Η λίστα ιστολογίων μου

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Η ΕΡΗΜΟΣ ΚΑΙ Η ΖΟΥΓΚΛΑ/ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΑΜΜΗΣ/ ΑΩ ΕΚΔΟΣΕΙΣ 2011



   Φυλές αντιμάχονται στη ζούγκλα και έμποροι όπλων, τυχοδιώκτες και καιροσκόποι, με την έρημο στην ψυχή τους, πλουτίζουν και τους εκμεταλλεύονται. Κόσμος σκοτεινός, μύχιος, εξωτικός, με έλη, ιαγουάρους, ιθαγενείς, ποτάμια και πιράνχας, που εναρμονίζεται και αντανακλά την ψυχική κατάσταση των ηρώων. Αρχέγονη περιπλάνηση που δεν διστάζει να γίνει ωμή, ακραία και αηδιαστική, απαλλαγμένη από προκαλύψεις και ωραιοποιήσεις.
   Αντιπολεμικό και ενάντιο σε κάθε εκμετάλλευση και με σαφή συμπεράσματα είναι το βιβλίο του Παναγιώτη Ράμμη. Περιγράφοντας έναν κόσμο που βασιλεύουν «ο νόμος του κέρδους», «η επιδίωξη της ηδονής και πάσης φύσεως ευχαρίστηση», «η επιβολή του ισχυρού» και γενικότερα ο αμοραλισμός. Καμία φιλία ή αγάπη δεν είναι σταθερή παρά μόνο το κυνήγι του πλούτου και της απόλαυσης. Μόνο τα ένστικτα, τα πάθη και οι αρχέγονες και συμβολικές εκφράσεις τους μέσα από τα άγρια έθιμα, σμιλεμένα στο «συλλογικό ασυνείδητο», παραμένουν σταθερές εκφράσεις στο χρόνο και είναι πρωταγωνιστές, τόσο στους πρωτόγονους ιθαγενείς όσο και στους εν είδη πολιτισμένους.
   Μέσα από τον πρωτογονισμό των φυλών που περιγράφονται προβάλλεται μια χθόνια πτυχή της ανθρώπινης φύσης και των ακατέργαστων ενστίκτων, άλλωστε μην ξεχνάμε τις μελέτες του Φρόυντ και τον τρόπο που κατέληγαν σε συμπεράσματα. Από την άλλη ο τυχοδιωκτισμός των «πολιτισμένων» έρχεται πότε σε αρμονία και πότε σε δυσαρμονία με αυτόν κάνοντας σαφές ότι η εξέλιξη καθόλου δεν συνεπέφερε στην ηθική και αντιθέτως καλλιέργησε την απληστία και τη διαφθορά. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που γράφει στη σελίδα 49:
« Τελικά αυτό που κατάφερε ο πολιτισμός τόσους αιώνες τώρα, είναι να βοηθήσει τους λαούς να εξοντώνονται με όλο και πιο εξεζητημένους τρόπους. Η ιστορία τελικά δεν τους δίδαξε τίποτα από την φρικαλεότητά της. Όσο οι επιστήμες εξελίσσονται, τόσο οι άνθρωποι βυθίζονται στα ζωώδη ένστικτά τους. Αυτοί οι ημιάγριοι εδώ, που είναι έτη φωτός μακριά από το δυτικό τρόπο ζωής, παραμένουν ίδιοι, αναλλοίωτοι και ειλικρινείς με τη φύση τους.»   Όπως φαίνεται και από αυτό το απόσπασμα ο συγγραφέας συχνά περνά σε άμεσες κρίσεις δοκιμιακού τύπου που παρεμβάλλονται στην κυρίως αφήγηση. Ο τρόπος αυτός δεν ξενίζει γιατί διατηρείται στα πλαίσια του μέτρου και της άμεσης συνάφειας και αποτελεί αβίαστο επακόλουθο της γραφής του.     Το σήμα κατατεθέν της γραφής τού επίσης και ποιητή Παναγιώτη Ράμμη είναι η απογείωση της φαντασίας, εικονοπλαστικής αλλά και νοηματικής, με σύμφυτα ηθικά ερωτήματα. Τραβά την προσοχή και το ενδιαφέρον φτάνοντας συνειδητά στην υπερβολή και την κάποτε στυλιζαρισμένη φαντασμαγορία, κατασκευάζοντας ένα συναρπαστικό και ευχάριστο μύθευμα που είναι άριστα προσαρμοσμένο και αποδιδόμενο εντός της στόχευσής του. Δεν ανήκει στα άνευρα φέρετρα της τελειότητας που συχνά προωθούνται από την κριτική.
   Έχει τα χαρακτηριστικά μιας κινηματογραφικής περιπέτειας, με εκρήξεις φαντασίας άλλα και σαφείς ποιοτικούς όρους. Η σκληρότητα εκφράζεται διαρκώς και απροκάλυπτα, αποδίδει τις θελήσεις και φτάνει συχνά να μας ανατριχιάζει, άλλα τασσόμαστε με το μέρος του ήρωα παρόλα τα σαφή αμοραλιστικά του στοιχεία, κατά έναν  τρόπο που η τέχνη μπορεί να πετύχει, και τον δεχόμαστε έτσι όπως είναι χωρίς να τον εγκρίνουμε.
   Υπάρχουν κεφάλαια που η περιγραφική αφήγηση  εθίμων, εικόνων και συμπεριφορών των ιθαγενών, με τα ξεγυμνωμένα πάθη τους, που αφουγκράζονται τις ενδόμυχες θελήσεις τους και τα ένστικτά τους, διαβάζονται με λαίμαργη λαγνεία ή συγκαλυμμένο αποτρόπαιο πάθος και σίγουρα με περιέργεια.
   Οι τίτλοι των κεφαλαίων του είναι ποιητικοί και φανερώνουν τις γενικότερες προθέσεις του (π.χ. «Ο σπασμένος καθρέφτης και η ευθανασία των ακριδών», «οι ουλές του προφήτη»).
   Η γλώσσα του είναι πολύ προσεγμένη και ουσιώδης. Απέχει επιτυχώς από τον πρόχειρο δημοσιογραφικό λόγο και συχνά μοιάζει η δυναμική της να επιβάλλεται μέσω της πένας του, ακόμα και στην πλοκή και την περιγραφή καθορίζοντάς την.
   Το κεφάλαιο «Μεταμόρφωση» είναι αντισταθμιστικό του κλίματος περιγράφοντας με εκπληκτική αντίθεση μια φτωχή ιδανική κοινωνία, με αγνή ομορφιά. Με την συνεπικουρία του έρωτα φτάνει στην συναισθηματική και ιδεολογική ανατροπή του ήρωα ολοκληρώνοντας το νόημα.       Στο τέλος του βιβλίου οι εικόνες αλλάζουν εντελώς και μετακινούμαστε σε μια μεγαλούπολη στα γραφεία μιας πολυεθνικής-βρικόλακα, με καριερίστες υπαλλήλους στο βωμό του πλούτου. Γίνεται γλαφυρός, δηκτικός, αλλά και αποκαλυπτικός σε σχέση με τις επαγγελματικές σχέσεις του σύγχρονου κόσμου.
   Παρόλη όμως τη γενικότερη μεταστροφή οι συνέπιες των πράξεών του τον ακολουθούν και το τελικό συμπέρασμα είναι άκρως διδακτικό.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικο diastixo (www.diastixo.gr) 

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

ΟΙ ΝΑΥΑΓΟΙ ΤΗΣ ΠΑΣΙΦΑΗΣ/ ΦΑΙΔΩΝ ΤΑΜΒΑΚΑΚΗΣ/ ΕΣΤΙΑ 1997

Περιπετειώδης φαντασία με ποιότητα γραφής

Τι θα συμβεί αν τρεις άνθρωποι ναυαγήσουν σε ένα νησί του Ειρηνικού, μακριά από τον πολιτισμό; Τι θα κρατήσουν από τις συνήθειές, τις δεξιότητες και πόσο θα τους βοηθήσουν οι γνώσεις τους; Πώς θα λειτουργήσει η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια; Τι θα γίνει αν παρεισφρήσουν σε ένα πρωτόγονο και πρωτόγνωρο πολιτισμό ιθαγενών;
   Ένα βιβλίο για τρεις Ροβισόνες Κρούσους, με εξωτικό ενδιαφέρον, αφηγηματική πλοκή και "ήρεμη αγωνία", καθώς βυθιζόμαστε στις άριστες περιγραφές του.
   Μας προϊδεάζει στην αρχή του κάθε κεφαλαίου με μια επιγραμματική περίληψη, η οποία μια και είναι ελλειπτική κινεί το ενδιαφέρον και τη φαντασία, αλλά οι πληροφορίες που δίνει κάποτε λειτουργούν προς την αντίθετη κατεύθυνση.
   Η γραφή του είναι ρεαλιστική, με στοιχεία φανταστικού, ιστορικού, κοινωνικού και λίγα ηθογραφικού μυθιστορήματος, ενώ η πλοκή είναι περιπετειώδης. Εμφανώς ο συγγραφέας έχει στόφα παραμυθά. Πειρατές, φυλές ιθαγενών με ηδονόχαρες γυναίκες, ξεχασμένοι απόγονοι Άγγλων θαλασσοπόρων και τόσα άλλα, στοιχειοθετούν την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα.
   Μέσα από την πρωτοπρόσωπη άμεση αφήγηση του Μιχάλη, ενός από τους τρεις ναυαγούς, η ιστορία συχνά αποκτά ξέφρενο ρυθμό, με εντυπωσιακούς αδρούς χαρακτήρες, μέχρι και γραφικούς, με σαφή κατεύθυνση να ερεθίσει το αισθητήριό μας, με ασυνήθιστη πρωτοτυπία, και να μας βυθίσει σ' αυτή. Η πρόθεση είναι εμφανής από την επιλογή του θέματος, τόσο την ιστορία της φυλής Αριόι, όσο και από το ναυάγιο και τις ναυτικές εγκιβωτισμένες αφηγήσεις, από την χρήση πρωτότυπων ονομάτων (Πασιφάη, Πόρα-πόρα, Γαβρήλος κτλ) και γενικότερα από τον τρόπο γραφής.
   Η οπτική του μας οδηγεί να επικεντρωνόμαστε στα απλά και καθημερινά, αυτά που θεωρούνται δεδομένα στη ζωή ενός "πολιτισμένου" και επανεξετάζονται στην περίπτωση απώλειας ή αμφισβήτησης, που συνεπάγεται ένα ναυάγιο σε ένα έρημο νησί. Έτσι υποβόσκει μια κοινωνική εξέταση μέσα από μια αποδόμηση.
   Όλα αυτά μέχρι τη δεύτερη ενότητα, που κάνουν εμφάνιση οι Αριόι, οι ιθαγενείς κάτοικοι, που από την αρχή προαναγγέλλονται αλλά εντελώς αναπάντεχα προβάλλονται ως απόγονοι περιφερόμενων θεατρίνων μιας ξεχασμένης παράδοσης!
   Υπάρχει μια σειρά ψυχολογικών σταδίων και μεταπτώσεων, με την αντίστοιχη συχνά άμεση περιγραφή συναισθημάτων, που ακολουθεί παράλληλα την πλοκή, σε μια παρεμφερή διάσταση. Αυτή συνοψίζεται στους συμβολικούς τίτλους των ενοτήτων -"Σελήνη", "Ερμής", "Αφροδίτη" κτλ-, μια και οι θεότητες αυτές είχαν συγκεκριμένη σημασία και επενέργεια. Έτσι έχει και τη μορφή ενός έντεχνου και σαφούς ψυχογραφήματος, με ηθικά ερωτήματα, κάποτε ερωτικά τρίγωνα, μεταπτώσεις και μύχιες θελήσεις, που είναι φυσικό να απελευθερώνονται μακριά από την "πολιτισμένη κοινωνία" με τους φραγμούς της. Χαρακτηριστική είναι η αντιπαράθεση και η αναπόφευκτη σύγκριση με τη φυσική αγνότητα των Αριόι, οι οποίοι ζουν με την πλησμονή και τη επάρκεια ενός μακαρίου -όπως περιγράφεται- νησιού του Ειρηνικού ωκεανού. Όλο αυτό το σκηνικό μας θυμίζει μέρος του ιστορικού μυθιστορήματος  Μαγγελάνος του Στέφαν Τζβάιχ, στο οποίο δεσπόζει το δίλημμα της αποχώρησης ή της παραμονής στα νησιά των Μακαρίων του Ειρηνικού.
 Ίσως ένα ελάχιστο ψεγάδι του βιβλίου είναι ότι κάποιες στιγμές νιώθεις ότι κάνεις "τροχάδην", παραμένοντας στο ίδιο σημείο, κάτι όμως που υπερκαλύπτει η δημιουργική φαντασία και πετυχαίνεται συνάμα το επίμονο αίτημα πολλών κριτικών για επαρκή ανάπτυξη του θέματος, κάτι που εγώ ελάχιστα συμμερίζομαι και πάντα το συναρτώ με την τεχνική της κατανοητής ελλειπτικότητας. Αλλά μη βγαίνω εκτός θέματος.
   Χαρακτηριστική είναι η ιχνηλασία των αρχαίων Πολυνησιακών μύθων, δοξασιών, τελετών, θρησκειών και προλήψεων, με βάση τους Αριόι και τον πειστικό αφηγητή Μιχάλη. Χρησιμοποιώντας το τέχνασμα της μακροζωίας που δημιουργείται στο νησί, αναμιγνύει γεγονότα και πρόσωπα από παλαιότερες εποχές με το σήμερα και κατασκευάζει ένα «παροντικό» ταξίδι στο παρελθόν.
   Φωτίζει διαρκώς πτυχές συμπεριφοράς και σκέψεις των ηρώων, καθώς η αφήγηση ρέει μέσα σε περιπέτειες, ναυάγια, ιθαγενείς, εξωτικά νησιά, πειρατές, ναυτικούς αντρίκιους έρωτες, μεταφυσικά ελιξίρια νεότητας και τόσα άλλα. Έτσι ούτε στατικότατα υπάρχει, μα ούτε η προχειρότητα και η λιτότητα μιας κινηματογραφικής καταγραφής. Τα συναισθήματα κινούνται από θετικά σε αρνητικά, από τη μαγεία της Σελήνης στις εφευρέσεις του Προμηθέα, στους έρωτες της Αφροδίτης, στον Άρη κτλ. Μετά τη μέση του βιβλίου η πλοκή γίνεται ξέφρενη, προσπαθώντας επιτυχώς να διατηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, μια και οι σελίδες του βιβλίου είναι πολλές (503 σελίδες). Το μυθιστόρημα πλέον αγγίζει την επιστημονική φαντασία και το είδος γραφής τροποποιείται αποδίδοντας υψηλή και καλοστημένη αφηγηματική δράση. Περίτεχνα ευφάνταστο ταξίδι, με διαρκή συμβάντα, που δεν αφήνουν σε καμία περίπτωση να ησυχάσει η περιέργεια του αναγνώστη και μόλις πάνε να παρακμάσουν ανατροφοδοτούνται με διαφορετικά θέματα, που δένουν ως συνέχεια. 
   Είναι προτιμότερη μια αποχαυνωμένη αιώνια και στατική ευτυχία -όπως αυτή των Αριόι-, ή μια δημιουργική, αγχώδης, γεμάτη προβλήματα ζωή, όπως αυτή του υπόλοιπου κόσμου; Να φύγουν ή να μείνουν οι ήρωες μας σε ένα τέτοιο κόσμο; Αμφίρροπα διλήμματα που προκύπτουν και δομούν την πλοκή του βιβλίου μαζί με τη διονυσιακή φυλή των θεατρίνων.
   Η γραφή του είναι ιδιαίτερα προσεγμένη και διακρίνεται από εύστοχο λεξιλόγιο, που δεν γίνεται δυσνόητο, και από την έντονη επεξεργασία γλωσσολογική, δομική και θεματική, χωρίς να χάνει τον αυθορμητισμό, τη πηγαιότητα και την ευκολοδιάβαστη ροή, κάτι δύσκολο σε τόσο προσεκτική δουλειά. Γι' αυτό, ίσως, διακρίνεται από τα σχετικά λίγα μυθιστορήματα του.
   Χαρακτηριστική είναι και η ενδελεχής πληρότητα κάθε έννοιας και σκέψης, που στο εστιασμένο σημείο της συγγραφής, εξετάζεται σε όλες της πτυχές της. "Θα μου άρεσε να ξέρω τουλάχιστον κάτω από ποιόν αστερισμό θα γεννιόταν το παιδί μου, καλλιτεχνικά ταλέντα ή κλίση στις πολεμικές τέχνες, ικανότητα με τους αριθμούς ή ευαισθησία με τα γράμματα" (σελ. 426).
   Συνοψίζοντας, η περιπετειώδης υπόθεση, με φανταστικά στοιχεία και την αίσθηση του λογοτεχνικού πλούτου, τόσο νοηματική όσο και μορφολογική, είναι το στίγμα του βιβλίου του Φαίδωνα Ταμβακάκη.

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Η ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΩΣ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ



Συνειδητοποιώντας τις σωματικές πληγές της[1] και στρεφόμενη προς τον ψυχικό της κόσμο, χρησιμοποιώντας παραγωγικά τις προσωπικές της εμπειρίες, αλλά και επεκτεινόμενη στο εξωτερικό περιβάλλον –συχνά φυσικό-, καταλήγοντας σε μια σειρά από γενικότερα συμπεράσματα, που κάποτε λόγω της συντομίας της ποιήσεως φτάνουν ως τον αποφθεγματικό χαρακτήρα, η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ φτιάχνει ένα πρωτότυπο δικό της ύφος. Η έλλειψη, η ατέλεια, η ανικανότητα να αγγίξει την ομορφιά, τις θελήσεις και τα ιδανικά της, τουλάχιστον με απόλυτο τρόπο, αποτελούν κινητήρια δύναμη και έμπνευσή της (Κυκλωμένη απ’ όλες τις χαρές/ που δεν μπορεί ν’ αγγίξει,/ παλεύει με την παράλυτή γλώσσα της/ τουλάχιστον να τραγουδήσει την ελιά, Άδεια φύση, 1993, σελ. 13). Έτσι μεταπηδά συνεχώς από το γ΄ πρόσωπο του γενικού στο α΄ πρόσωπο του ατομικού βιώματος και αντίστροφα, εξασφαλίζοντας ποικιλία έκφρασης και κινητικότητα. Είναι μια διαρκής εξατομίκευση του γενικού και καθολίκευση του ατομικού, συνήθως συνειρμική, αλλά και κάποτε με οργανωμένη θεματολογική και πιο άμεση συνάφεια. Κινείται από το συναίσθημα στη λογική, από το εξωτερικό ενίοτε φυσικό περιβάλλον στις διαθέσεις της και από τις προσωπικές διαπιστώσεις στους γενικούς κανόνες.
   Λαμβάνοντας υπ’ όψη μας την αυτογνωσία της, την άριστη ψυχραιμία στη διαχείριση και στην παρουσίαση του εσωτερικού της κόσμου, καθώς «ο διάχυτος  συναισθηματισμός δεν ξεπέφτει στη μελοδραματικότητα»[2] και δεν αφήνεται να συντριβεί υπό το βάρος της κατάθλιψης και των περιστάσεων, και τη γενικότερη κατανόηση των όντων διαισθητικά και με τη χρήση περισσότερο της εμπειρίας και σε δεύτερο χρόνο να εκκινείται η λογική που την συμπληρώνει, ενώ ακόμα και όταν προηγείται είναι φορτισμένη και φαίνεται ότι αποτελεί προϊόν εσωτερικής διέγερσης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κινείται σαφώς και επιτυχώς περισσότερο με συναισθηματική νοημοσύνη[3]. Δεν γνωρίζω προσωπικά την ποιήτρια, με αποτέλεσμα να μην ξέρω κατά πόσον αυτά τα χαρακτηριστικά επεκτείνονται στις διαπροσωπικές της σχέσεις και την επιτυχή έκβαση και διαχείριση της ζωής της, για να αιτιολογήσω ίσως πλήρως τη συναισθηματική νοημοσύνη της σε συνδυασμό με το έργο της, αλλά πιθανόν κάπως έτσι θα είναι. Για παράδειγμα στο ποίημα «Λυπιού- Προοίμιο» φαίνεται η πλήρης συναίσθηση και ο έλεγχος της καταστάσεώς της: Ένα τόπο επινόησα/ για να πηγαίνω όταν είμαι λυπημένη,/…/ Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης/ γίναν σιωπηλές πλατείες/ τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά/ κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες/ σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιόνται στα σοκάκια. Η Κ. Α. Ρουκ δεν έχει μόνο κατανοήσει και συνειδητοποιήσει τον εαυτό της, αλλά και έχει συμφιλιωθεί μαζί του, τον έχει κάνει ποίηση και πηγή ζωής. Ακόμα και οι ελλείψεις την θρέφουν (Ό,τι μου  λείπει με διδάσκει, «Η ευλογία της έλλειψης», από τη συλλογή Η ανορεξία της ύπαρξης, 2011)· άλλοτε την οδηγούν σε γλυκιά ενατένηση του εαυτού της (Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν/ έγινε φίλη καλή/ μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου, όπως πριν), ενώ αλλού αντιμετωπίζονται ως ήρεμη θλίψη, απόρροια  της παραδοχής, πάντως ποτέ τα συναισθήματά της δεν είναι εντελώς ανεξέλεγκτα, αλλά διατηρούν πλήρη ψυχραιμία μέσα από την επίγνωση.
   Συχνά μας αφηγείται κομμάτια της ζωής της που ενδύονται με τα ανάλογα συναισθήματα και έμμεσες ή άμεσες επεξηγήσεις της επιρροής τους στο έργο της, που αναδύονται από τη μνήμη και όπως πάντα το συναίσθημα φορτίζει τη λογική οδηγώντας την σε συνειδητά ή ασυνείδητα μονοπάτια, κάνοντας συχνά ασκήσεις αυτογνωσίας. Πολύ καθαρά φαίνονται αυτά στη συλλογή Επίλογος αέρας (1990) στην ενότητα «Η διήγηση του εγώ», όπου μιλά για τη σωματική της διάπλαση[4], την Αίγινα[5] που παραθέριζε, τη Βιέννη[6], τις σχολικές της εκδρομές[7] και πλήθος άλλα.
   Ενίοτε διαλέγει ένα θέμα και το αναπτύσσει συναισθηματικά και λογικά (Τα όνειρα απλώνονται/ επάνω μας τη νύχτα/ με όλο τον τρόμο της ζωής·), στη συνέχεια προσωπικά και συναισθηματικά (με σφίγγεις με φωνάζεις/ πνιγμένοι π’ αγκαλιάζονται/ στο τελευταίο κύμα «Ο ύπνος», από τον  Ενάντιο έρωτα, 1982). Το μοτίβο αυτό συνεχίζεται σε όλο το ποίημα.  Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πολύ καλά οργανωμένη δομή και ανάπτυξη στην ενότητα «ημερολόγιο πολέμου», στη συλλογή Άδεια φύση (1993).
   Η λογική στο έργο της ποιήτριας εκφράζεται και μέσα από τη συμμετοχή της φύσης στα συναισθήματά της, όχι μόνο ως μέσο έκφρασης ή πηγής μεταφορικού ή αλληγορικού λόγου –κάτι που είναι συνηθισμένο σε πολλούς ποιητές-, αλλά, και εκεί έγκειται η ιδιοτυπία της, ως αυτόνομη σοφία, κάτι σαν φυσική λογική, που ενσαρκώνεται και ενσταλάζεται εντός του ανθρώπου και στην προκειμένη περίπτωση του «ποιητικού Εγώ». Έτσι ο άνθρωπος είναι μέρος και συνέχεια της φύσης, το ίδιο και το μυαλό του. Ειδικά το βράδυ (Προς το βράδυ η φύση βρίσκει τρόπο/ κι ανάβει τη σκοτεινιά της, Άδεια φύση, 1993, σελ. 52), που οι αντιστάσεις ατονούν και το συναίσθημα υπερισχύει[8]. Περνώντας όμως από τη φύση στο υποκείμενο και στο σώμα σαν έκφραση, συχνά μέσα από τις γνωστές ιδιαιτερότητες της διαπλάσεώς της, όλη αυτή η λογική παίρνει μια άλλη ουσία και σημασία, καθώς συχνά εκφράζει θέσεις και κάποτε κρίσεις. «Αίσθηση- έκφραση- λογική» είναι ενωμένα σε ένα αδιαχώριστο τρίπτυχο, σε συμπεράσματα που ο αναγνώστης «βιώνει» και ελάχιστα τα σκέφτεται. Έτσι η ποίησή της διδάσκει χωρίς να είναι άχαρα και άγαρμπα διδακτική, λέει χωρίς να το κάνει αυτοσκοπό, άλλα για να στηρίξει το νόημα και την αισθητική του ποιήματος και απλώς σημαίνει. Μαζί με αυτά ενοποιούνται και οι διαθέσεις. Υπάρχουν μάλιστα ποιήματα που εκφράζουν μεταφορικά με εικόνες και ποιητικότητα μια ψυχική κατάσταση και εκεί μέσα παρεμβάλλονται έμμεσα ή άμεσα ανάλογες αποφθεγματικές απόψεις. Αυτό το μίγμα διαθέσεων και κρίσεων αλλάζει μετατοπιζόμενο προς τη μια ή την άλλη μεριά, λιγότερο ή περισσότερο, ανάλογα το ποίημα.
    Συχνά η ποίησή της μοιάζει με άσκηση ερμηνείας του περιβάλλοντός της μέσα από τη χρήση του εαυτού της (Ας μη μιλήσω πάλι/ για τη θεσπέσια φωνή του/ τη λίγη πρωτοτυπία του/ που τον έκανε αιώνιο απ’ την αρχή,/ αλλά για μια αλλαγή/ μια λαμπερή κλωστή/ μέσα μου./ Περιμένοντας φτάνω στην ουσία/ του εαυτού μου, «Οι μνηστήρες», Τα σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης, 1977). Ενώ παρακάτω με αυτοπειθαρχία λέει: Μια σοβαρότητα αρχίζει από μένα/ και πιάνει όλη τη φύση/ αν η πορεία συνεχιστεί/ κι ο θάνατος θα είναι/ μια αξία,/…/ Ακούω κάτω τους αλαλαγμούς,/ ήμουνα κάποτε κι εγώ/ με λάσπες στο κεφάλι/ λεμονανθούς στ’ αυτιά/ φώναζα παθιασμένα/ «λευτερωθείτ’ απ’ τα δεσμά!»/ μα τα δεσμά είναι βαθιά/ μια συμπεριφορά/ που παίζει ο εαυτός/ τον εαυτό του. Αλλού κάνει γενικότερες διαπιστώσεις ξεκινώντας από προσωπικές εμπειρίες (ακούω με τη δική σου τη φωνή/ π’ ανεβαίνει από τα βάθη/ εκεί που η χολή και η ψυχή/ ομόφωνα αρνιούνται να πεθάνουν, «Στο δάσος», Ενάντιος έρωτας, 1986).
   Χαρακτηριστικό  επίσης είναι ότι χρησιμοποιεί διαμεσολαβητικά ιστορικά ή μυθολογικά πρόσωπα, π.χ. την Πηνελόπη και τους μνηστήρες[9], τον Σολωμό[10], ή έννοιες όπως η φύση, το δάσος[11] κ.τ.λ. για να επεκτείνεται σε μια μετάβαση από το προσωπικό ή σωματικό στο καθολικό.
   Ο έρωτας αντιμετωπίζεται με ρεαλιστικό μεν τρόπο, μέσα από πραγματικά συμβάντα, καταστάσεις, αναλύσεις και συναισθήματα, αλλά δεν αγνοείται και η ιδεαλιστική του φύση (Αναρωτήθηκα τότε/ αν είχα καλά ποθήσει/ τις συμβατικές εκείνες/ φιγούρες του ελκυστικού,/ κάτι ανάμεσα στο ουσιαστικό σώμα/ και στον κενό λόγο…/ Ο έρωτας είναι το μόνο θεϊκό βλέμμα/ που θα πέσει πάνω σε μας/ τους άπιστους, έλεγα, Άδεια φύση, σελ. 10). Κάποτε μάλιστα γίνεται και πιο ενδελεχής η διερεύνησή του, όπως στη συλλογή Άδεια φύση, στην ενότητα «Τρία ποιήματα της καρδιάς»,  εξετάζοντας «πώς λειτουργεί;», «πώς επιδρά πάνω μας;», «πώς μας μαγεύει;», «πώς μας υποβάλλει;» και πλήθος άλλοι τρόποι και τόποι του. Μοιάζει σαν μια υπο-επιστημονική ανάλυση μέσα, διαμέσου και κάτω από την αισθητική επήρεια της ποιήσεως. Χαρακτηριστική μάλιστα είναι η θέση του θανάτου σε αυτόν (γιατί πατώ/ στην αθέατη του έρωτα πλευρά,/ το θάνατο, Άδεια φύση, σελ. 10). Το σαρκικό αποτελεί μεν τρόπο έκφρασης, αλλά είναι φθαρτό και κάποτε αντιπαρατίθεται με το ιδεαλιστικό, την ποιητική καθαρότητα και το απόλυτο του ονειρικού «βιώματος» (Θέλω να γράψω ένα ποίημα/ για την πραγματικότητα/ αυτή που δεν έζησε ποτέ κανείς/ αφού ο καθένας/ στη δική του βρέθηκε φυλακισμένος/ αιώνες τεντώνοντας τα χέρια προς τα έξω./ Την πραγματικότητα/ που ίσως γνωρίζουν οι πεθαμένοι/…/ Την πραγματικότητα/ που αν σ’ άγγιζε ποτέ/ θ’ αναγνώριζες αμέσως σαν τη μόνη αλήθεια/ έξω απ’ της δικής σου επιβίωσης/ τις φαντασιώσεις, «Θέλω να γράψω ένα ποίημα», από τη συλλογή Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα, 2005.). Σε γενικές όμως γραμμές η ποιήτρια είναι δεμένη με τη βιωμένη κατάσταση, στην οποία δίνει προφανώς προτεραιότητα, χωρίς να αιθεροβατεί, σε απόλυτη ισορροπία με την πραγματικότητα. Οπότε παρατηρούμε έναν ελεγχόμενο ιδεαλισμό, στα πλαίσια της λογικής, που δεν ξενίζει.
   Μπορούμε να πούμε ότι πλήθος θέματα ανακύπτουν μέσα από την ποίηση της Κ. Α. Ρουκ, μια και εντός της υποβόσκει διαρκώς ένα δοκίμιο, καθώς μοιάζει να διαλέγει θέματα και να τα προσεγγίζει πολύπλευρα, κυριαρχώντας μια αξιοσημείωτη τάξη[12], με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο, αλλά θα αρκεστώ στις αναφερόμενες αναλύσεις.


[1] Στη συνέντευξή της στην ΕΡΤ-1 στο Δαυίδ Ναχμία (2005) λέει ότι: «Μια από τις βαθιές μου πεποιθήσεις είναι ότι για την ποίηση, ίσως και για όλη την τέχνη, αλλά εγώ μόνο για την ποίηση μπορώ να λογοδοτήσω, δεν μπορώ για όλη την τέχνη, η πηγή, η ρίζα της, η εκκίνησή της είναι πάντα μια πληγή. Εμένα η πληγή μου ήταν εμφανής, σωματική, η αναπηρία του ποδιού μου. Αλλονών οι πληγές είναι πολύ κρυφές, πολύ πιο ψυχολογικές, αλλά κάποια πληγή πρέπει να έχει το ποίημα για να ακουμπήσει, για να αναπτυχθεί.»
[2]  Παρουσίαση της Κ. Α. Ρουκ.  από την  Άντεια Φραντζή, Ανθολογία- Γραμματολογία, Εκδόσεις Σοκόλης, τόμος στ΄.
[3] Συναισθηματική νοημοσύνη (E.Q.- Emotional Quotient): η ικανότητα (κάποιου) να ελέγχει τα συναισθήματά του, να ανταπεξέρχεται στη συναισθηματική πίεση, να αναπτύσσει τις ικανότητές του σε τομείς όπως η φαντασία, η καλλιτεχνία, η ανθρώπινη επικοινωνία κ. ά. Λεξικό της Νέας Ελληνικής γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Κέντρο Λεξικολογίας.
   Οι βασικές ικανότητες των ανθρώπων με συναισθηματική νοημοσύνη είναι (επιγραμματικά): Γνώση των συναισθημάτων τους, αυτοεπίγνωση, έλεγχος των συναισθημάτων, εξεύρεση κινήτρων για τον εαυτό τους, αναγνώριση των συναισθημάτων των άλλων και  χειρισμός των σχέσεων. Η συναισθηματική νοημοσύνη, Daniel Goleman, Ελληνικά Γράμματα 1998, σελ.78, 79.
[4]  Σελ. 16.
[5]  Σελ. 22, 25.
[6]  Σελ. 29.
[7]  Σελ. 20.
[8] «Την περίοδο αυτή εμφανίζονται στην ποίηση της Κ. Α. Ρουκ και άλλα δύο μόνιμα μοτίβα που θα την ακολουθήσουν σ’ ολόκληρη την ποιητική της διαδρομή. Η φύση και η απόλυτη, θα λέγαμε θρησκευτικού χαρακτήρα πίστη της ποιήτριας στην σοφία της, αλλά και η προέκτασή της, το ζωικό βασίλειο.» Αλέξης Σταμάτης, Περιοδικό ΕΛΙΤΡΟΧΟΣ, Καλοκαίρι 1998, για τις συλλογές Λύκοι και σύννεφα (1963), Ποιήματα 63-69 (1969), πηγή το site του Ε.ΚΕ.ΒΙ.  
[9]  Τα σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης, 1977.
[10] «Σε ένα ταρατσάκι ο Σολωμός», Άδεια φύση, 1993.
[11] «Το δάσος», Ενάντιος έρωτας, 1986.
[12] Για παράδειγμα ο διαχωρισμός σε θεματικές ενότητες των συλλογών Άδεια φύση και Επίλογος αέρας.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Νέο Επίπεδο, τεύχος 1, στα πλαίσια του αφιερώματος στην Κατερίνα Αγγελάκη  Ρουκ.

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΤΣΗΣ/ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΝΗΣΙ/ PUBLIBOOK, 2011



ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Πώς οι δρόμοι τετραγωνίζουν το μέλλον;
Στενά πεζοδρόμια ευοδώνουν τις σκέψεις.
Η άσφαλτος σιδερώνει τη χαρά.
Τα βήματα δέχονται τους κτύπους.
Οι λάσπες υψώνονται στον ήλιο.
-Άνθρωποι της οδοποιίας, ανοίξτε τις πόρτες!
Οι δρόμοι να χυθούν στη θάλασσα.
Ο αέρας να καρφώνει τους εντολοδόχους
στο όρος.

Οι πέτρες θωπεύουν τη θύμηση
ίσκιοι χαράς μοσχοβολούν στο σοκάκι.

Στυλώνω τα μάτια στη γυναίκα
που αρετώνει το πέλαγος.

(Σελ. 10)

Η ΠΟΛΗ

Στις εναργείς ενέργειες μιας πόλης φωτισμένης
ξαναγυρίζεις,
σηκώνοντας στους ώμους τρυφερές μετάνοιες,
παράξενες ματιές, γραφές, σβήνουν τον ουρανό.
Περπατάς,
ακουμπώντας στις πλάτες των άλλων, φωνές
βγαλμένες από φιάλες οξυγόνου, μάτια
που σε φέρνουν στα χθεσινά σπίτια,
ανασαίνεις,
μυρίζοντας τον άνεμο, ξεχασμένες ριπές
αγγίζουν τον ουρανό σου.
Φεύγα.
Ακούς τα άφτερα σώματα των αγαλμάτων
αψίκορα στους κόλπους της γης.
Σου φτάνει το λίγο του λίγου, το έλαττον
του μηδενός,
το άγγιγμα στους χρόνους ή στα άγανα
του ήλιου,
κόκκινοι ηλιόσποροι στα μάτια;
Πάντα αφήνοντας το ξεχασμένο Εγώ σου
στα τραπέζια του βιβλιοπωλείου
στις αγκύλες πύλες μιας πρόθεσης
μένεις όπου δεν είσαι αποδεκτός,
αυτή η μοίρα σου!

(Σελ.53)

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ

Δεν ξέρω γιατί, αλλά μ’ αρέσουν αυτοί
που φέρνουν την Αρετή,
μέσα στο σκότος πεθαμένοι πεζοπόροι
στους αιμάτινους δρόμους
ευθείς και κακοτράχαλους
πάνω σε μνημεία,
μέσα σε συνοικίες, σε ενορίες,
αυτοί που πατούν σταθερά,
άοκνοι πλαστουργοί της πράξης τους,
χωρίς να ξεχάσουν ότι πιο πέρα
απ’ τις έννοιες των θεών
υπάρχουν οι λόγοι των ανθρώπων.

Μ’ αρέσουν αυτοί που φέρνουν την αρετή
σε ένα παγκόσμιο χωριό,
βαλμένοι να τρελαίνουν τους νόμους,
ζώντας στα οικοτροφεία των ματιών.
Μ’ αρέσουν αυτοί που φέρνουν την Αρετή,
όχι γιατί από όρκο κάνουν κάτι,
αλλά γιατί δίνονται σε κάτι που
φέρνει το καλό,
σέρνουν πίσω τους τα θεωρήματα και
συμβολικούς κανόνες.

Μ’ αρέσουν αυτοί που από σπασμένες αυγές
ξέρουν.
Και δέχτηκαν όγκους αέρα, μα δεν ξέφυγαν
από το δρόμο τους.
Όχι γιατί της κριτικής το δρόμο απέφυγαν,
αλλά γιατί αυτό τους έδινε περισσότερο αέρα.

(σελ. 62)

Η ταπεινή μου γνώμη: Ποιήματα με πολύ καλό και εύστοχο λεξιλόγιο. Ο λόγος τους είναι έντονα μεταφορικός. Οι συχνές ερωτήσεις κινούν τη σκέψη του αναγνώστη και τους δίνουν ένα ιδιαίτερο ύφος. 

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ/ JOHN PERKINS/ ΑΙΩΡΑ 2007



«Πολύ ζωντανό για να είναι ψεύτικο.»

Το βιβλίο είναι ένα μικτό είδος, μυθιστορήματος, δοκιμίου, πρόχειρου οικονομικού μελετήματος, αυτοβιογραφίας, μανιφέστου και πρακτικού οδηγού συμβουλών. Αποτελεί αποτύπωση συγκλονιστικών γεγονότων και ερμηνεία αυτών, που με πάθος υπερασπίζονται την αλήθειά τους, τόσο ο συγγραφέας, όσο και ο Έλληνας δημοσιογράφος Στέλλιος Κούλογλου, που έχει γράψει την εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης και έχει κάνει στην τηλεόραση το αντίστοιχο ρεπορτάζ. Το βιβλίο είναι σαφώς πειστικό, τεκμηριωμένο και προπαντός ζωντανό. Εγώ, ως λογοτέχνης που θέλω να πιστεύω πως είμαι, μπορώ να πω ότι ο συγγραφέας διαθέτει άριστη αφηγηματική ικανότητα, εκπληκτικό ξεδίπλωμα πλοκής, αξιοποίηση του κοινωνικού γίγνεσθαι και άριστη επαφή με τον σύγχρονο κόσμο. Δικαιολογημένα το βιβλίο αποτελεί ένα best seller στην Αμερική. Άσχετα αν είναι αληθινό ως ιστορία, εντούτοις λέει αλήθειες που ηλεκτρίζουν κάθε σκεπτόμενο πολίτη και έχει σαφή γνωσιολογική, ιδεολογική και ηθικοπλαστική επενέργεια. Είναι τόσο συγκλονιστικά γραμμένο που ή είναι αληθινό ή μοιάζει εκπληκτικά με αληθινό, μια και στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Μια σειρά λεπτομερειών ταιριάζουν απόλυτα με την πραγματικότητα και το πάθος γραφής τού δίνουν το ύφος και την αληθοφάνεια μιας συγκλονιστικής μαρτυρίας. Τώρα πια είναι η σχέση τού εν λόγω βιβλίου με την πολιτική και οικονομική ζωή στην Ελλάδα νομίζω ότι το ίδιο είναι εύγλωττο.
   Η σύγχρονη λογοτεχνική κριτική συχνά καταφαίνεται αρνητικά  απέναντι στην έκφραση πολιτικών και ιδεολογικών θέσεων με τόσο άμεσο τρόπο. Αξίζει όμως να παρατηρήσουμε πόσο διαφορετικά ήταν τα πράγματα στα μέσα του εικοστού αιώνα, με την τέχνη να φτάνει στα άκρα της «στρατευμένης», και πόσο στο τέλος αυτού και πώς σιγά σιγά μεταλλάσσεται στον 21Ο αιώνα, αν και το εν λόγω έργο δεν είναι αμιγώς μυθιστορηματικό.
   Η πλοκή στηρίζεται σε μια ηθική και ιδεολογική μεταστροφή του ήρωα του βιβλίου που προοιωνίζεται από την πρώτη κιόλας σελίδα, άρα χάνεται το αγωνιώδες της καταστάσεως και παραμένει η γνωσιολογική περιέργεια όσον αφορά τα κράτη, τις πολιτικές που αναφέρονται και την αγωνία αν και κατά πόσο θα υποδουλωθούν στην επονομαζόμενη «εταιριοκρατεία». Καθαρά συγγραφικά, αγνοώντας το βιωματικό δεδομένο, θα προτιμούσα κάποια τροποποίηση της πλοκής, που ίσως όμως θα επηρέαζε την προβολή αυτού που επικαλείται ή είναι αλήθεια και σαφώς του δίνεται προτεραιότητα.
   Η αντίφαση μεταξύ φυσικής ομορφιάς, ανθρωπιστικής καλοσύνης και της τερατώδους ιμπεριαλιστικής μηχανής είναι καλοδουλεμένη και έντεχνη. Η διαμαρτυρία πηγαία και άριστα προσαρμοσμένη. Η οικονομολογική ανάλυση δοσμένη με κατανοητό τρόπο ώστε κατανοείται και από μη ειδικούς.
   Θέλω να ολοκληρώσω λέγοντας ότι η αλήθεια σε σχέση με τους οικονομικούς δολοφόνους είναι καλά κρυμμένη και κανείς δεν μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα για τις αποκαλύψεις του βιβλίου, αλλά είναι γεγονός ότι η ουσία των λεγομένων του δεν αλλάζει ακόμα και αν δεχθούμε ότι είναι μύθευμα. Όλα γίνονται όπως τα λέει ο John Perkins και τα αποδεικνύει με οικονομολογικά και δημοσιογραφικά στοιχεία και τη λογική.
   Κάπως έτσι λειτουργεί το καπιταλιστικό σύστημα ακούσια ή εκούσια.
  Ο επίλογός του μου φαίνεται σαν μια μικροαστική αντιμετώπιση κάπως εκθεσιακού τύπου, αν και σίγουρα έχει και αυτός πολύ μεγάλες δόσεις αλήθειας. 

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

ΟΙ ΘΕΑΤΕΣ ΚΙ Ο ΤΙΤΛΟΣ/ ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΡΑΤΣΙΚΑΣ/ ΔΩΔΩΝΗ 2000

Με τριτοπρόσωπο πανεπόπτη αφηγητή, αποφεύγοντας τους διαλόγους και κάνοντας αισθητή την ύπαρξη και του αφηγητή και του αναγνώστη, είναι γραμμένα τα τρία διηγήματα του βιβλίου.
Δομημένο στέρεα και με το τελικό δίδαγμα του είναι το διήγημα «Ένας επιτάφιος στο Πατρινό Μιλλένιουμ».
Το διήγημα «Η Αίτηση» μας παραπέμπει ευθέως στον Κάφκα. Ο πρωταγωνιστής ζει μπλεγμένος, εγκλωβισμένος και πάσχων σε ένα περίπλοκο γραφειοκρατικό κόσμο, αδύναμος να αντιδράσει. Ακόμα και το όνομά του «Κ.» μας θυμίζει Καφκικές δημιουργίες, μια και έχει χρησιμοποιηθεί σε πολλά έργα του. Το παράλογο και η παραμορφωτική ένταση του συναισθήματος υπάρχουν στιγμές που αντικαθρεφτίζουν την υστερικότητα του σημερινού κόσμου. Γενικά επιχειρεί να παρασύρει τον αναγνώστη στο συναίσθημα παρά να τον οδηγήσει σε άνευρη νηφάλια ανάγνωση. Τον ενδιαφέρει η ένταση μέσα από λέξεις και γεγονότα και λιγότερο από περιγραφές. Στο τέλος ο ήρωας προσαρμόζεται στον ρόλο που του δόθηκε από την τύχη ή την κοινωνία και με αυτό τον τρόπο «λύεται» το αδιέξοδο.
Αναλυτική, ψυχογραφική, υπαρξιακή, μεταφυσική και με στοιχεία από διάφορες θρησκείες είναι η «Η Δεύτερη Γέννα». Και όπως σε κάθε μυστικισμό τα συμπεράσματα είναι συναισθηματικά και ασαφή. Μάλλον ο ρόλος της θάλασσας προσπαθεί να ενοποιήσει αυτά τα διάχυτα στοιχεία.
Η νουβέλα είναι γραμμένη με μια πειραματική ανατρεπτική γραφή. Ξεκινά ως θεατρικό και στη συνέχεια οι υποδυόμενοι και ο συγγραφέας του αναμιγνύονται σε μια εγκεφαλικά αναπτυσσόμενη πλοκή. Μέσα σε αυτήν υπεισέρχεται μέχρι και η θεατρική κριτική ως σκέψεις του πρωταγωνιστή αλλά και με άμεση παρέμβαση του παντεπόπτη αφηγητή. Το αποτέλεσμα είναι ένα πρωτότυπο είδος που είναι δύσκολο να καταταγεί με αυστηρότητα κάπου και απαιτεί την προσήλωση του αναγνώστη για να το παρακολουθήσει.
Χαρακτηριστικό είναι πως ο Μανώλης Πράτσικας κινείται μεταξύ του μυθιστορηματικού και του πραγματικού κόσμου και κάνοντας εγκιβωτισμούς δημιουργεί ενδιάμεσα «σκαλοπάτια». Διαλύει έτσι τις αφηγηματικές συμβάσεις. Μάλιστα στη νουβέλα με έντονα θεατρικά στοιχεία, οι ήρωες αναφέρονται και άμεσα στο συγγραφέα τους (σ. 41) ενοποιώντας την πραγματικότητα και το μύθο. Η τεχνική μας θυμίζει τους αυτοσχεδιασμούς, τις δομές και τον αυτοσαρκασμό (σ. 55) του Πιραντέλο, που μεταφέρεται από το θέατρο σε μια εν είδει νουβέλα.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της γραφής του είναι ο περιορισμός, όσο είναι δυνατόν, των κομμάτων ώστε ο λόγος να γίνεται χειμαρρώδης.
Μέσα από αυτό το βιβλίο μπορούμε να διακρίνουμε ένα έμπειρο λογοτέχνη, με πλούσιες και σφαιρικές συγγραφικές γνώσεις που ξέρει να τις αναμιγνύει και να τις αναλύει.

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΡΕΣΤΗ ΑΛΕΞΑΚΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΜΟΥ ΓΝΕΦΟΥΝ»/ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 2000

Η ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη είναι προσπάθεια εκφράσεως και προσεγγίσεως του ανείπωτου (1), συχνά με μεταφυσική χροιά, με έντονα εικονοπλαστικά και υπερρεαλιστικά στοιχεία (π.χ. «Σαν να ψάχνω κάποιο μονοπάτι/ Σαν ν’ αναγνωρίζω τα σημάδια/ Προχωρώ στ’ αδιάλυτα σκοτάδια/ Μ’ ανοιχτό το μέσα μόνο μάτι», NOTTURNO, σελ. 37, «Ν’ ακούς το ανάκουστο μου λέει/ Καθώς σωπαίνουν τα νερά/ Νεκρό παιδί να σιγοκλαίει/ Σαν άσπρη ντάλια που επιπλέει», Η ΜΑΓΙΣΣΑ, σελ. 40).
Έτσι κινείται μεταξύ ζωής και θανάτου, ανάμεσα στον πραγματικό και τον φανταστικό ή ονειρικό κόσμο και στην παραφθορά και την παραμόρφωση των όντων, κάποτε θολώνοντας το νόημα, μα αξιοποιώντας σε μεγάλο βαθμό τα στοιχεία ξαφνιάσματος, πρωτοτυπίας και ερεθίζοντας τη φαντασία. Μας «βομβαρδίζει» διαρκώς και καταιγιστικά με εικόνες και νοήματα, με οξύνοια, αξιοσημείωτη περιεκτικότητα, συντομία -σχεδόν επιγραμματική-, πυκνότητα και ευστοχία, αποβάλλοντας τα περιττά περιγραφικά ή αποσπαστικά στοιχεία.
Όλα σχηματίζονται και διαλύονται στα μάτια μας σαν ονειρικά θραύσματα (2).
Διακατέχεται από υπαρξιακή αγωνία, άγχος, ανασφάλεια και ήρεμη μελαγχολία. Χαρακτηριστική είναι η επίμονη και αγωνιώδης αναζήτηση στο ποίημα «Η ΕΠΩΔΟΣ» (σελ. 31), «Να σκάψετε... να σκάψετε βαθιά/ Κάθε στιγμή το σώμα μας γυμνώνει/ Κάθε στιγμή απομένομε πιο μόνοι/ Στο άγνωστο αυτό νησί με τα κλουβιά κ. τ. λ.». Εδώ φαίνεται καθαρά η εγκατάλειψη του ανθρώπου στον κόσμο, η υπαρξιακή ελευθερία, που μοιάζει βασανιστική και καταδικαστική, και η προτροπή για αυτογνωσία. Ο φόβος είναι ανεξέλεγκτος και γίνεται εμμονή και ο άνθρωπος μοιάζει υπερβολικά αδύναμος και σαστισμένος.
Η μνήμη του ανακατεύεται με τη φαντασία και την παραμορφώνει, ανασύροντας κομμάτια και εικόνες που υπάρχουν στιγμές που μοιάζουν αλλόκοτα, ενώ συχνά είναι τρομακτικά και απειλητικά, κάποτε σαστίζουν, αλλά σχεδόν πάντα μοιάζουν συγκεχυμένα.
Χαρακτηριστικό είναι ότι η λύπη, που είναι διάχυτη στα ποιήματά του, διατηρεί ένα μέτρο, σαν συστατικό χαρακτηριστικό της ψυχοσύνθεσής του, χωρίς υστερικές εντάσεις, και έτσι λειτουργεί περισσότερο υποβλητικά, παρά καταβλητικά, ενέργεια που ενισχύεται από τις αδρές, παράδοξες και πρωτότυπες μεταφορές και παρομοιώσεις, που χρησιμοποιούνται κατά κόρον, ενώ η ρίμα και γενικότερα ο ρυθμός «ελαφραίνουν» το κλίμα, κάνοντας τα ποιήματα πιο ευκολοδιάβαστα, σε αντιδιαστολή με το αν ήταν γραμμένα στη μοντέρνα μορφή, με το χαλαρό ρυθμό, μια και το περιεχόμενό τους καθόλου απλοϊκό δεν είναι. Παντρεύεται έτσι σε αυτά το σύγχρονο και το παραδοσιακό. Θεματολογικά όμως καμία σχέση δεν έχουν με την παραδοσιακή έμμετρη ποιητική γραμματολογία, κάτι αναπάντεχα και ευχάριστα πρωτότυπο.
Και φυσικά θα ήταν παράληψη να μην αναφέρω το ρόλο του «Εσύ» ως υποκειμένου στο οποίο απευθύνεται ο ποιητής και γενικά είναι απροσδιόριστο, ελεύθερο εκδοχών και αμφισημιών.
Ο θάνατος συνήθως είναι τρομώδης και ανατριχιαστικός, φτάνοντας σε μια αισθητική μορφή θρίλερ -αυτό ενισχύεται και από την εικονοπλαστική ικανότητα του ποιητή (π. χ. «Κάποιος που επιστρέφει στο κελί του/ Το ανθισμένο φέρετρο στα χόρτα/ Το παιδί που ανάβει το κερί του/ Του νεκρού το χτύπημα στην πόρτα», ΣΧΕΔΙΟ ΣΕΝΑΡΙΟΥ, σελ. 28). Το ποίημα φαίνεται να «μπαινοβγαίνει» μεταξύ θανάτου και ζωής και το όλο κλίμα συχνά συνδυάζεται με μια «εκ των έξω» ανεξέλεγκτη απειλή (π. χ. «Κανείς δεν ξέρει ποιος ζυγώνει/ Ποιος στη σκιά καραδοκεί/ Ποιος στο κορμί σου κατοικεί/ Ποιος επιστρέφει από τη σκόνη», «ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΑ», σελ. 15). Αλλά κάποτε έχει ένα τελείως διαφορετικό πρόσωπο. Στο ποίημα «ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ» (σελ. 30) παρουσιάζεται με ευδοκία και σκηνές ομορφιάς που εμπνέουν αισιοδοξία! Μοιάζει σαν μια προετοιμασία για έναν όμορφο κόσμο και δεν εμπνέει καθόλου θλίψη. Υποθετικά και υπαινικτικά θυμίζει τη μετά θάνατο αγαλλίαση του παραδείσου -με ακαθόριστο πιθανολογικό βλέμμα- και τη διάθεση για γνωριμία με το άγνωστο («Σαν ένα μαγικό ταξίδι/ Μοιάζει η πομπή που ξεκινάει»).
Ο Θεός φαίνεται να μην τον ικανοποιεί ως διέξοδος από την ανθρώπινη ανασφάλεια του θανάτου και γι’ αυτό παρατηρούμε και το έντονο υπαρξιακό άγχος και τον μεταφυσικό σκεπτικισμό, και ενώ κάποιες στιγμές φαίνεται να μην τον αρνείται, τουλάχιστον άμεσα, εντούτοις κάποτε λέει με ειρωνεία:

Ω Κύριε Κύριε ποιος βαφτίζει
Το σώμα μου στον ουρανό;
Είμ’ ένα πλάσμα ταπεινό
Που στο σκοτάδι ρουθουνίζει

Ω Κύριε Κύριε δεν αντέχω
Τέτοια μακάβρια τελετή
Σκύλος που τρέμει τη βροχή
Φορώ το δέρμα μου και τρέχω

Κύριε που ντύνεσαι το γκρίζο
Κι έχεις το λάκκο μου ανοιχτό
Δεν βρίσκω τρύπα να κρυφτώ
Γι’ αυτό θυμώνω και γαβγίζω

«Η ΤΕΛΕΤΗ» σελ. 42

Αλλού δε, υποσκάπτει το ρόλο του («Στον κόσμο που ’χει κουραστεί/ Κλεισμένος στον ημεροδείχτη/ Ρίχνει ο Θεός το αχνό του δίχτυ/ Κι έχουν τα πάντα σκεπαστεί», ΘΗΣΕΙΟ- ΘΩΝ, σελ. 23).
Χαρακτηριστικός είναι και ο σκεπτικισμός του για τη μεταθανάτια ζωή («Προβάλλουν κι άλλες μέσα μου εκδοχές/ Περί ζωής αλήθειας και θανάτου/ Γαλήνιος αντικρίζω το αχανές/ Μεσ’ απ’ τ’ ανίδεο βλέμμα τού προβάτου», ΕΠΕΚΕΙΝΑ, σελ. 20).
Η ακαθόριστη Σκλώπα, που ενίοτε η αναφορά της τραβά την προσοχή, έχει το ρόλο ενός εξωτερικού παρατηρητή, που μάλλον περιορίζει έμμεσα την ανεμελιά και, ίσως, την ελευθερία, ενώ συχνά παίζει το ρόλο του φόβητρου. Μας θυμίζει τελικά ότι σε καμία περίπτωση δεν είμαστε μόνοι, ακόμα και αν φαινομενικά αυτό συμβαίνει, γιατί, υποθέτω, ότι μάλλον οι πράξεις και οι επιλογές μας μας «βαραίνουν» και μας καθορίζουν σε σχέση με τους άλλους και τον εαυτό μας.
Βασικά μοτίβα έκφρασής του είναι το νερό, το χιόνι, το κρύο, το σκοτάδι και οι σκιές. Λειτουργούν συνήθως μέσω μεταφορών και παρομοιώσεων και διαμέσου των ιδιοτήτων τους (κρύο, λευκότητα, δροσιά κ. τ. λ.).
Το νερό δημιουργεί κάποτε την αίσθηση του βουλιάγματος στην αποτυχία («Τα παραμύθια γέμισαν νερό», ΕΞΑΡΧΕΙΑ, σελ. 11), άλλοτε θλίψης («Χρόνια τώρα στο σκοτάδι περιμένω/ Και τα μάτια μου γεμίσανε νερό», ΤΑΡΑΤΑΤΑΜ ή ΤΟ ΞΟΡΚΙ, σελ. 17), διάβρωσης («Στην τροτέζα που την έλιωσε η βροχή», ΤΑΡΑΤΑΤΑΜ ή ΤΟ ΞΟΡΚΙ, σελ. 17), υλικού μέσα στο οποίο καταβυθισμένα τα όντα προκαλείται η λήθη («Ρίχνω το βλέμμα μου στο χρόνο/ και τ’ όνομά μου στο νερό», ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, σελ. 21)• δημιουργεί ευδοκία και θετικά συναισθήματα («Τρέχει το κρύσταλλο νερό/ Σε χρυσοποίκιλτες μπανιέρες», ΘΗΣΕΙΟ-ΘΩΝ, σελ.23) και γενικά χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Κάποτε δε, έχει παράδοξες ιδιότητες («Πλαστικά νερά και φώτα νέον», ΕΝΣΩΜΑΤΟΣ, σελ. 22).
Το «σκοτάδι» και η «νύχτα» συνεισφέρουν στο τρομώδες κλίμα (π. χ. σελ. 33, 39). Προκαλούν αίσθημα ερημιάς, απομόνωσης και προσέγγισης στο θάνατο (π. χ. σελ. 32, 33, 38). Το «παιδί» φαίνεται να διεισδύει, άξαφνα και στιγμιαία, στην ψυχή τού ποιητή, αναμοχλεύοντας σύντομες μνήμες ή αποσπασματικές εικόνες (π. χ. «Το παιδί που ανάβει το κερί του», ΣΧΕΔΙΟ ΣΕΝΑΡΙΟΥ, σελ. 28, «Νύχτα και δε φάνηκε ακόμα/ Το παιδί που μπαίνει από το φεγγίτη», NOTTURNO, σελ. 37). Σε κάποιο σημείο, αξιοποιώντας την αντίθεση της μικρής ηλικίας και των δυνατοτήτων για ζωή, με το θάνατο, δημιουργεί ανατριχιαστική τραγικότητα, σχεδόν σαν εικόνα ταινίας θρίλερ («Μου γνέφουν δυο νεκρά παιδιά», Η ΕΡΗΜΟΣ, σελ. 39, «Νεκρό παιδί να σιγοκλαίει», Η ΜΑΓΙΣΣΑ, σελ. 40).
Βλέποντας σφαιρικά την ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη, συμπεραίνουμε ότι είναι η ποίηση της ανεκπλήρωτης γνώσης, της ελλειπτικής αλήθειας και των σύντομων εικόνων, διαποτισμένη με θλίψη, καθώς ο άνθρωπός παρουσιάζεται σαστισμένος, αδύναμος και ατελής, σε έναν ανεξιχνίαστο κόσμο, που τον φοβίζει και είναι πολυποίκιλος και «τεράστιος».

1) «μια ποιητική απεικόνιση της ουσίας που προβάλλει το ανείπωτο», όπως λέει η Νένα Κοκκινάκη (Ακροατής οριζόντων/ Γαβριηλίδης 2004/ σελ. 77).
2) «ένα παζλ ομοιογενών συγγενών, αλλά και απολύτως ετερογενών και άσχετων μεταξύ τους θραυσμάτων», όπως λέει ο ίδιος στο οπισθόφυλλο της συλλογής «Μου γνέφουν».

Πρώτη δημοσίευση: Περιδικό "Πάροδος" στα πλαίσια του αφιερώματος στον Ορέστη Αλεξάκη