Η λίστα ιστολογίων μου

Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2009

"ΑΝΟΧΗ" ΚΑΙ "ΟΙΚΤΟΣ" ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΣΤΗ ΜΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ

ΓΙΑΤΙ Η ΜΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΚΑΤΑΚΤΑ ΤΗΝ «ΑΝΟΧΗ» ΚΑΙ

ΤΟΝ «ΟΙΚΤΟ» ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ;

Εάν η Μήδεια δικαζόταν σε σημερινό δικαστήριο για τις πράξεις της, σίγουρα η απόφαση θα ήταν καταπέλτης και δε θα γλύτωνε τη βαρύτερη των ποινών, γιατί ούτε πρότερο έντιμο βίο είχε, η πράξη της ήταν προμελετημένη και αποτρόπαια, ενώ η ίδια παραμένει ως το τέλος αμετανόητη, και η πίκρα του πληγωμένου έρωτά της θα ήταν ανίκανη να συγκινήσει οποιονδήποτε δικαστή, που θα του προκαλούσε μάλλον οργή. Τι κάνει το θεατρικό κοινό να την ανέχεται και να φτάνει σε σημείο να ικανοποιείται από την τελική της ατιμωρησία και σωτηρία, παρ’ όλο που δικονομικά ή με μια πρώτη πρόχειρη ματιά φαίνεται απίστευτο;

Κατά τη γνώμη μου, αυτή η εντυπωσιακή ανατροπή της «λογικής» τού θεατή, με την υποβολή των έντονων συναισθημάτων, που πηγάζουν από τον τρόπο ανάπτυξης του έργου, το καθιστούν ένα μνημείο της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Η ηρωίδα κυριευμένη από το έντονο πάθος τής ζήλιας και αισθανόμενη αναπότρεπτα αδικημένη, οδηγείται μέσω του μίσους και των εσωτερικών ταλαντώσεων και συγκρούσεων σε μια ψυχική διαταραχή. Όπως μας λέει ο καθηγητής ψυχιατρικής Δ. Κουρέτας:

«Η ψυχική κατάσταση της Μήδειας, όταν εξετασθή με το φακό της ψυχιατρικής, εμφανίζει πολλά συμπτώματα μελαγχολικής ψυχώσεως: άγχος, αϋπνία, άρνηση τροφής, ιδέα επικείμενων κακών δια τον εαυτό της και τα προσφιλή τέκνα της, παραληρητική επιθυμία να τα απαλλάξη δια της θανατώσεως από τον κίνδυνο τον οποίο, κατά την παράφρονα πλέον αντίληψιν της διατρέχουν, δηλαδή μήπως φονευθούν μετά βασάνων υπό άλλης δυσμενεστέρας χειρός. (στίχοι 1059-1061, 1238-1241)».

Ενώ παρακάτω εύστοχα παρατηρεί:

«... εάν έλλειπε το ελατήριο της ψυχικής διαταραχής, δε θα παρήγετο εις την ψυχή του (εννοεί του θεατή) αίσθημα οίκτου και φόβου, αλλά μόνο αποτροπιασμός και δυσάρεστη έκπληξη.»

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Κατά τη διάρκεια τού έργου, παρατηρούμε την ηρωίδα να υποφέρει ψυχικά ταλαντευόμενη για το αποτρόπαιο σχέδιό της, να ανατρέχει στις θυσίες και τα εγκλήματα που έκανε για την αγάπη τού άντρα της και να θεμελιώνει πειστικά τις θέσεις της στη λογομαχία της με τον Ιάσονα (στ. 465-519), αλλά και στους μονολόγους της (στ. 251-266), ενώ όλα αυτά συνοδεύονται από τη σοφιστική ρητορική και αναλγησία του άντρα της και την εξοργιστική υποκρισία του, ότι τάχα τα κάνει όλα γι’ αυτή και τα παιδιά της (στ. 522-575, 593-597) και ότι από δικές της επιλογές υποφέρει, δίχως δική του ευθύνη (στ. 605). Σε αυτό συμπληρώνεται και μια θλιμμένη συγκινητική αφήγηση για τον αναπότρεπτο ρόλο τής γυναίκας στη αρχαία Αθήνα(στ 230-251).

Η Μήδεια όμως σαφώς δεν παρουσιάζεται σαν στυγνή δολοφόνος. Αντίθετα, ενίοτε, είναι γεμάτη μητρική αγάπη και τρυφερότητα (στ. 1020-2050), που την κάνει να αμφιταλαντεύεται και να πονά(στ. 1050-1058). Ενώ ακόμα και ο χορός των Κορινθίων γυναικών την λυπάται (στ. 431-445), εκφράζοντας το κοινό αίσθημα. Η ίδια δε, ως τραγικό πρόσωπο, έχει συναίσθηση τής αποτρόπαιας πράξης της (στ. 795-796) και θεωρεί, μετά από αυτή, την εξορία απαραίτητη. Στα μάτια των θεατών είναι μια ερωτοχτυπημένη αδικημένη και θλιμμένη γυναίκα, που τελικά δρα με παραλογισμό, παρασυρόμενη από το πάθος και το θυμό της(στ. 1078-1080). Ως γνωστό οι αρχαίοι Έλληνες, έδιναν μεγάλη σημασία τόσο στη συναισθηματική, όσο και στη σαρκική πλευρά του έρωτα, όπως φαίνεται στη λυρική ποίηση, στο αρχαίο θέατρο, στη μυθολογία και σε κάθε έκφανση του πολιτισμού τους. Ο θεός Έρωτας πλανά τους ανθρώπους -γεγονός που υπενθυμίζεται και από το χορό στο αντίστοιχο χορικό (στ. 627-651)- και τα παραδείγματα βρίθουν και κάνουν τους αρχαίους θεατές, αλλά και τους σύγχρονους, να συγχωρούν, καθώς ίσως ταυτίζονται σε κάποιες στιγμές με τους προδομένους εραστές.

Η ίδια επικαλείται την άτεγκτη δικαιοσύνη της, ως αιτιολογία των πράξεών της (στ 807-810, 765-767, 1357-1358) και με αντρικό για την εποχή δυναμισμό και περηφάνια (στ. 416-418), που μας την εξυψώνει στα μάτια μας, και παρ’ όλο που η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα, αντιμετωπιζόταν σαν σιωπηρή «αιώνια ανήλικη», επιβάλλει τελικά τη θέλησή της, κόντρα σε δυο βασιλιάδες, τον Ιάσονα και τον Κρέοντα, και πείθοντας έναν τρίτο, τον Αιγέα, εξασφαλίζει τη φυγή της. Και αυτή η παράταιρη γι’ εκείνη την εποχή γυναικεία συμπεριφορά, έχει την ανοχή των θεατών, γεγονός που συμβαίνει και σε πολλές άλλες τραγωδίες, που οι γυναίκες δεν είναι άβουλες και παθητικές (Ιππόλυτος, Αντιγόνη κ.τ.λ), ενώ ορισμένες φορές γνωρίζουν το «κλέος» και την «φήμη», γεγονός σχεδόν ανύπαρκτο στην πραγματικότητα.

Σωστά έχει παρατηρηθεί από τους αναλυτές, ότι αυτό αιτιολογείται επειδή τα θέματα τής τραγωδίας συνήθως είναι παρμένα από τη μυθολογία, που διαμορφώθηκε σε παλαιότερες εποχές και ως μυθολογία είναι αναγνωρισμένη και οικία.

Συχνά μάλιστα αυτή η αντιπαλότητα μεταξύ αντρών και γυναικών, εξυπηρετεί τη δραματική πλοκή. Πιστεύω επίσης ότι ο αρχαίος άντρας είχε ανάγκη να πλάσει στο φαντασιακό επίπεδο μια γυναίκα πιο πνευματική, μια και εκείνες της εποχής του, κλεισμένες στο σπίτι, ασχολούταν αποκλειστικά με τις οικιακές εργασίες και την ανατροφή των παιδιών και ικανοποιούσαν μόνο σαρκικά τους άντρες τους. Αυτός είναι ένας ακόμα παράγοντας που στο θέατρο οι γυναίκες παρουσιάζονται με απόψεις, ιδανικά και δραστηριότητα, ενώ ο αρχαίος θεατής, όχι μόνο δεν ενοχλείται, αλλά μάλλον ικανοποιείται.

Ένα ακόμα σημαντικό ελατήριο τής επενέργειας τού έργου, είναι η συνείδηση τού θεατή ότι αυτό που παρακολουθεί είναι η «εικονική πραγματικότητα» του θεάτρου και όχι ένα αληθινό γεγονός, πόσο μάλλον που η υπόθεσή του είναι παρμένη από τη μυθολογία και στην ιστορία αυτή είχαν ήδη διατυπωθεί διαφορετικές εκδοχές της, πράγμα που του υπενθυμίζει ότι πρόκειται για ένα -ας μου επιτραπεί η λέξη- «ψέμα».

Τελικά η ανθρωπιά και η ευαισθησία, σε κατάσταση «καλλιτεχνικής ποιητικής αδείας», οδηγεί τον θεατή σε αλλεπάλληλα ψυχικά σοκ, παραβλέποντας τα εξωφρενικά τεκταινόμενα και τελικά ψυχαγωγείται από το σύνολο του έργου.

Βιβλιογραφία

1) Claude Mosse. Η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα. Εκδόσεις Παπαδήμα 1993.

2) Η έννοια του πεπρωμένου εις την «Μήδεια» του Ευριπίδη από ψυχολογικής απόψεως. Αθήνα 1956, Δ Κουρέτα καθηγητή ψυχιατρικής και νευρολογίας του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

3) Γυναικεία δράση στον Ευριπίδη. Εκδίκηση και επιβολή (Μήδεια, Ιππόλυτος, Εκάβη). Διδακτορική διατριβή. Χρυσούλα Ευστ Αλεξοπούλου. Αθήνα 1995.

4) Η διαχρονική πορεία της Μήδειας του Ευριπίδη. Δήμητρα Αναστασιάδου 1999. Πάντειο Πανεπιστήμιο Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών.

5) Albin Lesky. Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Εκδόσεις «Αφοί Κυριακίδη» Θεσσαλονίκη 1985.

6) Ιστορία των Αρχαίων Αθηνών. Σαράντος Ι Καργάκος. Gutenberg 2004.

7) Μήδεια, Ευριπίδης. Εκδόσεις Κάκτος 1994

Γρηγόρης Τεχλεμετζής.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 81, στα πλαίσια του αφιερώματος, "Γυναίκες του μύθου. Από την Αριάδνη στη Μήδεια"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου