Η λίστα ιστολογίων μου

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

ΚΩΣΤΑΣ ΛΙΝΝΟΣ (ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΣΤΕΛΝΟΥΝ)

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠ’ ΤΟ ΦΑΡΟ

_

Λευκά μανίκια να τσαλαβουτούν στο πλυσταριό. Αντί για

πρόσωπο, γλυκάνισο και μαστίχα με πεύκου φωτοσκιάσματα.

Τιτιβίσματα καμπαναριών, κελάρυσμα σκοταδιού απ΄ τους γύρω

λόφους. Τα νυχτοπούλια στις μουριές προφητεύουν τους

ερχομούς. Σβήνουν τα κεριά στα προσκυνητάρια. Πυρκαγιά

κελαηδισμάτων, φλοκάτες λειβαδιών. Ευγενής που χείλη

σκεφτικά τον μύησαν στην αυτοκρατορία τού ήλιου. Κάτω απ’ τα

στεγάδια, τα ζωγραφιστά τα νεροπότηρα¨ κι οι κεραμοσκεπές

αραξοβόλια των ανέμων. Βγάζαμε το μέλι απ’ τα κιούπια με τα

χέρια μας. Την άλλη μέρα έπεσε το θανατικό. Φυλλωσιές του

φωτός πάνω στα κύματα. Κιμωλίες αρώματα μπαλκόνια με

κόκκινα τούβλα, να ξεχειλίζουν οι βουκαμβίλιες, να ξεχειλίζουν

οι ρεματιές, ποιος περίμενε τόσο αίμα, κι όμως ανεβαίναμε.

Φουρνάρισσα θαλασσινή με τη ζωντάνια της γαλοπούλας στο

τράνταγμα του στήθους σου και τα χοντροκομμένα πόδια που

μόνο δουλειά ξέραν, μου έγνεψες, πεντακάθαρος μουσαμάς για

αίσθημα, μα δεν είδα. Πνοές απ’ τις βελανιδιές κι ελάφια τής

μαντοσύνης είναι συντροφιά μου. Σκάλες που δεν καταλήγουν

πουθενά, κοχύλια έκπληκτα όποιο ρήμα και αν ανασηκώσεις.

Πού να διπλώνεις την ψυχή σου σ’ ένα μπαούλο και να

γίνεσαι η ναφθαλίνη της. Πάντα ταξίδευα με καράβια κεντημένα

σε κουρτίνες γι’ αυτό δεν βούλιαζα. Τα χρόνια εκείνα ο θάνατος

ήταν δύσκολος. Υπήρχαν όμως χάρτες που δείχνανε και τα

πουκάμισα τ’ απλωμένα να φουσκώνει ο λεβάντες και τ’

ανεμόδαρτα καλάμια στα χειμωνιάτικα περιγιάλια. Φράχτες τα

περιβόλια δεν είχανε. Και δεν ήταν αυτό κακία μήτε καλοσύνη.

Ήταν το ζύγι τής απεραντοσύνης στα χέρια των μαστόρων.

Τα τριανταφυλλένια μάγουλα, χαρά, το ποδήλατο σπασμένο στην

αυλή, δέκα χρόνια νεκρό το κορίτσι. Στο αρχονταρίκι

χειραψίες, συμβόλαια για μακρινές θάλασσες. Κι από κάτω η

κυρά, με το μαγαζί υποδημάτων, αγνάντευε το πέλαγος και

άκουγε τα λόγια των αντρών: κουδουνίσματα ποδηλάτων.

_

ΚΩΣΤΑΣ ΛΙΝΝΟΣ/ «ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ Β΄»/ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

_

ΕΝ ΥΠΝΩΣΗ

_

Αλλ’ υπήρξα σύννεφο, μάρτυς μου ο ουρανός

Και το πεπρωμένο μου τ’ ονόμασα από μακριά

Γι’ αυτό θα πρέπει να γεννιέμαι σα λέξη

Και να πεθαίνω σιωπηλός στην κάθοδο των σπόρων.

Η ανθοφορία θα συντελείται

Κι ας καταργούνται οι κηπουροί με διατάγματα

Αν όχι, τότε θα εκτελώ χρέη άνθους

Ειδάλλως οι μέλισσες θα πεινάσουν

Και οι σφραγίδες μας θα χτυπάνε με δανεικό μελάνι.

Αν είναι όμως η μέρα μέρα, κι η νύχτα νύχτα

Ας είμαι εγώ το ημίφως που τα χωρίζει

Λανθασμένα. Κατά τ’ άλλα ορθώς

Δεν ονομάζομαι δεν ονομάζω παρά μόνο ζω

Αφού ξένα γύρω μας τα υπαρκτά

Και μάλλον περισσεύουμε.

Ίσως τα όνειρα τόσων ύμνων να ’ναι οι κενές θέσεις

Του σκοταδιού που εμείς θα γεμίσουμε

Δηλαδή υπάρχει χώρος; Μας ονειρεύεται κάτι;

Ή πορευόμαστε μέσα στο θέρος πλαστογραφώντας τον ήλιο;

Τ’ αγάλματα που ’ναι όλα τους κάλπικα¨

Οι οφθαλμοί δεν ξέρουν.

Είναι ωραία τα μαλλιά καθώς σπιθίζουν μέσα στις πορτοκαλιές

Αλλ’ είναι άλλου κόσμου κλοπιμαία.

_

ΚΩΣΤΑΣ ΛΙΝΝΟΣ/ «ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ Β΄»/ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

_

Η ταπεινή μου γνώμη: Ποίηση με υπερρεαλιστικά στοιχεία, πολύ ωραίες και εντυπωσιακές εικόνες και «δυνατά» και «δεμένα» εκφραστικά μέσα, στην οποία συχνά διακρίνεται μια ένταση.

Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου