τις δογματικές παραδοχές, αλλά παρουσιάζει την τάση να προσπαθεί να εκλογικεύσει, άλλοτε να ερμηνεύσει συναισθηματικά, όσο μπορεί περισσότερο, τα θρησκευτικά θέματα και, το σημαντικότερο, να τα προσαρμόσει στην πράξη κάνοντάς τα να λειτουργούν ως οπτική των όντων.
   Ο ανταγωνισμός της υλικότητας και της πνευματικότητας, που υποβόσκει στην χριστιανική θρησκεία, έρχεται να ισορροπήσει στην τέχνη του, τονίζοντας την αναγκαιότητα και των δυο φύσεων που βιώνει η ύπαρξη. "Υποστασική η σχέση του Σκιαθίτη (του Παπαδιαμάντη) με την Ορθοδοξία." (σελ.99), ανάλογη και η σχέση του Καρούζου. Έτσι αναλύοντας στα λογοτεχνικά δοκίμιά του ταυτοχρόνως αυτοαναλύεται. Αρκετές φορές μοιάζει σαν να προσπαθεί να ενοποιήσει τη θεολογική παράδοση θρησκειών και φιλοσοφικών ρευμάτων σε μια οπτική πνευματικότητας, αγάπης και απαγκίστρωσης από την "εμπράγματη δίψα" (σελ.106) -αυτό το τελευταίο μοιάζει πολύ βουδιστικό. Είναι σα να μας τονίζει έμμεσα ότι η αλήθεια είναι μια μα οι εκφάνσεις της πολλές. Έτσι καταφεύγει στον Λάο Τσε (σελ.109), στον Heidegger (σελ.104), στον Αριστοτέλη (σελ.108) και σε πλήθος άλλους, συνδέοντάς τους με τον Χριστιανισμό, που είναι ο κεντρικός άξονάς του, βρίσκοντας ερείσματα στην παγκόσμια και ελληνική λογοτεχνία, όπως στον Baudelaire (σελ.107) και στον Παπαδιαμάντη (σελ.97). Σύμφυτος με τους λογοτέχνες και την αρχαία κληρονομιά της χώρας μας, το πιστοποιεί άμεσα στα πεζά του, για να το αποδώσει στα ποίηματά του.
   Εκεί εντάσσονται τα κείμενά του για τον Φώτη Κόντογλου (σελ.186), τον Γεώργο Θεοτοκά (σελ.183), τον Άγγελο Σικελιανό (σελ.240), τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη (σελ.116) και τόσα άλλα. Σε αυτά βλέπουμε να δίνει πολύ μεγάλη σημασία στο χαρακτήρα και το ήθος, γι' αυτό αξιοποιεί προσωπικές επιστολές, βιογραφίες και αρκετές μαρτυρίες. Ο συνταιριασμός αυτών με το αντίστοιχο έργο των συγγραφέων συνήθως λαμβάνει χώρα (π.χ. σελ.186) και κάποτε παραμένει στο επίπεδο της επικαιρικής ενημέρωσης (π.χ. σελ.173, 183).
   Αξιολογεί μεγάλες προσωπικότητες, όπως ο Καβάφης, ο Παλαμάς και ο Καζαντζάκης και δε διστάζει να αποκαλύψει ελλείμματα τους, όπως η -κατά τη γνώμη του- υπερτίμηση του τρίτου (σελ.173) και η μερική κριτική αστοχία του δεύτερου (σελ.276). Κάποτε μάλιστα νομίζω ότι επηρεάζεται από τις προσωπικές ιδεολογικές και θρησκευτικές του αντιλήψεις και αυτό που συνήθως σε τέτοια μεγέθη είναι καλυμμένο και έμμεσο εδώ είναι απρόσμενα ευθύβολο. Εκεί εντάσσεται το πως αντιμετωπίζει την "πνευματική υλικότητα" και την "εκλαΐκευση των προτύπων" του Νίκου Καζαντζάκη, κατακρίνοντάς τον και αμφισβητώντας την πατρότητα κάποιων υπαρξιακών θέσεών του (σελ. 173-179). Θέλω να παρατηρήσω ότι στο "παγκόσμιο πνεύμα" υπάρχουν πλήθος εκφάνσεις θέσεων, συχνά και παραπλήσιες, που προκύπτουν από τα ανάλογα βιώματα, αλλά σε κάθε περίπτωση παίρνουν τη δική τους μορφή και το ιδιαίτερο νόημά τους.
   Όπως και ο ίδιος λέει[1] δεν επιθυμεί να γίνει κριτικός λογοτεχνίας -αν και εντούτοις εκφράζει και αξιολογικές και τεχνοτροπικές απόψεις-, αλλά κατά βάση αποδίδει αισθητικά και συχνά ιδεολογικά τους συγγραφείς και τα έργα τα οποία καταπιάνεται.
   Είναι, ας πούμε, καλλιτεχνικο-συναισθηματικός εκφραστής της αύρας των λογοτεχνών, γι' αυτό συχνά ο λόγος του γίνεται έντονα μεταφορικός και όχι αρκετά επεξηγηματικός, αλλά πυκνός, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, αναφέρει βιογραφικά στοιχεία χαρακτήρων και συμβάντα.
   Κάνει δοκιμιακή ερμηνεία των θεμάτων του, αλλά η προσέγγισή του είναι συνήθως αισθητική και διαισθητική, αφήνοντας βαθμούς και αναβαθμούς ελευθερίας και συλλήψεως, με έντονο φιλοσοφικό και θεολογικό στοχασμό. Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι αυτό δεν γίνεται με τη χρήση ασάφειας, αλλά με την καθοριστική επέμβαση της αισθητικής πάνω στη λογική και τα επιχειρήματα. Αυτά που διαβάζουμε έτσι δεν τα κατανοούμε απλώς, αλλά τα νοιώθουμε κατανοώντας τα, δρώντας περισσότερο με την ιδιότητα του λογοτέχνη και λιγότερο του επιστήμονα, πατώντας και στα δυο ποτάμια.
   "Τώρα βρίσκομαι στην υπαρκτικήν απόλαυση που προκαλεί η Σωκρατική Συσπείρωση στο μέσα κόσμο, στον ακλόνητο πυθμένα της αλήθειας ή Δροσερό Σημείο, που δέχεται κι αναπτύσσει τη βίωση: Χρέος απ' την Ατομικότητα, την αναφλεγόμενη, προς το Πρόσωπο χιονισμένο μέσα του. Τι πιότερο να ζητήσουμε σ' αυτή την οικουμένη... Τύχη και θάνατος απαλείφονται στο δακρύβρεχτο σύνολο της Ορατότητας. Μα ωστόσο βρίσκομαι ταυτόχρονα σ' έναν περίγυρο που κλείδωσε τη σκέψη στα νεφρά και στη γεύση, παραδόθηκε στην επάρατη ταχύτητα, που μ' αλλοφροσύνη κατεδαφίζει και προσπερνά τις αέναες αποκαλύψεις της Αργής Ουσίας του Χρόνου. Δε σεβόμαστε χάραμα, δε σεβόμαστε νύχτα, τις άδολες παραλίες που θλίβονται και τ' άμοιρα βουνά τα παραπονεμένα, σκουπιδόψυχοι δίχως Έλεγχο, που κύρηξε σ' αυτά τα χώματα ο δοξασμένος χίπι ο Σωκράτης, με όση γαλήνη στο αίμα του, το υπεριστορικό και αναμάρτητο.... Ένα σκότος αλύπητο καλύπτει τα οχτάωρα, την ανάπαυση, τον έρωτα, σ' όλο το πλάτος της Παρουσίας. Ένα σκότος ακατάσχετο γοργοτυλίγει τη θαυμαστή χαράδρα του πνεύματος: τη σωματικότητα. Εμείς προτείνουμε την Αλήθεια στην Πραγματικότητα, η ίδια η Πραγματικότητα είναι κωφάλαλη, Κ' η Αλήθεια που προτείνουμε σήμερα δεν ταιριάζει στην καρδιά μας." (σελ. 149, "Οι πυλώνες του μέλλοντος και το φρικτό ημίωρο").
 Όπως συχνά συμβαίνει στους ποιητές εξάρει την καλλιτεχνική, ψυχολογική, εκφραστική και την άμεσα πρακτική αξία της ποιήσεως, συγκρίνοντάς την με άλλες δραστηριότητες του πνεύματος (σελ.307), ενώ το περιεχόμενο του βιβλίου είναι κατά βάση υπαρξιακό.
   Συνοψίζοντας, λογοτεχνικά δοκίμια, φιλοσοφικές πραγματείες -ή έστω με τέτοια πνοή-, κριτικές προσεγγίσεις και σχόλια είναι τα πεζά κείμενα του Νίκου Καρούζου, που ακολουθώντας τη ρότα των ποιημάτων του προσπαθούν να ξαφνιάσουν, να ερεθίσουν και να εγείρουν και δεν είναι ουδέτερα.

Γρηγόρης Τεχλεμετζής



Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εμβόλιμον 71-72 Άνοιξη-Καλοκαίρι 2014


[1] «Βέβαια, δεν είναι στο δικό μου τρόπο να γίνω κριτικός και να πιάσω και εγώ να λέω ο Λιάπκιν και ο Γιούγκερμαν, αυτά τα πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα του συγγραφέα της αλησμόνητης Χίμαιρας, κι ό,τι άλλο απ’ τη γνήσια πεζογραφία του.», σελ.258, Μιχάλης Καραγάτσης. (Πρόκειται για λάθος αντί του ορθού Μ. Καραγάτσης, που μάλλον αφορά το όνομα Μίτια των Αδελφών Καραμαζώφ). 

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΑ ΠΕΖΟΓΑΡΦΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΕΣΚΟΥ Η καθημερινότητα μιας ολόκληρης εποχής μέσα από προσωπικά βιώματα.

    Τα πεζά του Μάρκου Μέσκου, διαμέσου της μνήμης και της ανάμνησης, βρίθουν από πραγματολογικά και γενικότερα στοιχεία της εποχής λίγο πριν την κατοχή, την κατοχή, τα εμφυλιακά και τα αμέσως μετέπειτα χρόνια. Τέσσερα είναι αυτά τα βιβλία: Παιχνίδια στον παράδεισο/ 1978/ ιδιωτική έκδοση, 1998/ Νεφέλη, Κομμένη γλώσσα/ 1979/ Έρασμος, Μουχαρέμ/ 1999/ Νεφέλη, Νερό καρκάγια/ 2005/ Ίκαρος. Στο πρώτο και στο τέταρτο υπάρχει ελάχιστη ή καθόλου πλοκή, κάτι που μας θυμίζει τεχνικά αρκετά τη γραφή του επίσης Θεσσαλονικιού Γιώργου Ιωάννου, ενώ θεματολογικά τη θυμίζουν και τα τέσσερα βιβλία, όσον αφορά την χρονική  περίοδο, την πόλη της Θεσσαλονίκης και την περιγραφή της καθημερινής ζωής. Μην ξεχνάμε ότι και εκείνος όριζε τα έργα του ως πεζογραφήματα, κάτι που κάνει και ο Μέσκος στο οπισθόφυλλο του Παιχνίδια στον παράδεισο (1998) και στο Νερό καρκάγια. Το Κομμένη γλώσσα το χαρακτηρίζει ονόματα και ιστορίες, ενώ στο Μουχαρέμ δεν δίνεται κανένας χαρακτηρισμός, ίσως γιατί σε αυτά τα δυο παρεκκλίνει έχοντας και διηγηματικά στοιχεία. Αυτή η άτυπη κατηγορία –ας την πούμε έτσι- μας απομακρύνει από τεχνικές όπως η υποχρεωτικά δομημένη υπόθεση, διλλήματα, χαρακτήρες, δράση, ίσως διαλόγους και τελική ανατροπή, οι οποίες συνήθως συναντιούνται στο διήγημα, ακόμα και αν κάποτε παραβιάζονται.
   Ας περάσουμε στα επί μέρους βιβλία:
Παιχνίδια στον παράδεισο
   Η παιδική ηλικία στην περίοδο 1935-1945, με το πλήθος των αυτοσχέδιων παιχνιδιών, που τους υποβάλλει το περιβάλλον και οι συνθήκες, την ανεμελιά, την παιδικότητα και την «απομάκρυνση» από τα απαίσια της εποχής. Απλά υλικά, πολλά για πέταμα, από τον κόσμο των μεγάλων, χρησιμοποιούνταν από τα παιδιά, φέρνοντάς μας στο νου αντιθετικά τη σημερινή επάρκεια με τα μεγάλα παιχνιδομάγαζα, τα συνεχή δώρα και τον βομβαρδισμό από τη διαφήμιση, που περιορίζουν τη δημιουργική φαντασία, μετασχηματίζοντάς την συχνά σε πιο αφηρημένη, εξωπραγματική και παθητική. Βέβαια τα εν λόγω δεν θίγονται, μια και ο συγγραφέας σαφώς δεν επιδιώκει να διδάξει, εντούτοις έρχονται αυθόρμητα και συνεκδοχικά στο νου μας.
  Άχρηστα πράγματα, κότσια, λάστιχα, μα και ζωντανά, περιστέρια και κατοικίδια, όλα χρησιμοποιούνται από τους μικρούς του χωριού της παιδικής ηλικίας του λογοτέχνη, κάπου στην Έδεσσα, μια και ο κόσμος είναι γι’ αυτά παιχνίδι, συχνά προπαρασκευαστικό για τον μετέπειτα ρόλο τους στον κόσμο, αλλά αθώο, ειλικρινές και διασκεδαστικό. Όπως μας πληροφορούν οι ψυχολόγοι τέτοια είναι οι κούκλες-μωρά και η φροντίδα τους για τα κορίτσια ή ίσως τα στρατιωτάκια και οι κατασκευές για τα αγόρια. Αλλά η πρόθεσή τους είναι καθαρά η διασκέδαση κάτω από τους κανόνες και τις συμβάσεις ενός παιχνιδιού και την άμιλλα, καθοριστικά στοιχεία στην κοινωνικοποίηση και στην ένταξή τους στην ομάδα και επίσης προπαρασκευαστικά για τη μετέπειτα συμβίωση. Έτσι υπάρχουν νικητής, ηττημένος, ποινή, απώλεια ιδιοκτησίας, χαρά, λύπη και ενθουσιασμός.
   Ο σκοπός του βιβλίου είναι και να διασώσει μια σειρά παιχνιδιών μιας εποχής, μαζί με την ορολογία και τη γλώσσα τους και βασικά να «αφηγηθεί ηδονικά». Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι συχνά οι περιγραφές του να γίνονται δαιδαλώδεις και αναλυτικές. Έτσι βλέπουμε στοιχεία για τα αυτοσχέδια παιχνίδια της συγκεκριμένης περιόδου και όχι μόνο. Το βιβλίο μοιάζει ως μια μελέτη γραμμένη σε ελεύθερη αφηγηματική τεχνική, με βιωματικά στοιχεία του συγγραφέα και με το ανάλαφρο ύφος της πεζογραφίας.
   Τα παιδιά μέσα στην εποχή τους μιμούνται στα παιχνίδια τους τους μεγάλους, όπως στις εκρήξεις του κατοχικού καρναμπίτ ή στα κράτη, που είναι αντίκτυπα του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Οι ψυχολόγοι μας πληροφορούν ότι αυτά δρουν έμμεσα ως εκτόνωση της συσσωρευμένης έντασης της πραγματικότητας[1]. Αλλά, «Μετά τις έξι alles kaput, όλοι στα σπίτια. Η νύχτα κινδυνεύει από πολύ σοβαρά παιχνίδια. Κι από το καρναμπίτ ακόμα» (σελ. 81).
   Αξιοσημείωτο είναι το ιδιαίτερο ιδιόλεκτο των παιχνιδιών της εποχής, με σαφείς τόσο τοπικές όσο και τούρκικες επιρροές. Ως γνωστόν, μετά τη μικρασιατική καταστροφή πολλές περιοχές της Μακεδονίας κατακλύστηκαν από πρόσφυγες που κουβαλούσαν την αντίστοιχη κουλτούρα και τη γλώσσα τους, που περιείχε και τούρκικες ή με τούρκικη ρίζα λέξεις. Αλλά και στην περιοχή πριν το 1922 κατοικούσαν αρκετοί Τούρκοι που άφησαν το στίγμα τους. Σταδιακά ο χρόνος διαμόρφωσε τη σημερινή καθομιλουμένη ομοιομορφία. Ο συγγραφέας διασώζει αρκετές ενδιαφέρουσες λέξεις της εποχή του βιβλίου.
   Τελικά η αναγνωστική περιέργεια εδρεύει στην γνωσιολογική περιέργεια και στον αφουγκρασμό της ιδιαιτερότητας και του κλίματος μιας άλλης εποχής και της ανεμελιάς, της αθωότητας και του τρόπου έκφρασης των παιδιών. Το βιβλίο είναι τοποθετημένο χρονικά, τοπικά, θεματολογικά και υφολογικά.



Κομμένη γλώσσα
   Ο πόλεμος ως βίωμα και τα συμπαρομαρτούντα του είναι τα βασικά θέματα του βιβλίου, ενώ στα υπόλοιπα πεζογραφήματά του μετατρέπονται περισσότερο ως φόντο και επηρεάζουν πιο έμμεσα.
   Οι άνθρωποι είναι μέσα στη δίνη των γεγονότων, συχνά έρμαιά τους. Συμμετέχουν, υποφέρουν, αλλά βρίσκουν και χαραμάδες ευτυχίας, μια και η ζωή ρέει, προχωρά, ζητά διεξόδους, ελπίδα και αγάπη.
   Γλυκόπικρη τοιχογραφία θα χαρακτήριζα το βιβλίο. Πικρή λόγω των συνθηκών του πολέμου και του εμφύλιου και γλυκιά εξαιτίας της ανθρώπινης θαλπωρής και συχνά της παιδικότητας των ψυχών. Ξενιτιά, γονική αγάπη και πόνος, θάνατοι, νοσταλγία, φιλία και όλα τα ανθρώπινα με ευθυτενή λυρικότητα χωρίς παραμορφωτικές εξάρσεις.
   Χαρακτηριστικό αυτού του ύφους είναι το απόσπασμα: « Η νύχτα που έγινε το μακελειό έφτασε, όπως τόσες άλλες. Μια κίνηση χάδι από τις καστανιές της άσπρης πέτρας προς την μαύρη απέναντι –αυτή και η πληροφορία: Από ’δω θα περνούσαν οι Πράσινοι, προς τα ’κει θα πήγαιναν» (σελ.40).
   Στο βιβλίο δεσπόζουν η πολύ καλή απόδοση με καθημερινούς όρους της ζωής στην κατοχική και εμφυλιακή επαρχία, ο σχηματισμός του αντάρτικου και η ψυχολογία του πολέμου.     
Μουχαρέμ
   Το Μουχαρέμ έχει έναν αέρα Ανατολής στο χώρο της Θεσσαλονίκης που αναμιγνύεται με τις συνθήκες της πόλεως, την αδυσώπητη μοναξιά και αλλοτρίωση.
   Ο τρόπος που είναι γραμμένα τα πεζά του είναι ο εξής: Διαλέγει ένα θέμα. Περιγράφει μια σειρά προσώπων και ενεργειών ή του περιβάλλοντος χώρου. Η περιγραφή είναι λιτή και περιεκτική[2], με πολύ συγκεκριμένη ρεαλιστική γραφή και οι μεταφορές του ακόμα είναι σαφέστατες, χωρίς περιθώρια, ενώ συχνά τα τμήματά της συνδέονται χαλαρά ή σχεδόν καθόλου μεταξύ τους, αλλά διατηρείται έστω και έμμεσα εντός θέματος. Εκεί ως φυσιολογική απόρροια παρεμβάλλονται και μια σειρά στοιχείων της εποχής, όπως η μετανάστευση, ο εμφύλιος, ο ερχομός των Μικρασιατών στη Θεσσαλονίκη, η αποξένωση, οι πολιτικές διώξεις και άλλα. Τελικά αφού ολοκληρώσει τη «σφαίρα» του θέματος καταλήγει σε ένα συμπέρασμα που δίνεται συνήθως στην τελευταία παράγραφο και κάποτε παίρνει αποφθεγματική μορφή. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι τα αφηγήματα είναι σαφώς σχηματοποιημένα και δομημένα παρόλη τη θεματική και νοηματική τους χαλαρότητα. 
   Οι άνθρωποι διασχίζουν τις εποχές, αλλά και οι εποχές διασχίζουν και διακατέχουν τους ανθρώπους, καθορίζοντας τις ζωές τους, μια και είναι συνυφασμένοι με αυτές. Παλεύουν να ζήσουν, να διατηρηθούν και να ευτυχήσουν ανάμεσα στα γεγονότα, που συχνά είναι θυελλώδη και συνταρακτικά. Το βιβλίο μοιάζει ως εξιστόρηση της ζωής των κοινών ανθρώπων μέσα στην εποχή τους. Απλή καθημερινή διαβίωση, ολιγαρκής και μινιμαλιστική. Ειδικά στο ομώνυμο διήγημα «Μουχαρέμ», που η αφήγηση είναι εκτεταμένη και ξεκινά από το 19ο αιώνα και φτάνει ως τα μέσα του 20ου, η τακτική αυτή είναι εμφανής.
   Τα κείμενα του βιβλίου αυτού προσομοιάζουν περισσότερο από το Νερό καρκάγια και τα Παιχνίδια στον παράδεισο με διηγήματα γιατί παρουσιάζουν στοιχεία όπως: Τα διλλήματα (π.χ. στο «Φανάρι» η σύγκρουση  της πίστης στον Αλλάχ και της ομορφιάς της θάλασσας, που προκαλούσε την Τουρκάλα να κολυμπήσει παρακάμπτοντας τις σεμνοτυφίες), της αγωνίας και του σταδιακού ξετυλίγματος της ιστορίας και τις γνώσεις της αλήθειας, όπως συμβαίνει στον «Κόκορα» σε σχέση με τον παράξενο γείτονα και το ξυπνητήρι του, ενώ αλλού στο «Επισκέψεις» έχουμε το σταδιακό σχηματισμό του έμμεσου συμπεράσματος. Το αποτέλεσμα είναι να διαβάζονται ευχάριστα. 
Νερό καρκάγια
   Αν μπορούσαμε απλουστευτικά και αρκετά αυθαίρετα να χωρίσουμε την πεζογραφία σε αυτή που γράφεται λαμβάνοντας υπ’ όψη τον αναγνώστη και σε εκείνη που είναι έκφραση του συγγραφέα, χωρίς φυσικά να αγνοήσουμε και τις ενδιάμεσες καταστάσεις, το βιβλίο αυτό, περισσότερο από τα άλλα πεζά του Μέσκου, θα έκλινε προς τη δεύτερη περίπτωση. Αυτό καταφανώς συμβαίνει γιατί υπάρχει άμεση επιρροή από την ποιητική ιδιότητά του, μια και η ποίηση είναι η συναισθηματική έκφραση του εγώ. Το γεγονός αυτό φυσικά δεν αποκλείει και την αναγνωστική απόλαυση, απλώς φανερώνει μια πρόθεση που έχει άμεσα και απτά αποτελέσματα στη μορφή και στο περιεχόμενο. Έτσι παρατηρούμε χαλαρότητα πλοκής, παράθεση πολλών ονομάτων, αφήγηση πλήθους συμπεριφορών προσώπων ακόμα και ετερόκλιτων ή χωρίς επαρκείς εξηγήσεις -αν και με σαφήνεια- και στον αντίποδα μια ηδονική ενατένηση των όντων και μια ροπή στην ποιητική λιτότητα εξιστόρησης και περιγραφής, ενώ παρά ταύτα ο μεταφορικός λόγος είναι συγκρατημένος και δε φτάνει σε υπερβολές και τα αφηγήματα είναι «δεμένα» στον ρεαλισμό.
   Ο Μάρκος Μέσκος γράφει για να θυμηθεί και ίσως να μην ξεχάσει. Το βιβλίο του βρίθει από ονόματα και τοπωνύμια, που θα έλεγε κανείς ότι προσφέρουν ελάχιστα στην αναγνωστική απόλαυση, ειδικά όταν παίρνουν μορφή λίστας (π.χ. σελ. 30, σελ. 33) και γράφονται καθαρά με άξονα τον συγγραφέα, όπως δηλαδή συμβαίνει σχεδόν πάντα στην ποίηση. Αυτό που προσφέρουν στο κείμενο, όταν δεν φτάνουν στα όρια υπερβολής, είναι έναν αέρα οικειότητας και καθημερινής ζεστασιάς και κατά αυτή την έννοια έχουν σαφή ρόλο ύπαρξης.
   Είναι όμως και γεμάτο συμβάντα, που συχνά μικρά-μικρά σαν ψηφίδες στοιχειοθετούν το αφήγημα (π.χ. «Ο σταθμός» σελ. 33), ενώ άλλοτε περιφέρονται γύρω από ένα κεντρικό θέμα (π.χ. «Στον μπαξέ του Αλιώτη», «Ο σκύλος τροχονόμος»).
   Τα συνταρακτικά γεγονότα της εποχής στην οποία εκτυλίσσονται αποτελούν παράπλευρα στοιχεία, επιγραμματικά αναφερόμενα, καθώς οι εστιάσεις είναι στην καθημερινή ζωή και στα μικροσυμβάντα της. Έτσι είναι έμμεσα καθοριστικά. Οι άνθρωποι περισσότερο μοιάζουν αδύναμοι μπρος σε αυτές τις καταστάσεις και περιστάσεις.
   Τα κείμενα διασχίζουν ζωές με εκπληκτική ταχύτητα, σχεδόν επιγραμματικά θα λέγαμε, και το αποτέλεσμα προκύπτει από τη συνολική εικόνα των σκιαγραφούμενων ανθρώπων μέσα στο χρόνο. Συνήθως ο χρόνος τρέχει και τα γεγονότα είναι σε fast motion. Μοιάζουν με γραμμές σκίτσων ιστοριών που ολοκληρωμένα έχουν καλλιτεχνική όψη. Η συνειρμική επαναφορά στη μνήμη είναι ο μίτος που οδηγεί την αφήγηση. 
Επίλογος
   Δυο κυρίως στοιχεία αναμιγνύονται στις αφηγήσεις του Μάρκου Μέσκου. Το προσωπικό ή βιωματικό, που υπερισχύει σαφώς και είναι ο κεντρικός άξονας, και το επικαιρικό που βρίσκεται πανταχού παρόν ως φόντο. Τα άτομα που περιγράφονται είναι οι αφανείς ήρωες της καθημερινής ζωής, απλοί και αποτραβηγμένοι ή απλώς αποφορτισμένοι –μέσα στην αφήγηση- από ιδεολογίες και ηρωικά στοιχεία, μικρού ή μεγάλου βεληνεκούς. Υπάρχουν, περιγράφονται και η δράση τους περιορίζεται στα «μικρά» και «καθημερινά». Χαρακτηριστική εξαίρεση αποτελεί ο «Πρακτικός γιατρός» στο Νερό καρκάγια που περιθάλπει αντάρτες εκκινούμενος από τη συμπόνια. Ένα πεζό για το πώς η ανθρωπιά υπερισχύει στις σκοπιμότητες και στο περιβάλλον.
   Λέει πολλά, με μεγάλη ταχύτητα και αναφέρει εξίσου πολλά πρόσωπα και τοπωνύμια μεταφέροντας την αύρα της εποχής, αφήνοντας σε μας τις γενικεύσεις που σαφώς ενυπάρχουν.
   Παντού είναι παρούσα η Μακεδονική επαρχία και η Θεσσαλονίκη και τα βιβλία μπορούν να χαρακτηριστούν ως ντοκιμαντέρ της ζωής μιας ολόκληρης εποχής, τόσο περιγραφικά όσο και βιωματικά. Αυτό είναι και το κεντρικό ακούσιο ή εκούσιο εγχείρημά του.

                                                              Γρηγόρης Τεχλεμετζής



Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Εμβόλιμον", τεύχος 67-68, Χειμώνας 2012- Άνοιξη 2013, στα πλαίσια του αφιερώματος στον Μάρκο Μέσκο.


[1] Χαρακτηριστικά αναφέρει ο Daniel Coleman στη Συναισθηματική νοημοσύνη (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα) για το παιχνίδι που παρατηρήθηκε σε σχολείο της Αμερικής, που τα παιδιά που ήταν αυτόπτες μάρτυρες, αναπαριστούσαν την εισβολή και το μακελειό του παρανοϊκού που σκότωσε πλήθος κόσμου στο σχολείο τους και το πώς δρούσε αυτό καθησυχαστικά!
[2] Μπορούμε να πούμε ότι η «δωρική λιτότητα» που παρατήρησε και η κυρία Λαδογιάννη στην ποίησή του διατηρείται και εδώ (περιοδικό Πάροδος τεύχος 28). 

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Η ΕΡΗΜΟΣ ΚΑΙ Η ΖΟΥΓΚΛΑ/ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΑΜΜΗΣ/ ΑΩ ΕΚΔΟΣΕΙΣ 2011



   Φυλές αντιμάχονται στη ζούγκλα και έμποροι όπλων, τυχοδιώκτες και καιροσκόποι, με την έρημο στην ψυχή τους, πλουτίζουν και τους εκμεταλλεύονται. Κόσμος σκοτεινός, μύχιος, εξωτικός, με έλη, ιαγουάρους, ιθαγενείς, ποτάμια και πιράνχας, που εναρμονίζεται και αντανακλά την ψυχική κατάσταση των ηρώων. Αρχέγονη περιπλάνηση που δεν διστάζει να γίνει ωμή, ακραία και αηδιαστική, απαλλαγμένη από προκαλύψεις και ωραιοποιήσεις.
   Αντιπολεμικό και ενάντιο σε κάθε εκμετάλλευση και με σαφή συμπεράσματα είναι το βιβλίο του Παναγιώτη Ράμμη. Περιγράφοντας έναν κόσμο που βασιλεύουν «ο νόμος του κέρδους», «η επιδίωξη της ηδονής και πάσης φύσεως ευχαρίστηση», «η επιβολή του ισχυρού» και γενικότερα ο αμοραλισμός. Καμία φιλία ή αγάπη δεν είναι σταθερή παρά μόνο το κυνήγι του πλούτου και της απόλαυσης. Μόνο τα ένστικτα, τα πάθη και οι αρχέγονες και συμβολικές εκφράσεις τους μέσα από τα άγρια έθιμα, σμιλεμένα στο «συλλογικό ασυνείδητο», παραμένουν σταθερές εκφράσεις στο χρόνο και είναι πρωταγωνιστές, τόσο στους πρωτόγονους ιθαγενείς όσο και στους εν είδη πολιτισμένους.
   Μέσα από τον πρωτογονισμό των φυλών που περιγράφονται προβάλλεται μια χθόνια πτυχή της ανθρώπινης φύσης και των ακατέργαστων ενστίκτων, άλλωστε μην ξεχνάμε τις μελέτες του Φρόυντ και τον τρόπο που κατέληγαν σε συμπεράσματα. Από την άλλη ο τυχοδιωκτισμός των «πολιτισμένων» έρχεται πότε σε αρμονία και πότε σε δυσαρμονία με αυτόν κάνοντας σαφές ότι η εξέλιξη καθόλου δεν συνεπέφερε στην ηθική και αντιθέτως καλλιέργησε την απληστία και τη διαφθορά. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που γράφει στη σελίδα 49:
« Τελικά αυτό που κατάφερε ο πολιτισμός τόσους αιώνες τώρα, είναι να βοηθήσει τους λαούς να εξοντώνονται με όλο και πιο εξεζητημένους τρόπους. Η ιστορία τελικά δεν τους δίδαξε τίποτα από την φρικαλεότητά της. Όσο οι επιστήμες εξελίσσονται, τόσο οι άνθρωποι βυθίζονται στα ζωώδη ένστικτά τους. Αυτοί οι ημιάγριοι εδώ, που είναι έτη φωτός μακριά από το δυτικό τρόπο ζωής, παραμένουν ίδιοι, αναλλοίωτοι και ειλικρινείς με τη φύση τους.»   Όπως φαίνεται και από αυτό το απόσπασμα ο συγγραφέας συχνά περνά σε άμεσες κρίσεις δοκιμιακού τύπου που παρεμβάλλονται στην κυρίως αφήγηση. Ο τρόπος αυτός δεν ξενίζει γιατί διατηρείται στα πλαίσια του μέτρου και της άμεσης συνάφειας και αποτελεί αβίαστο επακόλουθο της γραφής του.     Το σήμα κατατεθέν της γραφής τού επίσης και ποιητή Παναγιώτη Ράμμη είναι η απογείωση της φαντασίας, εικονοπλαστικής αλλά και νοηματικής, με σύμφυτα ηθικά ερωτήματα. Τραβά την προσοχή και το ενδιαφέρον φτάνοντας συνειδητά στην υπερβολή και την κάποτε στυλιζαρισμένη φαντασμαγορία, κατασκευάζοντας ένα συναρπαστικό και ευχάριστο μύθευμα που είναι άριστα προσαρμοσμένο και αποδιδόμενο εντός της στόχευσής του. Δεν ανήκει στα άνευρα φέρετρα της τελειότητας που συχνά προωθούνται από την κριτική.
   Έχει τα χαρακτηριστικά μιας κινηματογραφικής περιπέτειας, με εκρήξεις φαντασίας άλλα και σαφείς ποιοτικούς όρους. Η σκληρότητα εκφράζεται διαρκώς και απροκάλυπτα, αποδίδει τις θελήσεις και φτάνει συχνά να μας ανατριχιάζει, άλλα τασσόμαστε με το μέρος του ήρωα παρόλα τα σαφή αμοραλιστικά του στοιχεία, κατά έναν  τρόπο που η τέχνη μπορεί να πετύχει, και τον δεχόμαστε έτσι όπως είναι χωρίς να τον εγκρίνουμε.
   Υπάρχουν κεφάλαια που η περιγραφική αφήγηση  εθίμων, εικόνων και συμπεριφορών των ιθαγενών, με τα ξεγυμνωμένα πάθη τους, που αφουγκράζονται τις ενδόμυχες θελήσεις τους και τα ένστικτά τους, διαβάζονται με λαίμαργη λαγνεία ή συγκαλυμμένο αποτρόπαιο πάθος και σίγουρα με περιέργεια.
   Οι τίτλοι των κεφαλαίων του είναι ποιητικοί και φανερώνουν τις γενικότερες προθέσεις του (π.χ. «Ο σπασμένος καθρέφτης και η ευθανασία των ακριδών», «οι ουλές του προφήτη»).
   Η γλώσσα του είναι πολύ προσεγμένη και ουσιώδης. Απέχει επιτυχώς από τον πρόχειρο δημοσιογραφικό λόγο και συχνά μοιάζει η δυναμική της να επιβάλλεται μέσω της πένας του, ακόμα και στην πλοκή και την περιγραφή καθορίζοντάς την.
   Το κεφάλαιο «Μεταμόρφωση» είναι αντισταθμιστικό του κλίματος περιγράφοντας με εκπληκτική αντίθεση μια φτωχή ιδανική κοινωνία, με αγνή ομορφιά. Με την συνεπικουρία του έρωτα φτάνει στην συναισθηματική και ιδεολογική ανατροπή του ήρωα ολοκληρώνοντας το νόημα.       Στο τέλος του βιβλίου οι εικόνες αλλάζουν εντελώς και μετακινούμαστε σε μια μεγαλούπολη στα γραφεία μιας πολυεθνικής-βρικόλακα, με καριερίστες υπαλλήλους στο βωμό του πλούτου. Γίνεται γλαφυρός, δηκτικός, αλλά και αποκαλυπτικός σε σχέση με τις επαγγελματικές σχέσεις του σύγχρονου κόσμου.
   Παρόλη όμως τη γενικότερη μεταστροφή οι συνέπιες των πράξεών του τον ακολουθούν και το τελικό συμπέρασμα είναι άκρως διδακτικό.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικο diastixo (www.diastixo.gr) 

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

ΟΙ ΝΑΥΑΓΟΙ ΤΗΣ ΠΑΣΙΦΑΗΣ/ ΦΑΙΔΩΝ ΤΑΜΒΑΚΑΚΗΣ/ ΕΣΤΙΑ 1997

Περιπετειώδης φαντασία με ποιότητα γραφής

Τι θα συμβεί αν τρεις άνθρωποι ναυαγήσουν σε ένα νησί του Ειρηνικού, μακριά από τον πολιτισμό; Τι θα κρατήσουν από τις συνήθειές, τις δεξιότητες και πόσο θα τους βοηθήσουν οι γνώσεις τους; Πώς θα λειτουργήσει η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια; Τι θα γίνει αν παρεισφρήσουν σε ένα πρωτόγονο και πρωτόγνωρο πολιτισμό ιθαγενών;
   Ένα βιβλίο για τρεις Ροβισόνες Κρούσους, με εξωτικό ενδιαφέρον, αφηγηματική πλοκή και "ήρεμη αγωνία", καθώς βυθιζόμαστε στις άριστες περιγραφές του.
   Μας προϊδεάζει στην αρχή του κάθε κεφαλαίου με μια επιγραμματική περίληψη, η οποία μια και είναι ελλειπτική κινεί το ενδιαφέρον και τη φαντασία, αλλά οι πληροφορίες που δίνει κάποτε λειτουργούν προς την αντίθετη κατεύθυνση.
   Η γραφή του είναι ρεαλιστική, με στοιχεία φανταστικού, ιστορικού, κοινωνικού και λίγα ηθογραφικού μυθιστορήματος, ενώ η πλοκή είναι περιπετειώδης. Εμφανώς ο συγγραφέας έχει στόφα παραμυθά. Πειρατές, φυλές ιθαγενών με ηδονόχαρες γυναίκες, ξεχασμένοι απόγονοι Άγγλων θαλασσοπόρων και τόσα άλλα, στοιχειοθετούν την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα.
   Μέσα από την πρωτοπρόσωπη άμεση αφήγηση του Μιχάλη, ενός από τους τρεις ναυαγούς, η ιστορία συχνά αποκτά ξέφρενο ρυθμό, με εντυπωσιακούς αδρούς χαρακτήρες, μέχρι και γραφικούς, με σαφή κατεύθυνση να ερεθίσει το αισθητήριό μας, με ασυνήθιστη πρωτοτυπία, και να μας βυθίσει σ' αυτή. Η πρόθεση είναι εμφανής από την επιλογή του θέματος, τόσο την ιστορία της φυλής Αριόι, όσο και από το ναυάγιο και τις ναυτικές εγκιβωτισμένες αφηγήσεις, από την χρήση πρωτότυπων ονομάτων (Πασιφάη, Πόρα-πόρα, Γαβρήλος κτλ) και γενικότερα από τον τρόπο γραφής.
   Η οπτική του μας οδηγεί να επικεντρωνόμαστε στα απλά και καθημερινά, αυτά που θεωρούνται δεδομένα στη ζωή ενός "πολιτισμένου" και επανεξετάζονται στην περίπτωση απώλειας ή αμφισβήτησης, που συνεπάγεται ένα ναυάγιο σε ένα έρημο νησί. Έτσι υποβόσκει μια κοινωνική εξέταση μέσα από μια αποδόμηση.
   Όλα αυτά μέχρι τη δεύτερη ενότητα, που κάνουν εμφάνιση οι Αριόι, οι ιθαγενείς κάτοικοι, που από την αρχή προαναγγέλλονται αλλά εντελώς αναπάντεχα προβάλλονται ως απόγονοι περιφερόμενων θεατρίνων μιας ξεχασμένης παράδοσης!
   Υπάρχει μια σειρά ψυχολογικών σταδίων και μεταπτώσεων, με την αντίστοιχη συχνά άμεση περιγραφή συναισθημάτων, που ακολουθεί παράλληλα την πλοκή, σε μια παρεμφερή διάσταση. Αυτή συνοψίζεται στους συμβολικούς τίτλους των ενοτήτων -"Σελήνη", "Ερμής", "Αφροδίτη" κτλ-, μια και οι θεότητες αυτές είχαν συγκεκριμένη σημασία και επενέργεια. Έτσι έχει και τη μορφή ενός έντεχνου και σαφούς ψυχογραφήματος, με ηθικά ερωτήματα, κάποτε ερωτικά τρίγωνα, μεταπτώσεις και μύχιες θελήσεις, που είναι φυσικό να απελευθερώνονται μακριά από την "πολιτισμένη κοινωνία" με τους φραγμούς της. Χαρακτηριστική είναι η αντιπαράθεση και η αναπόφευκτη σύγκριση με τη φυσική αγνότητα των Αριόι, οι οποίοι ζουν με την πλησμονή και τη επάρκεια ενός μακαρίου -όπως περιγράφεται- νησιού του Ειρηνικού ωκεανού. Όλο αυτό το σκηνικό μας θυμίζει μέρος του ιστορικού μυθιστορήματος  Μαγγελάνος του Στέφαν Τζβάιχ, στο οποίο δεσπόζει το δίλημμα της αποχώρησης ή της παραμονής στα νησιά των Μακαρίων του Ειρηνικού.
 Ίσως ένα ελάχιστο ψεγάδι του βιβλίου είναι ότι κάποιες στιγμές νιώθεις ότι κάνεις "τροχάδην", παραμένοντας στο ίδιο σημείο, κάτι όμως που υπερκαλύπτει η δημιουργική φαντασία και πετυχαίνεται συνάμα το επίμονο αίτημα πολλών κριτικών για επαρκή ανάπτυξη του θέματος, κάτι που εγώ ελάχιστα συμμερίζομαι και πάντα το συναρτώ με την τεχνική της κατανοητής ελλειπτικότητας. Αλλά μη βγαίνω εκτός θέματος.
   Χαρακτηριστική είναι η ιχνηλασία των αρχαίων Πολυνησιακών μύθων, δοξασιών, τελετών, θρησκειών και προλήψεων, με βάση τους Αριόι και τον πειστικό αφηγητή Μιχάλη. Χρησιμοποιώντας το τέχνασμα της μακροζωίας που δημιουργείται στο νησί, αναμιγνύει γεγονότα και πρόσωπα από παλαιότερες εποχές με το σήμερα και κατασκευάζει ένα «παροντικό» ταξίδι στο παρελθόν.
   Φωτίζει διαρκώς πτυχές συμπεριφοράς και σκέψεις των ηρώων, καθώς η αφήγηση ρέει μέσα σε περιπέτειες, ναυάγια, ιθαγενείς, εξωτικά νησιά, πειρατές, ναυτικούς αντρίκιους έρωτες, μεταφυσικά ελιξίρια νεότητας και τόσα άλλα. Έτσι ούτε στατικότατα υπάρχει, μα ούτε η προχειρότητα και η λιτότητα μιας κινηματογραφικής καταγραφής. Τα συναισθήματα κινούνται από θετικά σε αρνητικά, από τη μαγεία της Σελήνης στις εφευρέσεις του Προμηθέα, στους έρωτες της Αφροδίτης, στον Άρη κτλ. Μετά τη μέση του βιβλίου η πλοκή γίνεται ξέφρενη, προσπαθώντας επιτυχώς να διατηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, μια και οι σελίδες του βιβλίου είναι πολλές (503 σελίδες). Το μυθιστόρημα πλέον αγγίζει την επιστημονική φαντασία και το είδος γραφής τροποποιείται αποδίδοντας υψηλή και καλοστημένη αφηγηματική δράση. Περίτεχνα ευφάνταστο ταξίδι, με διαρκή συμβάντα, που δεν αφήνουν σε καμία περίπτωση να ησυχάσει η περιέργεια του αναγνώστη και μόλις πάνε να παρακμάσουν ανατροφοδοτούνται με διαφορετικά θέματα, που δένουν ως συνέχεια. 
   Είναι προτιμότερη μια αποχαυνωμένη αιώνια και στατική ευτυχία -όπως αυτή των Αριόι-, ή μια δημιουργική, αγχώδης, γεμάτη προβλήματα ζωή, όπως αυτή του υπόλοιπου κόσμου; Να φύγουν ή να μείνουν οι ήρωες μας σε ένα τέτοιο κόσμο; Αμφίρροπα διλήμματα που προκύπτουν και δομούν την πλοκή του βιβλίου μαζί με τη διονυσιακή φυλή των θεατρίνων.
   Η γραφή του είναι ιδιαίτερα προσεγμένη και διακρίνεται από εύστοχο λεξιλόγιο, που δεν γίνεται δυσνόητο, και από την έντονη επεξεργασία γλωσσολογική, δομική και θεματική, χωρίς να χάνει τον αυθορμητισμό, τη πηγαιότητα και την ευκολοδιάβαστη ροή, κάτι δύσκολο σε τόσο προσεκτική δουλειά. Γι' αυτό, ίσως, διακρίνεται από τα σχετικά λίγα μυθιστορήματα του.
   Χαρακτηριστική είναι και η ενδελεχής πληρότητα κάθε έννοιας και σκέψης, που στο εστιασμένο σημείο της συγγραφής, εξετάζεται σε όλες της πτυχές της. "Θα μου άρεσε να ξέρω τουλάχιστον κάτω από ποιόν αστερισμό θα γεννιόταν το παιδί μου, καλλιτεχνικά ταλέντα ή κλίση στις πολεμικές τέχνες, ικανότητα με τους αριθμούς ή ευαισθησία με τα γράμματα" (σελ. 426).
   Συνοψίζοντας, η περιπετειώδης υπόθεση, με φανταστικά στοιχεία και την αίσθηση του λογοτεχνικού πλούτου, τόσο νοηματική όσο και μορφολογική, είναι το στίγμα του βιβλίου του Φαίδωνα Ταμβακάκη.

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Η ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΩΣ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ



Συνειδητοποιώντας τις σωματικές πληγές της[1] και στρεφόμενη προς τον ψυχικό της κόσμο, χρησιμοποιώντας παραγωγικά τις προσωπικές της εμπειρίες, αλλά και επεκτεινόμενη στο εξωτερικό περιβάλλον –συχνά φυσικό-, καταλήγοντας σε μια σειρά από γενικότερα συμπεράσματα, που κάποτε λόγω της συντομίας της ποιήσεως φτάνουν ως τον αποφθεγματικό χαρακτήρα, η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ φτιάχνει ένα πρωτότυπο δικό της ύφος. Η έλλειψη, η ατέλεια, η ανικανότητα να αγγίξει την ομορφιά, τις θελήσεις και τα ιδανικά της, τουλάχιστον με απόλυτο τρόπο, αποτελούν κινητήρια δύναμη και έμπνευσή της (Κυκλωμένη απ’ όλες τις χαρές/ που δεν μπορεί ν’ αγγίξει,/ παλεύει με την παράλυτή γλώσσα της/ τουλάχιστον να τραγουδήσει την ελιά, Άδεια φύση, 1993, σελ. 13). Έτσι μεταπηδά συνεχώς από το γ΄ πρόσωπο του γενικού στο α΄ πρόσωπο του ατομικού βιώματος και αντίστροφα, εξασφαλίζοντας ποικιλία έκφρασης και κινητικότητα. Είναι μια διαρκής εξατομίκευση του γενικού και καθολίκευση του ατομικού, συνήθως συνειρμική, αλλά και κάποτε με οργανωμένη θεματολογική και πιο άμεση συνάφεια. Κινείται από το συναίσθημα στη λογική, από το εξωτερικό ενίοτε φυσικό περιβάλλον στις διαθέσεις της και από τις προσωπικές διαπιστώσεις στους γενικούς κανόνες.
   Λαμβάνοντας υπ’ όψη μας την αυτογνωσία της, την άριστη ψυχραιμία στη διαχείριση και στην παρουσίαση του εσωτερικού της κόσμου, καθώς «ο διάχυτος  συναισθηματισμός δεν ξεπέφτει στη μελοδραματικότητα»[2] και δεν αφήνεται να συντριβεί υπό το βάρος της κατάθλιψης και των περιστάσεων, και τη γενικότερη κατανόηση των όντων διαισθητικά και με τη χρήση περισσότερο της εμπειρίας και σε δεύτερο χρόνο να εκκινείται η λογική που την συμπληρώνει, ενώ ακόμα και όταν προηγείται είναι φορτισμένη και φαίνεται ότι αποτελεί προϊόν εσωτερικής διέγερσης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κινείται σαφώς και επιτυχώς περισσότερο με συναισθηματική νοημοσύνη[3]. Δεν γνωρίζω προσωπικά την ποιήτρια, με αποτέλεσμα να μην ξέρω κατά πόσον αυτά τα χαρακτηριστικά επεκτείνονται στις διαπροσωπικές της σχέσεις και την επιτυχή έκβαση και διαχείριση της ζωής της, για να αιτιολογήσω ίσως πλήρως τη συναισθηματική νοημοσύνη της σε συνδυασμό με το έργο της, αλλά πιθανόν κάπως έτσι θα είναι. Για παράδειγμα στο ποίημα «Λυπιού- Προοίμιο» φαίνεται η πλήρης συναίσθηση και ο έλεγχος της καταστάσεώς της: Ένα τόπο επινόησα/ για να πηγαίνω όταν είμαι λυπημένη,/…/ Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης/ γίναν σιωπηλές πλατείες/ τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά/ κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες/ σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιόνται στα σοκάκια. Η Κ. Α. Ρουκ δεν έχει μόνο κατανοήσει και συνειδητοποιήσει τον εαυτό της, αλλά και έχει συμφιλιωθεί μαζί του, τον έχει κάνει ποίηση και πηγή ζωής. Ακόμα και οι ελλείψεις την θρέφουν (Ό,τι μου  λείπει με διδάσκει, «Η ευλογία της έλλειψης», από τη συλλογή Η ανορεξία της ύπαρξης, 2011)· άλλοτε την οδηγούν σε γλυκιά ενατένηση του εαυτού της (Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν/ έγινε φίλη καλή/ μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου, όπως πριν), ενώ αλλού αντιμετωπίζονται ως ήρεμη θλίψη, απόρροια  της παραδοχής, πάντως ποτέ τα συναισθήματά της δεν είναι εντελώς ανεξέλεγκτα, αλλά διατηρούν πλήρη ψυχραιμία μέσα από την επίγνωση.
   Συχνά μας αφηγείται κομμάτια της ζωής της που ενδύονται με τα ανάλογα συναισθήματα και έμμεσες ή άμεσες επεξηγήσεις της επιρροής τους στο έργο της, που αναδύονται από τη μνήμη και όπως πάντα το συναίσθημα φορτίζει τη λογική οδηγώντας την σε συνειδητά ή ασυνείδητα μονοπάτια, κάνοντας συχνά ασκήσεις αυτογνωσίας. Πολύ καθαρά φαίνονται αυτά στη συλλογή Επίλογος αέρας (1990) στην ενότητα «Η διήγηση του εγώ», όπου μιλά για τη σωματική της διάπλαση[4], την Αίγινα[5] που παραθέριζε, τη Βιέννη[6], τις σχολικές της εκδρομές[7] και πλήθος άλλα.
   Ενίοτε διαλέγει ένα θέμα και το αναπτύσσει συναισθηματικά και λογικά (Τα όνειρα απλώνονται/ επάνω μας τη νύχτα/ με όλο τον τρόμο της ζωής·), στη συνέχεια προσωπικά και συναισθηματικά (με σφίγγεις με φωνάζεις/ πνιγμένοι π’ αγκαλιάζονται/ στο τελευταίο κύμα «Ο ύπνος», από τον  Ενάντιο έρωτα, 1982). Το μοτίβο αυτό συνεχίζεται σε όλο το ποίημα.  Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πολύ καλά οργανωμένη δομή και ανάπτυξη στην ενότητα «ημερολόγιο πολέμου», στη συλλογή Άδεια φύση (1993).
   Η λογική στο έργο της ποιήτριας εκφράζεται και μέσα από τη συμμετοχή της φύσης στα συναισθήματά της, όχι μόνο ως μέσο έκφρασης ή πηγής μεταφορικού ή αλληγορικού λόγου –κάτι που είναι συνηθισμένο σε πολλούς ποιητές-, αλλά, και εκεί έγκειται η ιδιοτυπία της, ως αυτόνομη σοφία, κάτι σαν φυσική λογική, που ενσαρκώνεται και ενσταλάζεται εντός του ανθρώπου και στην προκειμένη περίπτωση του «ποιητικού Εγώ». Έτσι ο άνθρωπος είναι μέρος και συνέχεια της φύσης, το ίδιο και το μυαλό του. Ειδικά το βράδυ (Προς το βράδυ η φύση βρίσκει τρόπο/ κι ανάβει τη σκοτεινιά της, Άδεια φύση, 1993, σελ. 52), που οι αντιστάσεις ατονούν και το συναίσθημα υπερισχύει[8]. Περνώντας όμως από τη φύση στο υποκείμενο και στο σώμα σαν έκφραση, συχνά μέσα από τις γνωστές ιδιαιτερότητες της διαπλάσεώς της, όλη αυτή η λογική παίρνει μια άλλη ουσία και σημασία, καθώς συχνά εκφράζει θέσεις και κάποτε κρίσεις. «Αίσθηση- έκφραση- λογική» είναι ενωμένα σε ένα αδιαχώριστο τρίπτυχο, σε συμπεράσματα που ο αναγνώστης «βιώνει» και ελάχιστα τα σκέφτεται. Έτσι η ποίησή της διδάσκει χωρίς να είναι άχαρα και άγαρμπα διδακτική, λέει χωρίς να το κάνει αυτοσκοπό, άλλα για να στηρίξει το νόημα και την αισθητική του ποιήματος και απλώς σημαίνει. Μαζί με αυτά ενοποιούνται και οι διαθέσεις. Υπάρχουν μάλιστα ποιήματα που εκφράζουν μεταφορικά με εικόνες και ποιητικότητα μια ψυχική κατάσταση και εκεί μέσα παρεμβάλλονται έμμεσα ή άμεσα ανάλογες αποφθεγματικές απόψεις. Αυτό το μίγμα διαθέσεων και κρίσεων αλλάζει μετατοπιζόμενο προς τη μια ή την άλλη μεριά, λιγότερο ή περισσότερο, ανάλογα το ποίημα.
    Συχνά η ποίησή της μοιάζει με άσκηση ερμηνείας του περιβάλλοντός της μέσα από τη χρήση του εαυτού της (Ας μη μιλήσω πάλι/ για τη θεσπέσια φωνή του/ τη λίγη πρωτοτυπία του/ που τον έκανε αιώνιο απ’ την αρχή,/ αλλά για μια αλλαγή/ μια λαμπερή κλωστή/ μέσα μου./ Περιμένοντας φτάνω στην ουσία/ του εαυτού μου, «Οι μνηστήρες», Τα σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης, 1977). Ενώ παρακάτω με αυτοπειθαρχία λέει: Μια σοβαρότητα αρχίζει από μένα/ και πιάνει όλη τη φύση/ αν η πορεία συνεχιστεί/ κι ο θάνατος θα είναι/ μια αξία,/…/ Ακούω κάτω τους αλαλαγμούς,/ ήμουνα κάποτε κι εγώ/ με λάσπες στο κεφάλι/ λεμονανθούς στ’ αυτιά/ φώναζα παθιασμένα/ «λευτερωθείτ’ απ’ τα δεσμά!»/ μα τα δεσμά είναι βαθιά/ μια συμπεριφορά/ που παίζει ο εαυτός/ τον εαυτό του. Αλλού κάνει γενικότερες διαπιστώσεις ξεκινώντας από προσωπικές εμπειρίες (ακούω με τη δική σου τη φωνή/ π’ ανεβαίνει από τα βάθη/ εκεί που η χολή και η ψυχή/ ομόφωνα αρνιούνται να πεθάνουν, «Στο δάσος», Ενάντιος έρωτας, 1986).
   Χαρακτηριστικό  επίσης είναι ότι χρησιμοποιεί διαμεσολαβητικά ιστορικά ή μυθολογικά πρόσωπα, π.χ. την Πηνελόπη και τους μνηστήρες[9], τον Σολωμό[10], ή έννοιες όπως η φύση, το δάσος[11] κ.τ.λ. για να επεκτείνεται σε μια μετάβαση από το προσωπικό ή σωματικό στο καθολικό.
   Ο έρωτας αντιμετωπίζεται με ρεαλιστικό μεν τρόπο, μέσα από πραγματικά συμβάντα, καταστάσεις, αναλύσεις και συναισθήματα, αλλά δεν αγνοείται και η ιδεαλιστική του φύση (Αναρωτήθηκα τότε/ αν είχα καλά ποθήσει/ τις συμβατικές εκείνες/ φιγούρες του ελκυστικού,/ κάτι ανάμεσα στο ουσιαστικό σώμα/ και στον κενό λόγο…/ Ο έρωτας είναι το μόνο θεϊκό βλέμμα/ που θα πέσει πάνω σε μας/ τους άπιστους, έλεγα, Άδεια φύση, σελ. 10). Κάποτε μάλιστα γίνεται και πιο ενδελεχής η διερεύνησή του, όπως στη συλλογή Άδεια φύση, στην ενότητα «Τρία ποιήματα της καρδιάς»,  εξετάζοντας «πώς λειτουργεί;», «πώς επιδρά πάνω μας;», «πώς μας μαγεύει;», «πώς μας υποβάλλει;» και πλήθος άλλοι τρόποι και τόποι του. Μοιάζει σαν μια υπο-επιστημονική ανάλυση μέσα, διαμέσου και κάτω από την αισθητική επήρεια της ποιήσεως. Χαρακτηριστική μάλιστα είναι η θέση του θανάτου σε αυτόν (γιατί πατώ/ στην αθέατη του έρωτα πλευρά,/ το θάνατο, Άδεια φύση, σελ. 10). Το σαρκικό αποτελεί μεν τρόπο έκφρασης, αλλά είναι φθαρτό και κάποτε αντιπαρατίθεται με το ιδεαλιστικό, την ποιητική καθαρότητα και το απόλυτο του ονειρικού «βιώματος» (Θέλω να γράψω ένα ποίημα/ για την πραγματικότητα/ αυτή που δεν έζησε ποτέ κανείς/ αφού ο καθένας/ στη δική του βρέθηκε φυλακισμένος/ αιώνες τεντώνοντας τα χέρια προς τα έξω./ Την πραγματικότητα/ που ίσως γνωρίζουν οι πεθαμένοι/…/ Την πραγματικότητα/ που αν σ’ άγγιζε ποτέ/ θ’ αναγνώριζες αμέσως σαν τη μόνη αλήθεια/ έξω απ’ της δικής σου επιβίωσης/ τις φαντασιώσεις, «Θέλω να γράψω ένα ποίημα», από τη συλλογή Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα, 2005.). Σε γενικές όμως γραμμές η ποιήτρια είναι δεμένη με τη βιωμένη κατάσταση, στην οποία δίνει προφανώς προτεραιότητα, χωρίς να αιθεροβατεί, σε απόλυτη ισορροπία με την πραγματικότητα. Οπότε παρατηρούμε έναν ελεγχόμενο ιδεαλισμό, στα πλαίσια της λογικής, που δεν ξενίζει.
   Μπορούμε να πούμε ότι πλήθος θέματα ανακύπτουν μέσα από την ποίηση της Κ. Α. Ρουκ, μια και εντός της υποβόσκει διαρκώς ένα δοκίμιο, καθώς μοιάζει να διαλέγει θέματα και να τα προσεγγίζει πολύπλευρα, κυριαρχώντας μια αξιοσημείωτη τάξη[12], με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο, αλλά θα αρκεστώ στις αναφερόμενες αναλύσεις.


[1] Στη συνέντευξή της στην ΕΡΤ-1 στο Δαυίδ Ναχμία (2005) λέει ότι: «Μια από τις βαθιές μου πεποιθήσεις είναι ότι για την ποίηση, ίσως και για όλη την τέχνη, αλλά εγώ μόνο για την ποίηση μπορώ να λογοδοτήσω, δεν μπορώ για όλη την τέχνη, η πηγή, η ρίζα της, η εκκίνησή της είναι πάντα μια πληγή. Εμένα η πληγή μου ήταν εμφανής, σωματική, η αναπηρία του ποδιού μου. Αλλονών οι πληγές είναι πολύ κρυφές, πολύ πιο ψυχολογικές, αλλά κάποια πληγή πρέπει να έχει το ποίημα για να ακουμπήσει, για να αναπτυχθεί.»
[2]  Παρουσίαση της Κ. Α. Ρουκ.  από την  Άντεια Φραντζή, Ανθολογία- Γραμματολογία, Εκδόσεις Σοκόλης, τόμος στ΄.
[3] Συναισθηματική νοημοσύνη (E.Q.- Emotional Quotient): η ικανότητα (κάποιου) να ελέγχει τα συναισθήματά του, να ανταπεξέρχεται στη συναισθηματική πίεση, να αναπτύσσει τις ικανότητές του σε τομείς όπως η φαντασία, η καλλιτεχνία, η ανθρώπινη επικοινωνία κ. ά. Λεξικό της Νέας Ελληνικής γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Κέντρο Λεξικολογίας.
   Οι βασικές ικανότητες των ανθρώπων με συναισθηματική νοημοσύνη είναι (επιγραμματικά): Γνώση των συναισθημάτων τους, αυτοεπίγνωση, έλεγχος των συναισθημάτων, εξεύρεση κινήτρων για τον εαυτό τους, αναγνώριση των συναισθημάτων των άλλων και  χειρισμός των σχέσεων. Η συναισθηματική νοημοσύνη, Daniel Goleman, Ελληνικά Γράμματα 1998, σελ.78, 79.
[4]  Σελ. 16.
[5]  Σελ. 22, 25.
[6]  Σελ. 29.
[7]  Σελ. 20.
[8] «Την περίοδο αυτή εμφανίζονται στην ποίηση της Κ. Α. Ρουκ και άλλα δύο μόνιμα μοτίβα που θα την ακολουθήσουν σ’ ολόκληρη την ποιητική της διαδρομή. Η φύση και η απόλυτη, θα λέγαμε θρησκευτικού χαρακτήρα πίστη της ποιήτριας στην σοφία της, αλλά και η προέκτασή της, το ζωικό βασίλειο.» Αλέξης Σταμάτης, Περιοδικό ΕΛΙΤΡΟΧΟΣ, Καλοκαίρι 1998, για τις συλλογές Λύκοι και σύννεφα (1963), Ποιήματα 63-69 (1969), πηγή το site του Ε.ΚΕ.ΒΙ.  
[9]  Τα σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης, 1977.
[10] «Σε ένα ταρατσάκι ο Σολωμός», Άδεια φύση, 1993.
[11] «Το δάσος», Ενάντιος έρωτας, 1986.
[12] Για παράδειγμα ο διαχωρισμός σε θεματικές ενότητες των συλλογών Άδεια φύση και Επίλογος αέρας.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Νέο Επίπεδο, τεύχος 1, στα πλαίσια του αφιερώματος στην Κατερίνα Αγγελάκη  Ρουκ.