Η λίστα ιστολογίων μου

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΑ ΠΕΖΟΓΑΡΦΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΕΣΚΟΥ Η καθημερινότητα μιας ολόκληρης εποχής μέσα από προσωπικά βιώματα.

    Τα πεζά του Μάρκου Μέσκου, διαμέσου της μνήμης και της ανάμνησης, βρίθουν από πραγματολογικά και γενικότερα στοιχεία της εποχής λίγο πριν την κατοχή, την κατοχή, τα εμφυλιακά και τα αμέσως μετέπειτα χρόνια. Τέσσερα είναι αυτά τα βιβλία: Παιχνίδια στον παράδεισο/ 1978/ ιδιωτική έκδοση, 1998/ Νεφέλη, Κομμένη γλώσσα/ 1979/ Έρασμος, Μουχαρέμ/ 1999/ Νεφέλη, Νερό καρκάγια/ 2005/ Ίκαρος. Στο πρώτο και στο τέταρτο υπάρχει ελάχιστη ή καθόλου πλοκή, κάτι που μας θυμίζει τεχνικά αρκετά τη γραφή του επίσης Θεσσαλονικιού Γιώργου Ιωάννου, ενώ θεματολογικά τη θυμίζουν και τα τέσσερα βιβλία, όσον αφορά την χρονική  περίοδο, την πόλη της Θεσσαλονίκης και την περιγραφή της καθημερινής ζωής. Μην ξεχνάμε ότι και εκείνος όριζε τα έργα του ως πεζογραφήματα, κάτι που κάνει και ο Μέσκος στο οπισθόφυλλο του Παιχνίδια στον παράδεισο (1998) και στο Νερό καρκάγια. Το Κομμένη γλώσσα το χαρακτηρίζει ονόματα και ιστορίες, ενώ στο Μουχαρέμ δεν δίνεται κανένας χαρακτηρισμός, ίσως γιατί σε αυτά τα δυο παρεκκλίνει έχοντας και διηγηματικά στοιχεία. Αυτή η άτυπη κατηγορία –ας την πούμε έτσι- μας απομακρύνει από τεχνικές όπως η υποχρεωτικά δομημένη υπόθεση, διλλήματα, χαρακτήρες, δράση, ίσως διαλόγους και τελική ανατροπή, οι οποίες συνήθως συναντιούνται στο διήγημα, ακόμα και αν κάποτε παραβιάζονται.
   Ας περάσουμε στα επί μέρους βιβλία:
Παιχνίδια στον παράδεισο
   Η παιδική ηλικία στην περίοδο 1935-1945, με το πλήθος των αυτοσχέδιων παιχνιδιών, που τους υποβάλλει το περιβάλλον και οι συνθήκες, την ανεμελιά, την παιδικότητα και την «απομάκρυνση» από τα απαίσια της εποχής. Απλά υλικά, πολλά για πέταμα, από τον κόσμο των μεγάλων, χρησιμοποιούνταν από τα παιδιά, φέρνοντάς μας στο νου αντιθετικά τη σημερινή επάρκεια με τα μεγάλα παιχνιδομάγαζα, τα συνεχή δώρα και τον βομβαρδισμό από τη διαφήμιση, που περιορίζουν τη δημιουργική φαντασία, μετασχηματίζοντάς την συχνά σε πιο αφηρημένη, εξωπραγματική και παθητική. Βέβαια τα εν λόγω δεν θίγονται, μια και ο συγγραφέας σαφώς δεν επιδιώκει να διδάξει, εντούτοις έρχονται αυθόρμητα και συνεκδοχικά στο νου μας.
  Άχρηστα πράγματα, κότσια, λάστιχα, μα και ζωντανά, περιστέρια και κατοικίδια, όλα χρησιμοποιούνται από τους μικρούς του χωριού της παιδικής ηλικίας του λογοτέχνη, κάπου στην Έδεσσα, μια και ο κόσμος είναι γι’ αυτά παιχνίδι, συχνά προπαρασκευαστικό για τον μετέπειτα ρόλο τους στον κόσμο, αλλά αθώο, ειλικρινές και διασκεδαστικό. Όπως μας πληροφορούν οι ψυχολόγοι τέτοια είναι οι κούκλες-μωρά και η φροντίδα τους για τα κορίτσια ή ίσως τα στρατιωτάκια και οι κατασκευές για τα αγόρια. Αλλά η πρόθεσή τους είναι καθαρά η διασκέδαση κάτω από τους κανόνες και τις συμβάσεις ενός παιχνιδιού και την άμιλλα, καθοριστικά στοιχεία στην κοινωνικοποίηση και στην ένταξή τους στην ομάδα και επίσης προπαρασκευαστικά για τη μετέπειτα συμβίωση. Έτσι υπάρχουν νικητής, ηττημένος, ποινή, απώλεια ιδιοκτησίας, χαρά, λύπη και ενθουσιασμός.
   Ο σκοπός του βιβλίου είναι και να διασώσει μια σειρά παιχνιδιών μιας εποχής, μαζί με την ορολογία και τη γλώσσα τους και βασικά να «αφηγηθεί ηδονικά». Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι συχνά οι περιγραφές του να γίνονται δαιδαλώδεις και αναλυτικές. Έτσι βλέπουμε στοιχεία για τα αυτοσχέδια παιχνίδια της συγκεκριμένης περιόδου και όχι μόνο. Το βιβλίο μοιάζει ως μια μελέτη γραμμένη σε ελεύθερη αφηγηματική τεχνική, με βιωματικά στοιχεία του συγγραφέα και με το ανάλαφρο ύφος της πεζογραφίας.
   Τα παιδιά μέσα στην εποχή τους μιμούνται στα παιχνίδια τους τους μεγάλους, όπως στις εκρήξεις του κατοχικού καρναμπίτ ή στα κράτη, που είναι αντίκτυπα του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Οι ψυχολόγοι μας πληροφορούν ότι αυτά δρουν έμμεσα ως εκτόνωση της συσσωρευμένης έντασης της πραγματικότητας[1]. Αλλά, «Μετά τις έξι alles kaput, όλοι στα σπίτια. Η νύχτα κινδυνεύει από πολύ σοβαρά παιχνίδια. Κι από το καρναμπίτ ακόμα» (σελ. 81).
   Αξιοσημείωτο είναι το ιδιαίτερο ιδιόλεκτο των παιχνιδιών της εποχής, με σαφείς τόσο τοπικές όσο και τούρκικες επιρροές. Ως γνωστόν, μετά τη μικρασιατική καταστροφή πολλές περιοχές της Μακεδονίας κατακλύστηκαν από πρόσφυγες που κουβαλούσαν την αντίστοιχη κουλτούρα και τη γλώσσα τους, που περιείχε και τούρκικες ή με τούρκικη ρίζα λέξεις. Αλλά και στην περιοχή πριν το 1922 κατοικούσαν αρκετοί Τούρκοι που άφησαν το στίγμα τους. Σταδιακά ο χρόνος διαμόρφωσε τη σημερινή καθομιλουμένη ομοιομορφία. Ο συγγραφέας διασώζει αρκετές ενδιαφέρουσες λέξεις της εποχή του βιβλίου.
   Τελικά η αναγνωστική περιέργεια εδρεύει στην γνωσιολογική περιέργεια και στον αφουγκρασμό της ιδιαιτερότητας και του κλίματος μιας άλλης εποχής και της ανεμελιάς, της αθωότητας και του τρόπου έκφρασης των παιδιών. Το βιβλίο είναι τοποθετημένο χρονικά, τοπικά, θεματολογικά και υφολογικά.



Κομμένη γλώσσα
   Ο πόλεμος ως βίωμα και τα συμπαρομαρτούντα του είναι τα βασικά θέματα του βιβλίου, ενώ στα υπόλοιπα πεζογραφήματά του μετατρέπονται περισσότερο ως φόντο και επηρεάζουν πιο έμμεσα.
   Οι άνθρωποι είναι μέσα στη δίνη των γεγονότων, συχνά έρμαιά τους. Συμμετέχουν, υποφέρουν, αλλά βρίσκουν και χαραμάδες ευτυχίας, μια και η ζωή ρέει, προχωρά, ζητά διεξόδους, ελπίδα και αγάπη.
   Γλυκόπικρη τοιχογραφία θα χαρακτήριζα το βιβλίο. Πικρή λόγω των συνθηκών του πολέμου και του εμφύλιου και γλυκιά εξαιτίας της ανθρώπινης θαλπωρής και συχνά της παιδικότητας των ψυχών. Ξενιτιά, γονική αγάπη και πόνος, θάνατοι, νοσταλγία, φιλία και όλα τα ανθρώπινα με ευθυτενή λυρικότητα χωρίς παραμορφωτικές εξάρσεις.
   Χαρακτηριστικό αυτού του ύφους είναι το απόσπασμα: « Η νύχτα που έγινε το μακελειό έφτασε, όπως τόσες άλλες. Μια κίνηση χάδι από τις καστανιές της άσπρης πέτρας προς την μαύρη απέναντι –αυτή και η πληροφορία: Από ’δω θα περνούσαν οι Πράσινοι, προς τα ’κει θα πήγαιναν» (σελ.40).
   Στο βιβλίο δεσπόζουν η πολύ καλή απόδοση με καθημερινούς όρους της ζωής στην κατοχική και εμφυλιακή επαρχία, ο σχηματισμός του αντάρτικου και η ψυχολογία του πολέμου.     
Μουχαρέμ
   Το Μουχαρέμ έχει έναν αέρα Ανατολής στο χώρο της Θεσσαλονίκης που αναμιγνύεται με τις συνθήκες της πόλεως, την αδυσώπητη μοναξιά και αλλοτρίωση.
   Ο τρόπος που είναι γραμμένα τα πεζά του είναι ο εξής: Διαλέγει ένα θέμα. Περιγράφει μια σειρά προσώπων και ενεργειών ή του περιβάλλοντος χώρου. Η περιγραφή είναι λιτή και περιεκτική[2], με πολύ συγκεκριμένη ρεαλιστική γραφή και οι μεταφορές του ακόμα είναι σαφέστατες, χωρίς περιθώρια, ενώ συχνά τα τμήματά της συνδέονται χαλαρά ή σχεδόν καθόλου μεταξύ τους, αλλά διατηρείται έστω και έμμεσα εντός θέματος. Εκεί ως φυσιολογική απόρροια παρεμβάλλονται και μια σειρά στοιχείων της εποχής, όπως η μετανάστευση, ο εμφύλιος, ο ερχομός των Μικρασιατών στη Θεσσαλονίκη, η αποξένωση, οι πολιτικές διώξεις και άλλα. Τελικά αφού ολοκληρώσει τη «σφαίρα» του θέματος καταλήγει σε ένα συμπέρασμα που δίνεται συνήθως στην τελευταία παράγραφο και κάποτε παίρνει αποφθεγματική μορφή. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι τα αφηγήματα είναι σαφώς σχηματοποιημένα και δομημένα παρόλη τη θεματική και νοηματική τους χαλαρότητα. 
   Οι άνθρωποι διασχίζουν τις εποχές, αλλά και οι εποχές διασχίζουν και διακατέχουν τους ανθρώπους, καθορίζοντας τις ζωές τους, μια και είναι συνυφασμένοι με αυτές. Παλεύουν να ζήσουν, να διατηρηθούν και να ευτυχήσουν ανάμεσα στα γεγονότα, που συχνά είναι θυελλώδη και συνταρακτικά. Το βιβλίο μοιάζει ως εξιστόρηση της ζωής των κοινών ανθρώπων μέσα στην εποχή τους. Απλή καθημερινή διαβίωση, ολιγαρκής και μινιμαλιστική. Ειδικά στο ομώνυμο διήγημα «Μουχαρέμ», που η αφήγηση είναι εκτεταμένη και ξεκινά από το 19ο αιώνα και φτάνει ως τα μέσα του 20ου, η τακτική αυτή είναι εμφανής.
   Τα κείμενα του βιβλίου αυτού προσομοιάζουν περισσότερο από το Νερό καρκάγια και τα Παιχνίδια στον παράδεισο με διηγήματα γιατί παρουσιάζουν στοιχεία όπως: Τα διλλήματα (π.χ. στο «Φανάρι» η σύγκρουση  της πίστης στον Αλλάχ και της ομορφιάς της θάλασσας, που προκαλούσε την Τουρκάλα να κολυμπήσει παρακάμπτοντας τις σεμνοτυφίες), της αγωνίας και του σταδιακού ξετυλίγματος της ιστορίας και τις γνώσεις της αλήθειας, όπως συμβαίνει στον «Κόκορα» σε σχέση με τον παράξενο γείτονα και το ξυπνητήρι του, ενώ αλλού στο «Επισκέψεις» έχουμε το σταδιακό σχηματισμό του έμμεσου συμπεράσματος. Το αποτέλεσμα είναι να διαβάζονται ευχάριστα. 
Νερό καρκάγια
   Αν μπορούσαμε απλουστευτικά και αρκετά αυθαίρετα να χωρίσουμε την πεζογραφία σε αυτή που γράφεται λαμβάνοντας υπ’ όψη τον αναγνώστη και σε εκείνη που είναι έκφραση του συγγραφέα, χωρίς φυσικά να αγνοήσουμε και τις ενδιάμεσες καταστάσεις, το βιβλίο αυτό, περισσότερο από τα άλλα πεζά του Μέσκου, θα έκλινε προς τη δεύτερη περίπτωση. Αυτό καταφανώς συμβαίνει γιατί υπάρχει άμεση επιρροή από την ποιητική ιδιότητά του, μια και η ποίηση είναι η συναισθηματική έκφραση του εγώ. Το γεγονός αυτό φυσικά δεν αποκλείει και την αναγνωστική απόλαυση, απλώς φανερώνει μια πρόθεση που έχει άμεσα και απτά αποτελέσματα στη μορφή και στο περιεχόμενο. Έτσι παρατηρούμε χαλαρότητα πλοκής, παράθεση πολλών ονομάτων, αφήγηση πλήθους συμπεριφορών προσώπων ακόμα και ετερόκλιτων ή χωρίς επαρκείς εξηγήσεις -αν και με σαφήνεια- και στον αντίποδα μια ηδονική ενατένηση των όντων και μια ροπή στην ποιητική λιτότητα εξιστόρησης και περιγραφής, ενώ παρά ταύτα ο μεταφορικός λόγος είναι συγκρατημένος και δε φτάνει σε υπερβολές και τα αφηγήματα είναι «δεμένα» στον ρεαλισμό.
   Ο Μάρκος Μέσκος γράφει για να θυμηθεί και ίσως να μην ξεχάσει. Το βιβλίο του βρίθει από ονόματα και τοπωνύμια, που θα έλεγε κανείς ότι προσφέρουν ελάχιστα στην αναγνωστική απόλαυση, ειδικά όταν παίρνουν μορφή λίστας (π.χ. σελ. 30, σελ. 33) και γράφονται καθαρά με άξονα τον συγγραφέα, όπως δηλαδή συμβαίνει σχεδόν πάντα στην ποίηση. Αυτό που προσφέρουν στο κείμενο, όταν δεν φτάνουν στα όρια υπερβολής, είναι έναν αέρα οικειότητας και καθημερινής ζεστασιάς και κατά αυτή την έννοια έχουν σαφή ρόλο ύπαρξης.
   Είναι όμως και γεμάτο συμβάντα, που συχνά μικρά-μικρά σαν ψηφίδες στοιχειοθετούν το αφήγημα (π.χ. «Ο σταθμός» σελ. 33), ενώ άλλοτε περιφέρονται γύρω από ένα κεντρικό θέμα (π.χ. «Στον μπαξέ του Αλιώτη», «Ο σκύλος τροχονόμος»).
   Τα συνταρακτικά γεγονότα της εποχής στην οποία εκτυλίσσονται αποτελούν παράπλευρα στοιχεία, επιγραμματικά αναφερόμενα, καθώς οι εστιάσεις είναι στην καθημερινή ζωή και στα μικροσυμβάντα της. Έτσι είναι έμμεσα καθοριστικά. Οι άνθρωποι περισσότερο μοιάζουν αδύναμοι μπρος σε αυτές τις καταστάσεις και περιστάσεις.
   Τα κείμενα διασχίζουν ζωές με εκπληκτική ταχύτητα, σχεδόν επιγραμματικά θα λέγαμε, και το αποτέλεσμα προκύπτει από τη συνολική εικόνα των σκιαγραφούμενων ανθρώπων μέσα στο χρόνο. Συνήθως ο χρόνος τρέχει και τα γεγονότα είναι σε fast motion. Μοιάζουν με γραμμές σκίτσων ιστοριών που ολοκληρωμένα έχουν καλλιτεχνική όψη. Η συνειρμική επαναφορά στη μνήμη είναι ο μίτος που οδηγεί την αφήγηση. 
Επίλογος
   Δυο κυρίως στοιχεία αναμιγνύονται στις αφηγήσεις του Μάρκου Μέσκου. Το προσωπικό ή βιωματικό, που υπερισχύει σαφώς και είναι ο κεντρικός άξονας, και το επικαιρικό που βρίσκεται πανταχού παρόν ως φόντο. Τα άτομα που περιγράφονται είναι οι αφανείς ήρωες της καθημερινής ζωής, απλοί και αποτραβηγμένοι ή απλώς αποφορτισμένοι –μέσα στην αφήγηση- από ιδεολογίες και ηρωικά στοιχεία, μικρού ή μεγάλου βεληνεκούς. Υπάρχουν, περιγράφονται και η δράση τους περιορίζεται στα «μικρά» και «καθημερινά». Χαρακτηριστική εξαίρεση αποτελεί ο «Πρακτικός γιατρός» στο Νερό καρκάγια που περιθάλπει αντάρτες εκκινούμενος από τη συμπόνια. Ένα πεζό για το πώς η ανθρωπιά υπερισχύει στις σκοπιμότητες και στο περιβάλλον.
   Λέει πολλά, με μεγάλη ταχύτητα και αναφέρει εξίσου πολλά πρόσωπα και τοπωνύμια μεταφέροντας την αύρα της εποχής, αφήνοντας σε μας τις γενικεύσεις που σαφώς ενυπάρχουν.
   Παντού είναι παρούσα η Μακεδονική επαρχία και η Θεσσαλονίκη και τα βιβλία μπορούν να χαρακτηριστούν ως ντοκιμαντέρ της ζωής μιας ολόκληρης εποχής, τόσο περιγραφικά όσο και βιωματικά. Αυτό είναι και το κεντρικό ακούσιο ή εκούσιο εγχείρημά του.

                                                              Γρηγόρης Τεχλεμετζής



Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Εμβόλιμον", τεύχος 67-68, Χειμώνας 2012- Άνοιξη 2013, στα πλαίσια του αφιερώματος στον Μάρκο Μέσκο.


[1] Χαρακτηριστικά αναφέρει ο Daniel Coleman στη Συναισθηματική νοημοσύνη (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα) για το παιχνίδι που παρατηρήθηκε σε σχολείο της Αμερικής, που τα παιδιά που ήταν αυτόπτες μάρτυρες, αναπαριστούσαν την εισβολή και το μακελειό του παρανοϊκού που σκότωσε πλήθος κόσμου στο σχολείο τους και το πώς δρούσε αυτό καθησυχαστικά!
[2] Μπορούμε να πούμε ότι η «δωρική λιτότητα» που παρατήρησε και η κυρία Λαδογιάννη στην ποίησή του διατηρείται και εδώ (περιοδικό Πάροδος τεύχος 28).