Η λίστα ιστολογίων μου

Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2009

ΩΣ ΚΥΛΙΟΜΕΝΟΣ ΤΑΠΗΣ/ ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΑΛΑΒΕΡΑΣ/ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

ΩΣ ΚΥΛΙΟΜΕΝΟΣ ΤΑΠΗΣ/ ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΑΛΑΒΕΡΑΣ

Τα θέματα του βιβλίου είναι εντοπισμένα και σκιαγραφημένα, επί το πλείστον, στη Θεσσαλονίκη, τον τόπο διαβίωσης τού συγγραφέα, με χαρακτηριστική εξαίρεση τον «Μπαρμπαβρασίδα» που διαδραματίζεται στην Πελοπόννησο. Ο τόπος τα διαποτίζει και σε μεγάλο βαθμό τα καθορίζει, δίνοντας, μέσα από το φόντο, με περιγραφική και παρατηρητική δεινότητα, το χρώμα τους, διαμέσου ενός κοπιαστικού σταδιακού χτισίματος, αρθρωμένου σε παρελθόν και παρόν και ιδωμένου συγκριτικά και κριτικά.

Τα σοκάκια, οι δρόμοι και οι πλατείες τής πόλης, το λιμάνι, τα μαγαζάκια, οι παλιές εκκλησίες και οι μιναρέδες, ακόμα και η γλώσσα των κατοίκων, ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Γεγονότα αφηγήσεις και περιγραφές απλώνονται ως κυλιόμενος τάπης, αβίαστα και αδρά, διακλαδίζονται στο χρόνο και σε τόπους, πολλές φορές ταξιδεύοντάς μας σε εικόνες, ήθη και συμπεριφορές άλλων εποχών, άλλοτε συναρμοσμένες μεταξύ τους και κάποτε σαν άσχετες ή χαλαρά συνδεόμενες συνειρμικές μνήμες, περιλούζοντας έτσι τη σκέψη και το συναίσθημα.

Τα θέματά του είναι η καθημερινή ζωή των ανθρώπων, οι αναμνήσεις, τα όνειρα, οι δισταγμοί και οι φόβοι τους, τα σουσούμια, οι ιδιοτροπίες και οι συνήθειές τους, καθώς και οι αλλαγές που υπεισέρχονται με το χρόνο, σε αυτούς και στα πράγματα. Τα αντικρίζει με ρεαλισμό και χωρίς εξωραϊσμούς, πολιορκώντας τα, άλλοτε πλάνα, άλλοτε με λοξή πονηριά και κάποιες στιγμές αιφνιδιάζοντας με απότομο ευθύβολο κοφτερό βλέμμα. Έτσι δε διστάζει, σε πολλά αφηγήματα, να περιγράφει τη διεφθαρμένη, μεμπτή νεοελληνική πραγματικότητα, βεβαιώνοντας με χαμηλούς τόνους την κατάσταση, χωρίς ηχηρά διδακτισμούς.

Ο χρόνος, που είναι ο κεντρικός άξονας των ιστοριών, επηρεάζει τα πράγματα, τους τόπους και τους χαρακτήρες, μεταβάλλοντας τους ιδεολογικά, ψυχικά ή φυσικά. Ο συγγραφέας έχει ριζωμένα μέσα του τα περασμένα και εκκινείται από αυτά, μνημονεύοντας, πλάθοντας και αποδίδοντας.

Οι ήρωες τού έργου δεν εξιδανικεύονται, παρουσιάζουν ανθρώπινες ευαισθησίες και εμμονές, που ορισμένες φορές φτάνουν στη γραφικότητα, ενώ όταν έχουν ευδιάκριτα ελαττώματα ή ακόμα και χθαμαλά κίνητρα, αντιμετωπίζονται με ειρωνικό σαρκασμό και λεπτό σκωπτικό ή σατιρικό χιούμορ ή και ευθεία κατάκριση. Σχεδόν πάντα κάμπτονται, συμβιβάζονται, αποδέχονται ή βαλτώνονται, επηρεασμένοι από τις συνθήκες, την καθημερινότητα ή τα γεγονότα, που τελικά τους καθορίζουν.

Ακόμα και ο θεματοφύλακας Μπαρμπαβρασίδας, που με αξιοθαύμαστη εμμονή και αρκετή εξιδανίκευση επιμένει στις θέσεις του, υποχωρεί υπό το βάρος των περιστάσεων, ανθρώπινα και φυσιολογικά, χωρίς όμως να καταρρίπτει το ιδανικό του.

Ο συγγραφέας περιγράφει τους ανθρώπους χωρίς να τους «χαρίζεται». Συχνά τους σχηματοποιεί πίσω από τις χαρακτηριστικές τους συμπεριφορές, περιγραφές ή καταστάσεις. (π.χ): Η κοπέλα πίσω από το παράθυρο (διήγημα «Και μετά το παράθυρο»). Ο άνθρωπος πίσω από την ανθοδέσμη (διήγημα «Ανθοδέσμη»). Αυτός που περπατούσε γύρω από τους παραλληλόγραμμους δρόμους (διήγημα «Στο παραλληλόγραμμο»).

Δικαίως χαρακτηρίσθηκε από τους κριτικούς ως ψυχογράφος και ανατόμος της ψυχής, θυμίζοντας το έργο του Προύστ, καθώς ψάχνεται και φωτίζεται κάθε ανθρώπινη πτυχή, καθορίζοντας τα ενδόμυχα κριτήρια και τους απώτερους σκοπούς, με κάθε λεπτομέρεια.

Το έργο χρησιμοποιεί μια ανάμικτη γλώσσα, με λόγια χαρακτηριστικά, καθημερινές εκφράσεις, ρητορικά ερωτήματα, περιπαιχτικές απαντήσεις, παρηχήσεις, λαϊκούς ιδιωματισμούς, ακόμα και ξενικές λέξεις, όλα με απόλυτη συναρμογή, αποδίδοντας κατά περίσταση το ακριβές νόημα και σε ορισμένες στιγμές αιφνιδιάζοντας και τσιγκλώντας τον αναγνώστη, επιδιώκοντας τη συμμετοχή του, τεχνηέντως και με σπιρτόζο πνεύμα, κρατώντας τον σε πνευματική εγρήγορση, παρ’ όλη τη συνήθως πολυσχιδή αφήγηση, τη διαρκή φασματική του ανάλυση και τις λεπτοφυείς αποχρώσεις συμπεριφορών και σκέψεων. Ο λόγος του έτσι είναι πεπαιδευμένος, ανοιχτός και πλατύς.

Αναλυτικότερα ανά διήγημα:

Στο διήγημα «Γκλόρια μπέλλι» παρατηρούμε μια αφήγηση σε δυο χρόνους, για την ίδια γειτονιά, το 1945 εν θερμω και παθιασμένη, σύμφωνα με το πνεύμα των καιρών, και το 1995, που η απόσταση σαράντα χρόνων την κάνει πιο αιχμηρή, σαρκαστική και αντικειμενική. Αρκετές είναι οι ανάδρομες αφηγήσεις, που ακολουθούν και εξυπηρετούν το κείμενο και συμβαδίζουν με τα συναισθήματα τού πρωταγωνιστή.

Στο «Και μετά το παράθυρο» μας αποδίδει τη συστολή της παλιάς εποχής, την εγκεφαλική της ψυχολογία και οδηγείται σε εικονοπλασία, σε ρομαντική ενατένιση και ηθελημένη ωραιοποίηση τής μνήμης μέσω της φαντασίας.

Στο «Επί του παρόντος» παρουσιάζεται μια έξωση και απόρριψη ενός παροπλισμένου μηχανήματος τυπογραφίας, με συναισθηματική αξία για τον αφηγητή, από ανθρώπους που για αυτούς, δρώντας ωφελεμιστικά και με άλλη οπτική γωνία, δε σημαίνει τίποτε.

Το κείμενο «Στο παραλληλόγραμμο» είναι περιγραφικό, γλαφυρά αιχμηρό και δηκτικό, έναντι ορισμένων καταστάσεων που συμβαίνουν σε διάφορες χρονικές περιόδους σε κάποια περιοχή.

Στο «Εικόνα δεκακισχιλιοστή», καταγράφεται ο ζωντανός οργανισμός τής πόλης της Θεσσαλονίκης, που σφύζει από μνήμες και δραστηριότητα, αναζωογονώντας τη νοσταλγία στους συγκαιρινούς του και τέρψη στους νεότερους, λόγω της αυθεντικότητας των εικόνων μιας παρωχημένης εποχής, που αφήνει τα ευδιάκριτα σημάδια της στο παρόν.

Στο διήγημα «Ανθοδέσμη» παρουσιάζεται η «καθ’ ομοίωση» πορεία των ανδρών ως την οικογένεια, ενώ το «Μισοφέγγαρο», ξεκινώντας με ένα παραπλανητικό ρομαντικό τέχνασμα, συνεχίζοντας έχει θέμα την αδημονία τής μητρότητας και με συναισθηματικό τόνο -κάτι που γενικά αποφεύγεται στο σύνολο των βιβλίων του Αλαβέρα-, κατασκευάζει ένα διήγημα που τέρπει τον αναγνώστη.

Την ιστορία μιας γάτας, που εμπνέει διαφορετικά συναισθήματα στην κυρία της και στους άλλους, αφηγείται «Η διαδοχή της Λούνη». Τελικά φαίνεται ότι η απώλεια του συναισθηματικού αντικειμένου, της Λούνη, εύκολα αναπληρώνεται από τον γιο της τον Τρανκλάν, εφόσον μένει αναλλοίωτη η αντίστοιχη ανθρώπινη ψυχολογική ανάγκη.

Αξίζει να γίνει ιδιαίτερη μνεία για το «Αρχείο», που δρα ως σατιρικό νυστέρι στον κόσμο τής γραφής. Με αφορμή το αρχείο του συγγραφέα Σβερκιάδη, παρουσιάζονται και σκιαγραφούνται, με δίκαιο σαρκασμό, που φτάνει τελικά ως το μετριόφρονα αυτοσαρκασμό, πλήθος σκέψεών του για το Λογοτεχνικό «είναι» και «φαίνεσθαι», όσο και για την απήχησή του.

Πρωτότυπο επίσης είναι και το «Σαθρωποιείον», που η ανάπτυξή του θυμίζει συντομογραφική βιογραφία, συναρπάζοντας με το απλό, λιτό και γρήγορο ρυθμό του.

Το διήγημα «Στου Γιώργη» αποτελεί ένα χωροχρονικό συνειρμό εικόνων και σκέψεων, με αφορμή τις συναντήσεις σε έναν τάφο, στο οποίο με ρεαλισμό, που φτάνει ως τη διαλυτική ειρωνεία και την κατάκριση, αναλύονται οι συμπεριφορές και οι σχέσεις μιας ομάδας ανθρώπων. Η λεπτομερή περιγραφή του νεκροταφείου, της δουλειάς των νεκροθαφτών και όλου του σχετικού δημόσιου μηχανισμού, μας αφήνει μια υποβόσκουσα ανατριχίλα και μας κάνει να συνειδητοποιούμε τη ματαιότητα.

Στο «Ενώπιον», ξεκινώντας από ένα απρόσμενο και πρωτότυπο συμβάν, μέσα σε έναν ιερό ναό, διαχέεται ο φόβος, η αμηχανία και η ευγένεια της ψυχής, ενώ οι λεπτές παραφυάδες ψυχισμού οδηγούν σε μεταβολές διαθέσεων και ελάχιστα συμπεριφορών. Χαρακτηριστικά και πρωτότυπα είναι τα λογοπαίγνια, που φτιάχνει με τις παρηχήσεις και τις σημασίες των λέξεων.

Στο «Σεβαστή, Σεβαστούλα», μια γυναίκα προσκολλημένη σε ένα ναό -σύμβολο μιας οικογενειακής παράδοσης-, αποτελεί «γραφικό» συμπλήρωμα ενός τόπου (και πάλι παρατηρούμε ανθρώπους να συναρμόζονται με μέρη). Χρησιμοποιεί ευρηματικά λόγια, που κάποιες φορές αναμειγνύονται με λαϊκές εκφράσεις. Εντονότερα λαϊκό με μικρές μόνο λόγιες παρεμβολές είναι το «Συνοριακό Επεισόδιο».

Με νοσταλγία και μοναξιά, που συμπορεύεται συναισθηματικά με το κρύο του χιονιού, είναι πλημμυρισμένο το «Τίποτ’ άλλο», ενώ έντονα είναι και τα στοιχεία του Καφκικού εσωτερικού μονόλογου.

Στο «Μπαρμπαβρασίδα» (δείτε και στην αρχή του κειμένου), με νοσταλγική διάθεση και διακριτικά κριτικό μάτι, αντιπαραβάλλονται το παλαιότροπο με το νεότροπο, σε επίπεδο περιγραφικό, γλωσσικό, χρονικό, τοπικό και κυρίως συμπεριφοράς. Χαρακτηριστική είναι η χρήση ζωντανών μεταφορών στο λόγο, που τονώνουν το κείμενο, χωρίς να κραυγάζουν. Ενδεικτικά αναφέρω: «ύστερα από την εκτόξευσή τους» (σελ 225), «μόλις γράπωσε κυβερνητικό πόστο» (σελ226), «η φήμη του πετάριζε» (σελ231), «Δεν προλάβαινες να καταλάβεις από πού τους ξέβραζε η γης» (σελ233) κτλ.

Τελικά ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι τα διηγήματα αυτά του Τηλέμαχου Αλαβέρα παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία στις τεχνικές της γραφής, μα παρ’ όλα αυτά έχουν μερικούς βασικούς άξονες πλεύσης.

Γρηγόρης Τεχλεμετζής.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 22 (2008), στα πλαίσια του αφιερώματος στον Τηλέμαχο Αλαβέρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου