Η λίστα ιστολογίων μου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ριζάκης Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ριζάκης Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΑΙΝΕΙΑ/ ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΖΑΚΗΣ/ ΠΑΡΟΔΟΣ

Ο Αινείας έφυγε ηττημένος από την Τροία και μετά από περιπέτειες έκτισε μια νέα πόλη, τη Ρώμη, που σε ύστερο χρόνο γνώρισε δόξα και λαμπρότητα. Αυτή την πορεία ακολουθεί η πνευματική περιπέτεια του Κώστα Ριζάκη, που πληγωμένος από το παρελθόν, ξεκινάει μια πνευματική περιήγηση για να λυτρωθεί, ματώνοντας στην προσπάθεια του να αγγίξει τις πληγές του, αλλά νιώθοντας την επίμονη ανάγκη να εκφράσει την ψυχή του και οδηγούμενος, ίσως, σε ένα απώτερο μέλλον.

Ο ποιητής απαρνείται σταδιακά τον εξωτερικό κόσμο και στρέφεται προ τα έσω, στην ανεκτίμητη σχέση με τη μάνα, στα πληγωμένα ποιήματά του, στην επιμονή στη μνήμη και στην παιδική αγνότητα. Η πολύαισθητική και πολύφασματική προβολή των θεμάτων του, μας επιβάλει την ποιητική απόλαυση, με εικόνες, μεταφορές, παρομοιώσεις και αλληγορίες. Είναι κατά αυτή την έννοια πλούσια σε αποχρώσεις και εντυπώσεις, χωρίς να είναι πομπώδης και μεγαλόστομη, ενώ συχνά είναι τα συνταιριάσματα φυσικών στοιχείων με ψυχικές καταστάσεις ή ιδιότητες (π.χ «μνήμης αετός», σελ7, «οι πιο δικές μου ρίζες», σελ7, «της μαύρης μου ελπίδος φτερά», σελ17).

Βασικός του στόχος δεν είναι η λογική, η οποία κινητοποιείται σε δεύτερο χρόνο, αλλά να εκφραστεί μεταδίδοντας συναισθήματα και ξετυλίγοντας εικόνες, μας κάνει να «πλησιάζουμε» και να «νιώθουμε» τα όντα, παρά να τα καταλαβαίνουμε, αλλά η συναίσθηση αυτή οδηγεί αυτόματα στην κατανόηση και μόνο τότε μπορούμε να πούμε ότι η γνώση είναι ουσιαστική και εποικοδομητική. Τα σχήματα θολώνουν, τα περιγράμματα σβήνουν, με αφαιρετική μέθοδο, τα λόγια προσωποποιούνται (π.χ σελ18 «τα λόγια με γέρνουν») και τα συναισθήματα παίρνουν πρωταρχική σημασία, ο ποιητής γίνεται ποίημα («οι νύχτες μου γίναν τα ποιήματα/ λευκά των ματιών πουλιά», σελ17) και μέσα του οι λέξεις πληγώνουν και πληγώνονται και η λάμψη τής έμπνευσης κυριαρχεί, εκτοπίζοντας το νου. Η ποίηση της συλλογής μοιάζει αυθόρμητη, χωρίς να «σκαλώνει», μας μεταδίδει την αγωνία και το άγχος τής κυοφορίας της δημιουργίας, την προσπάθεια να εκφραστεί το ανείπωτο των συναισθημάτων («μια και επιμένω στη θολή του σχήματος ανάγκη», σελ19), με οδηγό τις εκλάμψεις τής έμπνευσης. Έτσι σκιαγραφεί ονοματίζοντας τα πράγματα, με λέξεις και εκφράσεις, μέσα από τα ποιήματα, με το πάθος και την ψυχή του («να σε ονομάσω ζήτησα λοιπόν/ ως άχνιζε του στήθους κεραυνός», σελ20), περνώντας δύσκολες στιγμές (σελ19), πληγώνοντας και ματώνοντας.

Η μνήμη, είτε ως λειτουργία, μα πρωταρχικά ως «αποθήκη» εντυπώσεων, σαν βυθός πραγμάτων, ως κελί που τον «δένει» με το παρελθόν, κρύβει το θησαυρό τής ψυχής του και λειτουργεί ως «πηγή»¨, που φέρνει στην επιφάνια ναυάγια και θραύσματα.

Η ψυχή του ποιητή διασχίζει τη ζωή του, έχοντας ανεξίτηλο πάνω της το χάδι και τη φροντίδα τής μάνας, που με την τρυφερότητα, τη φροντίδα και τη γενικότερη παρουσία της, «ζεσταίνει» το ποίημα.

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό τής συλλογής, αλλά και γενικότερα των ποιημάτων του, είναι η έλλειψη σημείων στίξης, που δε δημιουργεί όμως νοηματική σύγχυση, μια και οι προτάσεις, κύριες ή δευτερεύουσες, καθορίζονται με φυσικότητα από την αλλαγή στοίχου, συμβάλλοντας στο ρυθμό και μόνο η χρήση της παύλας διαχωρίζει επιπρόσθετα το λόγο ή μεταδίδει μετεωρισμό ή δίνει έμφαση. Η τεχνική αυτή συνεχίστηκε και στις επόμενες συλλογές του, ενώ στο «Τα επόμενα πένθη» προστέθηκε σε ελάχιστες περιπτώσεις η άνω και κάτω τελεία. Δείγμα γραφής:

με τον τρόπο του Αινεία

ως και η ψυχή μου χώνεψε

στα περιγράμματά τους

μια που επιμένω στη θολή του σχήματος ανάγκη

προετοίμασα το χώρο μου σε δύσκολες στιγμές

ήλιου προσφιλέστερες εκλάμψεις ν’ αναδίνουν

συχνά αγκάλης μητρικής την άχνα να σκορπούν

ολόκληρα ένα χάδι ανέστησα τα πράγματα

έτσι απαλά ν’ αγγίζετε στην ηδονή ριγώντας

της λείας επιφάνειας υποψιασμένοι ασφαλώς

πως μόνη η επαφή αρκεί να ρίχνει στο βυθό μου

βραχνής φωνής στηρίγματα εγκόσμιες ρυτίδες

να ασελγώ στην ψυχή σας

να μη γλυτώνω μόνος

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

ΧΩΡΙΣ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ/ ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΖΑΚΗΣ/ ΠΑΡΟΔΟΣ

Βαθιά ερωτικό το ποίημα αυτό σε δώδεκα μέρη του Κώστα Ριζάκη, βυθίζεται στα μύχια του ανθρώπινου ψυχισμού, φωτίζοντας τους φόβους, τις αδυναμίες και τις ανασφάλειες τού ερωτευμένου, με ειλικρίνεια και τόλμη, που ενώ πληγώνεται, φτάνει να τρέφεται από τα λάθη, τα ψέματα, τις αντεγκλήσεις και την ηθοποιία, να απολαμβάνει την λαμπρότητα, αλλά και να κρύβει πίσω του τον φόβο και τον τρόμο («διδάσκομαι απ’ τα λάθη σου Αλίκη/ μ’ αίμα και πόνο απανωτά με συντηρείς», σελ4). Μέσα σ’ αυτόν τελείται η πλήρης αποκάλυψη του συντρόφου, σωματική και ψυχική, έτσι εισχωρούμε στους φόβους, στις αδυναμίες, στα ενδιαφέροντα και τις ελπίδες του. Κάθε τι πάνω του είναι σημείο μυθοποιητικού λαγγέματος, ιδιαιτερότητας, αναγνώρισης και απορροφά το νου.

Ο έρωτας προβάλλεται, απόλυτος μεν, αλλά μακριά από τη σιγουριά και τη στασιμότητα, βιώνεται πότε σαν έλλειψη και πότε σαν ηδονή. Μια ζει και μια πεθαίνει, μια γίνεται μίσος μια αγάπη, μια σκοτεινιάζει μια φωτίζεται, μια είναι αγνός μια βρόμικος, άλλοτε μπλέκεται στα ψέματα (σελ8) ή στις μηχανορραφίες ή «σκαλώνει» σε προφάσεις και πυρπολεί ακόμα και τη λογική (σελ9). Μάσκες προσποίησης και ρόλοι υποβάλλονται και παγιδεύουν σε αυτό που κληθήκαμε από τις περιστάσεις ή αναγκαστήκαμε να υποδυθούμε (σελ7), κυριευμένοι από το παιχνίδι του πάθους.

Μετά από το έβδομο μέρος ο έρωτας αγκομαχά, πεθαίνει, κρύβει την αλήθεια πίσω από υπεκφυγές, γιατί οι υποσχέσεις και οι συναισθηματικές στιγμές δύσκολα μπορούν να αποκοπούν και να ακυρωθούν με τον ευθύ λόγο, πόσο μάλλον που η γυναικεία φύση, και όχι μόνο, συχνά τέρπεται από ψευτοευγένειες ή προσπαθεί έστω και μ’ αυτό τον τρόπο να «απαλύνει» τον πόνο. Η εγκατάλειψη και η ακύρωση σχεδίων και ονείρων, οδηγεί στη συντριβή και την παρακμή, καθώς η πραγματικότητα μαραίνει την ανάμνηση και γεννά «υδρόβια τέρατα» και όχι «ροδομάγουλα μωρά».

Η Αλίκη, άλλοτε αιθέρια (σελ10), άλλοτε τρομακτική (σελ5) και άλλοτε υποκρίτρια (σελ7, 9), ενσαρκώνει το ερωτικό αντικείμενο του πόθου και της αγάπης, που απόλυτο, αλλά και ανασφαλές, κυβερνάει τη ζωή και τα όνειρα. Είναι τα πάντα, σύμμαχος, φίλος, αδερφή, ερωμένη και εξουσιαστής, αλλά και ορκισμένος εχθρός. Ζητά «δούλους», κρύβοντας την κατά βάση υποτέλειά της και την κομπλεξική της ανελευθερία και είναι ανίκανη για την τελική φυγή και αποδέσμευση, από κάθε τετριμμένη ανάγκη και μικροπρέπεια, που προσφέρει η «μαγεία» της πραγματικής αγάπης (Σαλ11), γι’ αυτό οδηγείται στο ναυάγιο.

Η ποίηση του Κώστα Ριζάκη είναι αυθεντική, συναισθηματικά φορτισμένη, χωρίς τα κούφια ερωτικά λόγια που συχνά συναντάμε, χρησιμοποιεί την αλληγορία, χωρίς όμως να κάνει καμία κατάχρηση, γίνεται συχνά εικονοπλαστική και αποφεύγει την κοινοτυπία.

Ο έρωτας από, με και για την Αλίκη, είναι συνολικά ο ανθρώπινος έρωτας, σε μια ευρεία πολυπλοκότητα εκφάνσεων, που εκφράζει και εκφράζεται, «αγγίζει» την ψυχή καθ’ ενός που κάποτε αγάπησε, έτσι κατ’ επέκταση είναι μια ψυχογραφική τομή στα ανθρώπινα ερωτικά πάθη.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2009

ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΠΕΝΘΗ/ ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΖΑΚΗΣ/ ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ- ΕΥΘΥΝΗ

Ο ποιητής εγκλωβισμένος στο παρελθόν και πληγωμένος, κουβαλώντας το βάρος των παλιών εμπειριών και γεγονότων, διαχέει μια πικρή θλίψη, με έντονα τα αισθήματα τής μοναξιάς, της απομόνωσης, της στασιμότητας, της πλήξης και της εμμονής σ’ αυτά (πχ «Όταν το θέμα επιμένει», σελ7).

Ψάχνει καταφύγιο να κρυφτεί (σελ11) από έναν κόσμο σκληρό και ψυχρό, από ένα βιωμένο σκοτάδι (σελ8), τον τρόμο και την απόγνωση, που τον βυθίζει στη στασιμότητα. Ακόμα και το γέλιο τού δημιουργεί τύψεις, όταν αντιπαραβάλλεται με τη θλίψη τού παρελθόντος και την απαισιοδοξία του μέλλοντος(σελ16). Μέσα όμως από τη στάχτη, τα αδιέξοδα, τα ψέματα και την απελπισία «τριζοβολάει σα σπίρτο το ποίημα», σαν αναστεναγμός, μοναδική διέξοδος ταξιδιού στον αληθινό κόσμο, με τη βοήθεια του νου, που πλανιέται όμως άκληρο (σελ14), αλλά γλυκαίνει το σκοτάδι, τέρπει και ναρκώνει(σελ8), σαν τρόπος έκφρασης και όχι ανατροπής. Είναι ένα πικρό τραγούδι, της ανάγκης καρπός (σελ30), που εργώδης φωτίζει τη ζωή του (σελ25), με παιδική αγνότητα (σελ33), μα δε δίνει την αίσθηση της ελπίδας, παρά ενός ματαιόπονου ονείρου και λυπητερού απελπισμένου μονόλογου και κατακερματισμού. Τα συναισθήματά του ξεκινούν από τη μνήμη, που με την εμμονή της, πυροδοτεί τον ποιητικό λόγο, την αναλαμπή και τη διαύγεια (σελ36,37).

Η ελπίδα χάνεται μέσα στο θρήνο και την απαισιοδοξία («ακτή καμιά ν’ απαρνηθώ τα πράγματα», σελ26 «Αναβάπτιση»), οι προοπτικές ακυρώνονται, τα πάντα γίνονται ξένα και αφιλόξενα και μόνο το «θαύμα» της ποιήσεως μοιάζει να τον συγκρατεί από την ολική καταβύθιση.

Το σκοτάδι και το φως -με την αυθάδεια (σελ8), την αποκαλυπτικότητα και τη λαμπρότητά του-, μια αντιπαλεύουν μια συνυπάρχουν και μια αλληλοσυμπληρώνονται (π.χ σελ8).

Λέξεις και έννοιες που επαναλαμβάνονται ως μοτίβα είναι: νύχτα, φως, πουλιά, φτερά, φεγγάρι, μοναξιά, ταξίδι, παρελθόν και ποίημα.

Αφαιρεί άρθρα από τις προτάσεις του (π.χ «με ζυμώνει ομιλία στην πέτρα» σελ20, «μισός μόνο πουλί» σελ22), άλλοτε μεγαλύτερης και άλλοτε μικρότερης συντακτικής σημασίας, ποτέ όμως δεν αλλοιώνεται το νόημα. Ορισμένες φορές αναστρέφει τις λέξεις και το νόημα σε μια πρόταση, τραβώντας την προσοχή, πετυχαίνοντας οικονομία λέξεων, εγρήγορση τού μυαλού τού αναγνώστη και λυρικότητα (π.χ «πουλιών κλαδιά» σελ17, «της πλάνης προσβολή» σελ14).

Συνολικά διαβάζουμε μια ποίηση ελεγειακή, έντονα συναισθηματική και πηγαία, καταφανώς πιο απαισιόδοξη και θλιμμένη από τις άλλες συλλογές του, εκφράζοντας τις διαψεύσεις και το ανικανοποίητο, ο κόσμος και τα πράγματα τού μοιάζουν ξένα, καθώς δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα, ενώ παρατηρούμε και συμβολικά, μεταφορικά και αλληγορικά στοιχεία. Δείγμα γραφής:

ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΠΛΗΓΕΣ (η)

Σφηνωμένα στα πόρτα τα πλοία μου

πυρπολούν τις ελπίδες τους

βιδωμένος σε φλόγες αδούλωτες

βλέπω πως:

μένει μόνο η ζωή καραβόπανο

σημαδεύει η αρμύρα τής θάλασσας

πόσο λίγο ταξίδεψα-

πόσο μάταια με κρύβει

των χεριών μου το μπάλωμα

Κώστας Ριζάκης/ Τα επόμενα πένθη/ σελ13

Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2009

Ο ΚΥΡΙΩΣ ΝΑΟΣ/ ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΖΑΚΗΣ/ ΠΑΡΟΔΟΣ

Ο ΚΥΡΙΩΣ ΝΑΟΣ

(ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΖΑΚΗΣ/ ΠΑΡΟΔΟΣ)

Ώριμη κατάθεση ψυχής στα άδυτα του ναού της τέχνης. Περιλουσμένο με την ενδόμυχη θλίψη του δημιουργού, που μετά από μια αποτίμηση, σφίγγει τα δόντια, και με οδηγό την καρδιά του, προχωρά, μόνος χωρίς να κοιτά και να νοιάζεται ποιος τον ακολουθεί και να υπολογίζει την προσπάθεια που κατέβαλλε και καταβάλλει, παρ’ όλο το στιγμιαίο κλονισμό του.

Ενίοτε ομοιοκαταληκτεί και χρησιμοποιεί το μέτρο -μόνο όπου του χρειάζεται-, κάνει εμφατικές επαναλήψεις λέξεων, ενώ αλλού γίνεται κοφτός, αλλού λυρικός, αρκεί ν’ ακουστεί, ν’ αγγίξει, να συνεπάρει, να δονήσει και τελικά να μεταλαμπαδευτεί και να μεταλάβει. Όλα λειτουργούν στην ποίησή του σωστά τοποθετημένα, απροκατάληπτα και συναρμοσμένα, χωρίς τίποτα το περιττό.

Ένα έργο πλημμυρισμένο με αγάπη, κατανόηση και τρυφερότητα, κομμάτια μνήμης -για αποθανόντες και ζωντανούς- και ευαισθησία, πράγμα το οποίο φαίνεται από τις ποικίλες αφιερώσεις ή αναφορές σε διάφορα πρόσωπα.

Ο ποιητής αφουγκράζεται τη θέση του, αλλάζει μορφές, ως «Σμύρνη φλεγόμενη», ως «Οιδίπους»... «με ερείπια τις λέξεις τριγύρω του», σαν «ανατόμος του αίματος», συνήθως ενδιάθετος, γεμίζει «άστρα τον καμβά του». Ο ρόλος του είναι κοπιαστικός, ενίοτε ψυχοφθόρος, αλλά και ελπιδοφόρος και ανανεωτικός, για ‘κείνον και τους άλλους, βαδίζει σε μια οδό που μας κάνει να περισυλλογιζόμαστε και μας ανασταίνει.

Κάποιες βασικές αρχέγονες μορφές και συμπεριφορές, έχουν σημαντικό ρόλο στη συλλογή. Αυτές είναι οι παρακάτω:

Η «ΜΗΤΈΡΑ»: Η λέξη αυτή πλανιέται σκιερή μέσα στα ποιήματα. Ο ποιητής ζητά την κατανόησή της, τη συμπόνια της, τη θέτει παρατηρητή και ενίοτε κριτή μιας λυτρωτικής αποτίμησης, τον ζεσταίνει με την παρουσία της, τον «ντύνει» με τα κοσμικά και εγκόσμια ρούχα της λήθης, ο φόβος της απώλειάς της παρουσιάζεται στο όνειρό του και πολλές φορές απευθύνεται σε αυτή δίνοντάς της ανυπολόγιστη αξία και μοναδική σημασία.

Ο ρόλος του «ΠΑΤΕΡΑ» που παρουσιάζεται στα ποιήματα «δίκη» και «Οιδίπους», έχει μια έννοια περισσότερο «θεϊκού πατρός», που δεν καταλογίζει, αλλά σαν «κερί των ουρανών» και «ακτίνα ψυχής», ξεχύνεται και τον αγκαλιάζει, ως κάτι ανώτερο και ίσως μακρινό.

Η «ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ» παραλληλίζεται με την ποιητική αφοσίωση και εξύψωση, λειτουργώντας μεταφορικά, αναζητώντας «όσους πιστούς προσέρχονται» γιατί όπως λέει:

«από τα μύρα ανασταίνεται ο Χριστός

ή που ξενύχτισαν τόσες παρθένες»

Τα ποιήματα «Μικρός Γολγοθάς», «Αποκαθήλωση», «Επιτάφιος δρόμος» και τελικά «Ο κυρίως ναός», σκιαγραφούν αυτή την εικόνα.

Ο ποιητής περνάει τον υπαρξιακό Γολγοθά του, σταυρώνεται, αποκαθηλώνεται και ακολουθεί τον επιτάφιο δρόμο του, απαλύνοντας τής ανθρώπινης φύσης «το προδοτικό φίλημα».

Ο «ΘΑΝΑΤΟΣ» υπάρχει ως τρόμος, ως μνήμη του χαμένου, ως διδαχή μέσα από τη θύμηση, ως πληγή και πικρία, ενίοτε συμπληρώνοντας την αγάπη προς τους «άλλους», με μια ακόμα τρυφερή αναφορά μετά από το χαμό τους.

Ο «ΕΡΩΤΑΣ», ένα θέμα που απασχόλησε, έντονα και δημιουργικά, τις προγενέστερες συλλογές του, αναφαίνεται σε λιγοστά ποιήματα τού παρόντος («Στ’ όνομά σου» και στο «Μετά τη βροχή»), τονίζοντας τη θνητότητά του και τα γλυκά ηδυπαθή σημάδια που αφήνει στη μνήμη, ενώ η ανάσταση είναι η ειλικρίνεια μέσα από την ομιλούσα, και ίσως όχι μόνο, έκφραση.

Δανειζόμενος αρκετές από τις λέξεις τού ποιητή μπορώ να πω: Με εφαλτήριο την απόγνωση και την πικρία βαδίζει μες στο λυσσασμένο βοριά, με ό,τι του δόθηκε, ερημίτης και ασκητής προς το τέρμα, απαλύνοντας το φιλί του κάθε Ιούδα, μέσα στη φωτιά και το πάθος, αλλά και τον πάγο, και όχι μέσα στα γραφεία, αναταράσσοντας τη λύπη, τη μνήμη και το νου.

Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Πρώτη δημοσίευση περιοδικό lexima (www.lexima.gr)