Η λίστα ιστολογίων μου

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

ΞΕΦΩΤΑ ΧΡΟΝΟΥ/ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΡΟΜΠΟΤΗΣ/ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2001

Βολοδέρνει η αγάπη μας
ανήμπορη
στις μαύρες και στις άσπρες πέτρες.

Αίγινα, Αύγουστός 1978

ανέκφραστα τα πρόσωπα, διστακτικά τα χέρια•
μόνο τα λουλούδια ανοίγουν τα πέταλα
να δεχθούν τη βροχή.

Ποιήματα κυρίως ερωτικά, γραμμένα με «γρήγορες» κοφτές φράσεις που αποδίδουν την αίσθηση της συγκεκριμένης κατάστασης. Η επιθυμία, η ανάμνηση, η νοσταλγία, ο ανολοκλήρωτος ή ατελέσφορος έρωτας, η απώλεια, η απογοήτευση και η φθορά και η οδύνη του χρόνου είναι οι κινητήριοι άξονες του έργου. Η θλίψη είναι διάχυτη, η γλώσσα απλή με εφηβικό πάθος και διάθεση, που τους δίνει ζωντάνια.

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Απ’ το ίδιο ποτήρι/ Μισέλ Φάις/ Καστανιώτης 1999

Με σύγχρονη γραφή

Χρησιμοποιώντας απλούς, καθημερινούς, ενίοτε λαϊκούς, ανθρώπους ως ήρωές του και μια γραφή ρεαλιστική με ύφος νευρώδες, περιπαικτικό και σαρκαστικό, ο Μισέλ Φάις κατασκευάζει μια ζωντανή και εύθυμη συλλογή. Ακόμα και στα τραγικά γεγονότα και στον θάνατο, συνήθως, δίνει μια διασκεδαστική χροιά και καθόλου δεν πληγώνουν, σε ένα έργο που κρατά ευδιάθετο τον αναγνώστη.
Η γραφή του είναι άμεση, μιμείται χαρακτήρες και ιδιώματα, αλλά κάποτε γίνεται και ελλειπτικός. Η ελαφρώς αφαιρετική αυτή οπτική, χρησιμοποιείται ως ρυθμιστικός παράγοντας των συναισθημάτων που γεννά το κείμενο, διαμέσου της τμηματικής αποκαλύψεως, του τονισμού συγκεκριμένων στιγμών, που ενώ συχνά μοιάζουν ανούσιες και, κάποτε, φλύαρες, εντούτοις η εξέλιξή τους, είτε ως σφαιρικότητα, είτε ως προς τη σημασιολογική θέση που αποκτούν στην πλοκή, τις δένει οργανικά με το κείμενο, ενώ άλλες συμπληρώνουν το κλίμα, είτε σταθεροποιούν τη σκιαγράφηση χαρακτήρων και την ψυχολογία τους.
Καμία δικαίωση ή λύτρωση δεν περιμένει στο τέλος των αφηγήσεων, παρά μόνο μια ανακούφιση -μερικές φορές εν είδη εκπλήξεως- από την κατανόηση των καταστάσεων, τη σφαιρική ολοκλήρωση τού νοήματος της ιστορίας και της ψυχολογίας των ηρώων.
Ο ρεαλισμός του είναι απλός, λιτός, κατανοητός και γι’ αυτό αγγίζει, αν και οι χαρακτήρες του μοιάζουν ασυνήθιστοι και, ίσως κάποτε, εξωπραγματικοί, διατηρώντας όμως την πειστικότητά τους, μέσα στο εν γένει πλασματικό μυθιστορηματικό κόσμο, και αυτό γιατί είναι καλοδουλεμένοι. Άλλωστε, ως γνωστόν, συχνά η λογοτεχνική παραγωγή έχει αφηγηθεί τα πιο παράλογα πράγματα με τον πιο αληθοφανή και πειστικό τρόπο. Τμήματα όμως της προσωπικότητάς τους είναι τόσο οικεία, που αναγνωρίζονται μέσα σε πραγματικές καταστάσεις και συμπεριφορές. Συχνά, με χαρακτηριστική συντομία, θίγονται μεγάλα κομμάτια σύγχρονων κοινωνικών συμπεριφορών και καταστάσεων.
Πολλές φορές προσπαθεί να ερεθίσει το νου και να τραβήξει την προσοχή με γεγονότα και φράσεις παράξενων ή εξτρεμιστικών καταστάσεων και ύφους ιδιότυπου και περιπαικτικού, όπως και με τη χρήση ελαφρώς αργκό γλώσσας, που μοιάζει να «χοροπηδά» μεταξύ γεγονότων και περιστατικών, λόγω της ζωντάνιας, χωρίς στρωτή συνεχή ροή, όπως για παράδειγμα στις έντονα πρωτότυπες καταστάσεις του διηγήματος «Χαλιμά, Δυσδαιμόνα, Μπουμπού». Οι αφηγήσεις συμβάντων μοιάζουν αποσπασματικές, σύντομες και ελλειπτικές και είναι πολύ μεγάλο το πλήθος των πληροφοριών που αναφέρονται, με αστραπιαία ταχύτητα, εν είδη βομβαρδισμού. Ξαφνιάζει με τις απρόσμενες μεταφορές και παρομοιώσεις του, αποφεύγοντας έτσι τις κοινοτυπίες. Π. χ. «Καθηγητής ήταν, που μιλούσε σα να έγλειφε μαντολάτο» (σελ. 12), «Σα να γράφεις σε νερό είναι οι κουβέντες μας», σελ. 15. Έντονος είναι και ο σαρκασμός του που αναμιγνύεται με το χιούμορ και με τις μεταφορές.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό είναι η αφήγηση γεγονότων και όχι η περιγραφή συναισθημάτων και κρίσεων. Αυτά είναι τόσο αδρά, καθαρά και γλαφυρά περιγραφόμενα, που δημιουργούν δευτερογενώς τα συναισθήματα.
Η γλώσσα του είναι άμεση, καθημερινή, νευρώδης και προσπαθεί να «ερεθίσει» την προσοχή. Το βάρος δεν δίνεται στο μανιερισμό, αλλά στο ουσιώδες νόημα, ενώ οιαδήποτε τεχνική λειτουργεί μόνο ως εργαλείο. Οι προτάσεις του επί το πλείστον είναι μικρές και κοφτές, εμφατικές ως προς το περιεχόμενο, χωρίς να μπερδεύουν τον αναγνώστη. Σέβεται τον διαβάζοντα και γι’ αυτό τον κερδίζει.
Το χιούμορ του είναι αφοπλιστικό και πηγαίο και κυμαίνεται από ξεκαρδιστικό ως ευφυές και λεπτό. Συνήθως στην αρχή των διηγημάτων αφήνει τον πρωταγωνιστή να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο και αυτό δίνει μια νότα ζωντάνιας και ευθύτητας, ενώ στη συνέχεια, ξετυλίγει την υπόθεση με ευθύ τρόπο, χωρίς περιττές φιοριτούρες, αλλά με πληθώρα καταιγιστικών γεγονότων και αφηγήσεων, που στόχο έχουν να «δέσουν» την υπόθεση, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο. Τα συμπεράσματα και οι επεξηγήσεις αφήνονται στον αναγνώστη, ακόμα και όταν αποτελούν τραγικά συμβάντα, κάτι που συμβαίνει συχνά, π. χ. «Τίποτα. Την Τετάρτη φέρανε κλειδαρά. Μπήκανε μέσα με το γιατρό και το γιο του. Ο γιος του έβαλε τις φωνές. Του είπε διάφορα. Πως τον είχε κουράσει, πως πρέπει να σταματήσει τα πείσματα και να συνεργαστεί, πως μια ζωή έκανε τα ίδια. Ε, τι να κάνει ο άλλος, σκεπάστηκε με το σεντόνι και ξεψύχησε». (σελ. 106, τέλος κεφαλαίου!).
Ξεκινώντας τα διηγήματα επιδιώκεται το αιφνίδιο ξάφνιασμα, αλλά και γενικότερα χρησιμοποιείται η μέθοδος της έκπληξης μέσα από την πρωτοτυπία, την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, τους μονολόγους, τις λαϊκές και αργκό εκφράσεις, τις εκκεντρικές μεταφορές και με άλλους τρόπους. Το ασυνήθιστο παρουσιάζεται και στους τίτλους, με τρόπο αόριστο, που περιμένει διευκρινήσεις εντός του έργου και συνήθως στο τέλος. Επίσης αναπάντεχη είναι και η χρήση εμβριθών συλλογισμών και κάποτε λόγιων λέξεων ανακατεμένων με λαϊκές εκφράσεις κωμικού και περιπαικτικού ύφους ή απλών εξιστορήσεων. Π. χ. «Ο ίδιος μάλιστα διατείνονταν πως ήταν ο πρώτος που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο σε ταινία που συνδύαζε σεξ και καράτε. Για όποιον, πάντως, άπλωνε το κουλό του σαν άπιστος Θωμάς, ο Βάκης διέθετε τους δικούς του τύπους των ήλων.» σελ. 48. Όλο αυτό το λεκτικό και νοηματικό ανακάτωμα ασκεί γοητεία και αποτελεί μια αυθεντική σύγχρονη γραφή.
«Στο Βζζζτ, βζζζτ, βζζζτ», παρακολουθούμε υποθετικά πώς ένας πεθαμένος αντικρίζει τον κόσμο. Βασικά το θέμα της ιστορίας λειτουργεί ως πρόφαση για την κατασκευή ενός νευρώδους, δροσερού, υπαρξιακού κειμένου, που ενώ γλωσσολογικά και νοηματικά θα φάνταζε απλό, εντούτοις είναι βαθυστόχαστο, ουσιώδες και κυρίως πρωτότυπα διασκεδαστικό -αυτό εκκινεί και το αναγνωστικό αισθητήριο και την περιέργεια.
Στο «κτλ» προβάλλεται μια ακατάσχετη φλυαρία ενός λαϊκού τύπου. Επιδιώκεται συνεχώς η πρωτοτυπία, το ξάφνιασμα, ενώ το «μη διακόπτετε» που παρεμβάλλεται συνέχεια, συνδέει την αφήγηση με την αμηχανία και την ανία του αναγνώστη, επιδιώκοντας την άμεση σύνδεση με αυτόν, ενώ θετικό στοιχείο είναι η σταδιακή αποκάλυψη της τρέλας του αφηγητή, που στην αρχή απλώς την υποψιαζόμαστε, όσο και τις πράξεις του.
Στο «Απ’ το ίδιο ποτήρι» παρατηρούμε:
Α) Περιγραφική ψυχολογία μέσα από αμήχανες ή τυπικοφανείς κινήσεις.
Β) Πάλι έχουμε κεντρικό θέμα τον θάνατο, αλλά για αυτούς που μένουν και όχι σαν άρνηση απέναντι στη ζωή, όπως στο «κτλ», ούτε σαν υποθετικά βιωμένη κατάσταση όπως στο «βζζζτ, βζζζτ, βζζζτ».
Γ) Επίσης είναι περισσότερο τεχνοτροπικός ως προς τη δομή των προτάσεων και τη χρήση των λέξεων σε σχέση μα τα δυο προηγούμενα, χωρίς όμως να χάνει τον αυθορμητισμό του.
Βαθιά συγκινητικό, εμφατικό ως προς την απόδοση συναισθημάτων, καθώς τα συμβάντα περιφέρονται γύρω από το κεντρικό θέμα και ειδικά στο τέλος γύρω από το ποτήρι που ήπιε ο νέος πριν αυτοκτονήσει, επιδιώκοντας τον τονισμό του συναισθήματος της απώλειας και της θλίψης της μάνας.
Στο «τέσσερις ώμοι για τον Σάκη», μικρές αποσπασματικές αφηγήσεις που καταλήγουν στην αναφορά του κεντρικού συμβάντος της δολοφονίας του Σάκη από τη γυναίκα του, αφήνοντας έντεχνα κενό στην τελική έκβαση του συμβάντος, που εικάζεται και σταδιακά αποκαλύπτεται, γεγονός που επανατροφοδοτεί διαρκώς την αναγνωστική περιέργεια, κατευθύνοντας τον μύθο.
Η μετανάστευση και ο έρωτας ως ευγενικό αίσθημα θίγονται στο «Άνω και κάτω άκρα». Μέσα στην καματερή πεζή ζωή της μετανάστριας Άννας ο έρωτας, ακόμα και ως ανικανοποίητο συναίσθημα, φαντάζει ως μια τρυφερή και μελαγχολική νότα διεξόδου.
Στο «Από Τυρινή Δεκαπενταύγουστος», μια σειρά από αφηγήσεις γεγονότων οδηγούν στην απελπισία τον ήρωα. Διήγημα κλίματος.
Στο «Στέλιο, είσαι λάθος» υποθάλπει μια παράλληλη υπαρξιακή απόρριψη των ζωών πατέρα και γιου, που μοιάζουν αντίθετα διαφορετικές. Ένας ζει με το παρόν και ένας με το παρελθόν. Και οι δύο όμως συμπεριφορές είναι αντιφατικές. Ο γιος εξιλεώνεται και ξεδίνει με τις ενέργειές του, ενώ ο πατέρας στηρίζεται στη μνήμη του. Το καταληκτήριο λάθος τηλεφώνημα με τη φράση «Στέλιο είσαι λάθος» μας θέτει επί των τύπων ήλων. Συγκαλυμμένα υπαινικτικό. Ίσως δεν αναπτύσσει επαρκώς τους δυο χαρακτήρες, που μοιάζουν σχηματικοί.
Στο «Χειλάκι πετροκέρασο και μάγουλο βερίκοκο» η υποχόνδρια συμπεριφορά και η προετοιμασία και η εμμονή στην ατομική τελειότητα, οδηγεί στη διαστροφή, την απομόνωση και στην απώλεια της αυθεντικής απόλαυσης -που είναι μια απόλαυση εν αναμονή. Αυτή όμως η μεγάλη αναφορά στις γαστρονομικές, συγγραφικές και πάσης φύσεως ενέργειες της Γεωργίας δρα περισπαστικά σε σχέση με την κυρίως υπόθεση και χαλαρώνει την αφήγηση, αν και βρίθει από εφευρετικότητα και κοινωνικές, ιστορικές και γενικότερα πολυδιάστατες γνώσεις, που εκφράζονται λιτά και ουσιαστικά, χωρίς σοφολογιότητες. Αλλά το εντυπωσιακό είναι ότι το παραδέχεται με μορφή αυτοσαρκασμού ο συγγραφέας, «Αρκετά όμως φλυαρήσαμε. Ας μη σώσουμε το φιτίλι της υπομονής του αναγνώστη, ας μην κάψουμε τελείως το λαδάκι της αφηγηματικής οικονομίας» (σελ. 140). Τελικά ο χαρακτήρας του ήρωα είναι αυτός που «δένει» με επιτυχία την ιστορία, που αλλιώς θα έμοιαζε ετερόκλητη.
Στο «Θεία Κλάρα η ξεκαρδισμένη», παρατηρούμε πικάντικες ιστορίες με χιούμορ, αλλά και άψογο μοντέρνο λεξιλόγιο, που μετατρέπονται σε τέχνη, μέσα από κραυγαλέες λεκτικές αντιθέσεις, που κυμαίνονται από την τολμηρή ωμότητα και ρεαλιστικότητα, ως τη λογιότητα.
Στο «Θαμμένη (ζωντανή) ιστορία», ο νοητικός συλλογισμός, με μια αφήγηση χωρίς διαλόγους και με μεγάλες σύνθετες προτάσεις, που ψυχογραφεί πετυχημένα τη σχέση πατέρα-γιου, καταλήγει σε έναν «συλλογιστικό λαβύρινθο», που ασκεί γοητεία, αλλά χρειάζεται και προσήλωση από τη μεριά του αναγνώστη. Εδώ η γλώσσα είναι πιο φορμαρισμένη και μειώνονται οι ζωντανές καθημερινές εκφράσεις που ζωντανεύουν τα προηγούμενα κείμενα. Εξακολουθεί βέβαια να διαθέτει πρωτότυπες μεταφορές, που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον (π. χ. σελ. 179). Χαρακτηριστική είναι η εξονυχιστική ανάλυση των συναισθημάτων των ηρώων του, καθώς ακόμα και η αναφορά συμβάντων αποσκοπεί στην εμπέδωση αυτών και παρουσιάζει κυρίως ψυχολογική και σφαιρική συνάφεια και πολύ λιγότερο δραματουργική. Συχνές είναι και οι αιτιολογήσεις και οι επεξηγήσεις, άμεσες ή έμμεσες, των ψυχικών καταστάσεων, στεριώνοντας τη δομή και τους χαρακτήρες, αλλά χάνοντας σε ζωντάνια και διατηρώντας τη δική του λογοτεχνική αξία. Αλλά μερικές φορές αιφνιδιάζει ευρηματικά με φαινομενικά άσχετες φράσεις που δροσίζουν το κείμενο (π. χ. σελ. 186 «Με αυτό το χέρι...»).
Στο «Μετά τις τελευταίες λέξεις» παρουσιάζεται ο έξω από τα δόντια νευρωτικός και νευρικός διάλογος μιας άνυδρης συζυγικής σχέσης.
Και τέλος στο «Εμποδισμένη ζωή» παρατηρούμε εύγλωττες σκηνές καθημερινού πάθους και τρέλας, είτε εκκεντρικού ύφους, είτε προβαλλόμενου με εκκεντρικό τρόπο. Πολλές από αυτές προκύπτουν από συνειρμούς ή φανταστικές επιθυμίες.
Καταληκτικά θα ήθελα να αναφέρω ότι κατά την ταπεινή μου γνώμη το πιο δυνατό σημείο του βιβλίου του Μισέλ Φάις είναι η ζωντάνιά του και το νεύρο του, κάτι που εκτιμώ στη λογοτεχνία, μια και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλα κρίνονται με μέτρο τον άνθρωπο και στην προκειμένη περίπτωση τον αναγνώστη.